Ευχή και κατάρα για τον Μιχάλη Μόσιο ήταν ο θρυλικός ρόλος του διάσημου γύφτου Ταμτάκου, που τον σημάδεψε για όλη του τη ζωή. Ο ηθοποιός έφυγε χθες από τη ζωή, σε ηλικία 79 ετών, προκαλώντας θλίψη στο πανελλήνιο με τον ξαφνικό χαμό του.
- Από τον Νίκο Νικόλιζα
Ο σπουδαίος ηθοποιός, που έμελλε να παίξει δεκάδες ρόλους στην πολύχρονη καριέρα του μέχρι να τυποποιηθεί ως «Ταμτάκος», «έφυγε» πικραμένος, αν και ο συγκεκριμένος ρόλος τού απέφερε και χρήματα και δόξα. Ωστόσο, από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι και το τέλος της καριέρας του, τόσο οι θεατρικοί επιχειρηματίες και οι κινηματογραφικοί παραγωγοί όσο και το κοινό τού ζητούσαν έναν και μόνο ρόλο: αυτό του Ταμτάκου.
Διαβάστε επίσης: Αποκάλυψη! Ο Μιχάλης Μόσιος βρέθηκε νεκρός στο εξοχικό του
Αυτή, άλλωστε, είναι η επιτυχία ενός ηθοποιού: να τον αγαπήσει το κοινό του ακόμα και μέσα από έναν «στιγματισμένο» ρόλο! Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και αρκετά χρόνια αρνούνταν να δώσει συνεντεύξεις, καθώς επικεντρώνονταν στον διάσημο γύφτο. Αυτό τον έκανε να απομακρυνθεί από τα φώτα της δημοσιότητας. Ωστόσο, ο Μιχάλης Μόσιος μέσα από τον συγκεκριμένο ρόλο κατάφερε να «απενοχοποιήσει» τους Ρομά και να γίνει ο καλύτερος σύμμαχός τους.

Τη δεκαετία του 2000, ο Μιχάλης Μόσιος συνεργάστηκε στενά στο θέατρο με τον Σωτήρη Μουστάκα. Το κοινό ήταν τόσο πιεστικό απέναντί του, φωνάζοντας «Ταμτάκος», που πολλές φορές αναγκάστηκε να σταματήσει την παράσταση με σκοπό να ηρεμήσουν τα πνεύματα! «Υπάρχουν ρόλοι και ρόλοι στο θέατρο, τους οποίους, επειδή εγκλωβίστηκα στον Ταμτάκο, δεν έχω παίξει. Από τη μια με τυποποίησε, από την άλλη όμως μου έδωσε ψωμί. Δημιούργησα αυτόν τον ωραίο τύπο, όμως δεν με φώναζαν για τίποτε άλλο εκτός από το να κάνω τον Ταμτάκο. Ο Ταμτάκος πουλούσε – και θέλουν ό,τι πουλάει» είχε αναφέρει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του. Σύμφωνα με την ιστορία, ο χαρακτήρας ήταν επιθεωρησιακός, κάτι που ο Μιχάλης Μόσιος έκανε και στο σανίδι στα επτά χρόνια που κράτησε τον ρόλο, από το 1983 έως το 1990. Επαιζε τον γιο της Ρένας Βλαχοπούλου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στη «Χαρτοπαίχτρα», το 1975. Στην ίδια παράσταση έπαιζε και ο Θέμης Μάνεσης έναν κλασικό ρόλο μάγκα, αυτόν του «παπατζή».
Διαβάστε επίσης: Μιχάλης Μόσιος: Την Παρασκευή η κηδεία του – Η έκκληση της οικογένειας
Ο Θέμης Μάνεσης αποχώρησε και ο Μόσιος κλήθηκε να τον αντικαταστήσει. Πήρε από το βεστιάριο μια παλιά τραγιάσκα, ρούχα και περούκα, ώστε να μην καταλάβει το κοινό ότι έκανε διπλό ρόλο και υποδύθηκε τον κλεφτοκοτά. Μόλις εμφανίστηκε στη σκηνή, οι θεατές άρχισαν να γελάνε, και τότε η Βλαχοπούλου τού είπε ότι κάνει και για επιθεώρηση.
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Ταμτάκου έγινε το 1982, στην ταινία «Το παιδί του σωλήνα», ενώ ακολούθησε η «Γύφτικη κομπανία» και στη συνέχεια μια μεγάλη σειρά από βιντεοταινίες που κυκλοφόρησαν από το 1983 έως το 1990. Συνολικά, ο Μόσιος ενσάρκωσε τον Ταμτάκο σε 14 βιντεοταινίες, μετατρέποντάς τον σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους λαϊκούς κωμικούς χαρακτήρες της εποχής της βιντεοκασέτας.

Στενός του φίλος υπήρξε ο Στάθης Ψάλτης, με τον οποίο είχε επαφές μέχρι και τον θάνατό του, όπως και ο Κώστας Τσάκωνας, αλλά και ο Μάρκος Λεζές! Ο Μιχάλης Μόσιος ήταν παντρεμένος με δύο παιδιά, για τα οποία ήταν πολύ περήφανος: τον Γιάννη και τη Χρύσα. Ο γιος του, Γιάννης, μάλιστα, ήταν εκείνος που ανέλαβε το βάρος της δημοσιοποίησης του θανάτου του, καθώς τον αποχαιρέτησε με την παρακάτω ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα: «Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο… Ομως, με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς “έφυγε”…

Ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα. Ησουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, την ηθική σου και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου, τον Στάθη, που μοιραστήκατε τόσο πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα. Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν “έφυγε”. Τώρα κι εμείς με τη σειρά μας κλαίμε για εσένα. Το μόνο που με χαροποιεί (όσο είναι δυνατόν) είναι ότι “έφυγες” πλήρης, γεμάτος.
Ενα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος. Θα κλείσω με ένα στιχάκι από ένα τραγούδι που είχα γείχα γράψει για τον φόβο να χάσω τον μπαμπά μου: Δεν ξέρω πώς θα το αντέξω Αμα σε χάσω, μπαμπά, Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απέξω Μήπως και μπεις ξανά. Αντίο, πατέρα μου».








