Με μία κατάθεση φορτισμένη, σκληρή και αποκαλυπτική για όσα, όπως υποστηρίζει, βίωσε σε ηλικία μόλις 17 ετών, συνεχίστηκε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου η δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη, ο οποίος κάθεται στο εδώλιο σε δεύτερο βαθμό για υποθέσεις βιασμού.
Ο τρίτος καταγγέλλων, σήμερα 29 ετών, περιέγραψε ενώπιον του δικαστηρίου περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης από τον άλλοτε καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, υποστηρίζοντας ότι την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, χωρίς σταθερό οικογενειακό και υποστηρικτικό περιβάλλον.
Στην κατάθεσή του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι προσήλθε στο δικαστήριο για να μιλήσει για όσα έζησε και για να διεκδικήσει τη δικαίωση που, όπως είπε, αφορά το δικό του κομμάτι της υπόθεσης.
Με εμφανή συναισθηματική φόρτιση, περιέγραψε πως τα γεγονότα που καταγγέλλει άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη ζωή του, επηρεάζοντας τις σχέσεις του, την επικοινωνία του με τους ανθρώπους και τη δυνατότητά του να εμπιστευθεί. Όπως ανέφερε, μέσα από ψυχολογική υποστήριξη επιχειρεί σήμερα να διαχειριστεί τον φόβο και τις ενοχές που τον συνόδευσαν για χρόνια.
«Ήρθα να πω εδώ αυτό που έχω βιώσει και αυτά που έχω κάνει. Τίποτα άλλο. Μετά τους ψυχολόγους και τις συνεδρίες έρχομαι εδώ για να δικαιωθώ για το δικό μου κομμάτι, γιατί έχω μερίδιο ευθύνης για αυτό. Ήταν άδικο να πάρεις ένα 17χρονο με προβλήματα να τον εκμεταλλευτείς έτσι. Μου έχει στερήσει σχέσεις, επαφές, δυσκολία να επικοινωνήσω με τον κόσμο… γνώρισα το φόβο και τώρα το παλεύω με τον ψυχολόγο μου. Συνέχισα να μένω στο σπίτι του κατηγορούμενου. Έθαψα το κομμάτι μέσα μου και προσπάθησα να μην έχω πολύ επικοινωνία μαζί του. Το άφησα και ταυτόχρονα για να αποφύγω άλλη αντίστοιχη κίνηση, του έκανα αναφορά ότι μου αρέσει άλλος για να αποκλείσω ότι θα με πλησίαζε με αυτό τον τρόπο ξανά. Ήθελα να λάβει το μήνυμα ότι δεν μου αρέσει».
Ο μάρτυρας περιέγραψε ότι ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μαζί με έναν φίλο του, για τον οποίο έτρεφε συναισθήματα, όταν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και τον κακοποίησε σεξουαλικά. Όπως είπε, όλα έγιναν αιφνιδιαστικά, χωρίς προειδοποίηση, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να αντιδράσει αλλά δεν μπορούσε. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, βρέθηκε σε κατάσταση σοκ, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Όταν βγήκε από το μπάνιο, είδε τον κατηγορούμενο να συνομιλεί και να γελά με τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους, χωρίς κανείς να αντιδρά. Ο ίδιος ένιωσε, όπως είπε, εκτεθειμένος και απομονωμένος.
«Προσπαθούσα να αντιδράσω και δεν είχα τη δυνατότητα. Όλα έγιναν χωρίς καμιά προειδοποίηση. Προσπαθώ να καταλάβω τί συμβαίνει. Όταν βγαίνω πια από το μπάνιο και προσπαθώ να καταλάβω τι είχε συμβεί. Βγαίνω και βλέπω να μιλά με τους άλλους και να γελάνε και κανείς δεν αντιδρούσε. Θολωμένος κάθισα και έμεινα εκτεθειμένος…».
Κατά την εξέταση από την πρόεδρο, ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν οι υπόλοιποι παρόντες είχαν αντιληφθεί τι συνέβη. Ο ίδιος απάντησε ότι δεν γνωρίζει τι κατάλαβαν ή αν άκουσαν, καθώς υπήρχε μουσική και, όπως ανέφερε, όλοι κατανάλωναν αλκοόλ που τους προσέφερε ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια, περιέγραψε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει εάν ήταν εμφανές πως έκλαιγε, ενώ τόνισε ότι απομονώθηκε και δεν μίλησε σε κανέναν. Η αίσθηση που του δημιουργήθηκε, όπως είπε, ήταν πως αυτό που συνέβη έμοιαζε αποδεκτό από τους άλλους. Όταν ρωτήθηκε τι ακολούθησε μετά το περιστατικό, απάντησε ότι παρέμεινε στο σπίτι επειδή δεν είχε πού να πάει. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την κατάθεσή του, δεν έδωσε σημασία, κάθισε να δει τηλεόραση και στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιό του.
Πρόεδρος: Δεν κατάλαβαν οι άλλοι;
Μάρτυρας: Δεν ξέρω ποια ήταν η αντίδρασή τους αν κατάλαβαν ή τί κατάλαβαν… δεν μπορούσαν να δουν, αλλά δεν ξέρω αν άκουσαν όλο αυτό γιατί είχε και μουσική. Ολοι έπιναν αλκοόλ που μας πρόσφερε ο κατηγορούμενος. (…) Δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα πώς ήμουν. Αν ήταν αντιληπτό ή όχι ότι έκλαιγα. Απομονώθηκα και δεν μίλησα. Ενιωσα σαν να ήταν αποδεκτό από τους άλλους.
Πρόεδρος: Μετά από αυτό;
Μάρτυρας: Έμεινα εκεί γιατί δεν είχα πού να πάω. Μετά ο κατηγορούμενος δεν έδωσε σημασία. Έκατσε, είδε τηλεόραση και πήγε στο δωμάτιο.
Πρόεδρος: Ξαναγίνονταν τέτοια;
Μάρτυρας: Μετά από αυτό παρέμεινα μέχρι τον Οκτώβρη. Κάποια σκηνικά ξαναέγιναν αλλά όχι σαν αυτά. Για εμένα ήταν κακοποιητικές συμπεριφορές. (…) Έφυγα από το σπίτι γιατί άρχισε η μητέρα μου να με καλεί και να μου λέει ότι οι συνθήκες ήταν καλύτερες.
Εισαγγελέας: Εξακολουθούσατε να μένετε στο σπίτι του όμως…
Μάρτυρας: Δεν υπήρχε άλλη επιλογή να μένω κάπου αλλού. Εμένα εκεί από ανάγκη. Δεν έτρεφα κανένα συναίσθημα για εκείνον. Δεν είχα υποστηρικτικό περιβάλλον. Όταν έφυγα από το σπίτι του δεν ήμουν θυμωμένος. Ένιωθα ότι έχω μερίδιο ευθύνης, ένιωθα ενοχές και δεν είπα κάτι.
Πρόεδρος: Σκεφτήκατε να το καταγγείλετε;
Μάρτυρας: Ήμουν ανήλικος. Οταν ενηλικιώθηκα, ήμουν παράνομος. Δεν είπα διαβατήριο, νόμιμα έγγραφα. Επίσης, η σχέση των γονιών μου που ερχόταν η αστυνομία τόσο συχνά, μου προκαλούσαν μόνο φόβο για το τι μπορεί να συμβεί.









