Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Η πρώτη φορά που ο Φρέντυ Γερμανός είδε το όνομά του τυπωμένο σε εφημερίδα

26/08/2026 - 07:01 | | 11 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Οι περισσότεροι γνωρίζουν τον Φρέντυ Γερμανό από τις τηλεοπτικές του εκπομπές.  Κι όμως εκτός από τις εκπομπές που αγάπησε, λάτρεψε το γράψιμο. Απόδειξη τα βιβλία του.

Το έναυσμα για να γίνει δημοσιογράφος το έδωσε ένα βραβείο. Καθοριστικό για την μετέπειτα πορεία του. Πήρε μέρος στα 19 του χρόνια στον διαγωνισμό διηγήματος της εφημερίδας «Βραδυνή» και κέρδισε.

Είχε τελειώσει το Βαρβάκειο και παρακολουθούσε μαθήματα δημοσιογραφίας. Είχε χαράξει το δρόμο του, αλλά πιθανότατα αυτό το βραβείο ήταν ένδειξη ότι η πορεία του προς αυτό που διάλεξε είναι… μονόδρομος.

Μια ματιά στα ονόματα της κριτικής επιτροπής αρκεί να πείσει ότι τα κριτήρια ήταν αυστηρά. Ο Μπάμπης Κλάρας, αδελφός του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος εργάστηκε στην εφημερίδα από το 1936 έως το 1984 κι άφησε πίσω πλούσιο συγγραφικό έργο ήταν ο συντάκτης της φιλολογικής σελίδας και υπεύθυνος του διαγωνισμού.

Μέλη της κριτικής επιτροπής «ιερά τέρατα» των γραμμάτων. Μίτια Καραγάτσης, Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης και Στρατής Μυριβήλης.

Ο Φρέντυ Γερμανός στις 26 Αυγούστου 1953 είδε το όνομά του δημοσιευμένο και την υπογραφή του για πρώτη φορά σε εφημερίδα.

Το στιλ που τον καθιέρωσε υπάρχει σε αυτό το πόνημα που είναι και αυτοβιογραφικό. Οι γονείς του, ο Ανδρέας Γερμανός, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και η Αθηνά Ραπίτη είχαν χωρίσει όταν ήταν μικρός. Μεγάλωσε με τη γιαγιά και τον παππού από την πλευρά της μητέρας του. Τη μητέρα του πατέρα του δεν πρέπει να τη συμπαθούσε ιδιαίτερα, την διάλεξε για πρωταγωνίστρια του διηγήματός του. Ο ήρωάς του, ο Σπύρος, είναι ένα παιδί που είναι έτοιμο να ριχτεί στη μάχη της ζωής και να κυριαρχήσει. Εφόδιά του η αγάπη για τη λογοτεχνία – διάβαζε ένα βιβλίο την εβδομάδα, η μουσική, ο θείος του Λεό Ραπίτης ήταν ο προσωπικός συνθέτης της Σοφίας Βέμπο, αλλά και η ευαισθησία μαζί με ισχυρές δόσεις αυτοσαρκασμού.

Για όσους αγάπησαν τον Φρέντυ Γερμανό μέσα από τα βιβλία του, τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις μπορούν να γνωρίσουν και το 19χρονο παιδί που ξεκινούσε την πορεία του. Λίγο αργότερα έπιασε δουλειά στην Ελευθερία του Πάνου Κόκκα, συνέχισε το 1960 στη Μεσημβρινή της Ελένης Βλάχου, στην Απογευματινή το 1967 και κατέληξε στην Ελευθεροτυπία το 1975.

Τίτλος του διηγήματος «Για μιαν εκδίκηση»

ΛΟΙΠΟΝ, Σπύρο, τον ρώτησε. Πως με βρίσκεις;

Την κοίταξε σκεφτικός. Η γυναίκα που του μιλούσε τη στιγμή εκείνη ήταν η γιαγιά του – η μάνα του πατέρα του. Τούχαν τηλεφωνήσει στο κολέγιο να πήγαινε να την έβλεπε στην καινούργια της διαμονή και τόκανε τώρα με τη χειρότερη διάθεση.

-Αρκετά καλά, είπε. Λίγο αδύνατη μόνο…

-Είναι η δίαιτα…

-Το δωμάτιο έχει ωραία θέα.

-Και το νοίκι φτηνό αναλόγως. Είμαι ευχαριστημένη.

Έριξε μια ματιά γύρω του. Το δωμάτιο ήταν λίγο υγρό και οι τοίχοι σκεπασμένοι από φωτογραφίες του πατέρα του. Στη γωνιά άναβε μια πανάθλια σόμπα. Μια μυρωδιά πλανιόταν εκεί μέσα, κάτι σαν εμπάθεια και σάπια προκατάληψη πούκανε τον Σπύρο να ανατριχιάζει. Ένοιωσε πως ήταν η μυρωδιά που πριν μερικά χρόνια είχε σκοτώσει τη μάνα του…

Είχε πεθάνει λίγους μήνες μετά το διαζύγιο, από μια άσχετη αρρώστεια. Όμως στη ρομαντική φαντασία του Σπύρου, τα δύο γεγονότα – ο χωρισμός κι ο θάνατός της – είχαν από χρόνια συνδυαστεί σε μια έμμονη ιδέα. Πίστευε πως κάποιος θάπρεπε να φταίει κι ήξερε ποιος ήταν αυτός. Όχι βέβαια ο πατέρας του που ήταν ένα άβουλο πλάσμα γεμάτο καλοσύνη κι υποταγή – ούτε κι η μάνα του πούχε μπει είκοσι χρονών στο σπίτι του άντρα της με τις πιο καλές διαθέσεις. Κανένας δεν έφταιγε, κι όμως είχανε δυστυχήσει και οι δυο τους. Εκείνη είχε πεθάνει γεμάτη πίκρα σ’ ένα φτωχικό νοσοκομείο κι εκείνος για πολλά χρόνια τη σκεφτότανε κι έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Τον αγαπούσε τον πατέρα του ο Σπύρος. Μα μισούσε τον φταίχτη – τον αίτιο κάθε πίκρας και κάθε δυστυχίας – τη γιαγιά του.  Ήταν σίγουρος πως αυτή έφταιγε για όλα. Όταν η νύφη της θάχε διαβεί για πρώτη φορά το κατώφλι του σπιτιού της, θα την είχε κοιτάξει με κείνο το σκληρό βλέμμα και θάχε σκεφτεί πως από κείνη τη στιγμή ένας εχθρός έμπαινε στο σπίτι. Η κοπέλα ήταν είκοσι χρονών κι ήταν  γεμάτη ζωή και καλοσύνη, μα η γριά έβλεπε σ’ αυτή ένα αντίζηλό στην αγάπη του γιου της. Αυτή η αγάπη ήταν που την έκανε κακιά και σκληρή κι απάνθρωπη – κι ίσως στην ουσία της να μην ήταν αγάπη, μα κάποιο άγριο εγωιστικό πάθος που δεν ανεχόταν κανένα συμβιβασμό. Κι όταν είχε πια μάθει πως η πρώτη της νύφη είχε πεθάνει στο νοσοκομείο – κι όλα είχαν τελειώσει – είχε ψιθυρίσει με οίκτο:

-Την καημένη. Στ’ αλήθεια – ποτέ της δεν είχε τύχη…

Ο Σπύρος είχε ακούσει αυτό τυχαία πίσω από τη μεγάλη πόρτα της τραπεζαρίας. Τα νύχια του είχαν μπηχτεί στις σάρκες του από λύσσα κι από απόγνωση. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, μα τώρα τουλάχιστον είχε κάποιο σκοπό που τον γαλήνευε και τον έκανε να περιμένει. Δεν ήξερε τι περίμενε – όμως ήξερε τι ζητούσε κι αυτό ήταν κάτι σημαντικό.

-Στο κολέγιο πως τα πας; την άκουσε να το  ρωτάει , και ξαναβρέθηκε πάλι στο υγρό δωμάτιο με τις φωτογραφίες και την άσχημη μυρωδιά έχοντας απέναντι τη γιαγιά να τον κοιτάει προσεκτικά.

-Καλά, είπε. Πολύ καλά…

Χαμογέλασε μέσα του. Την τελευταία φορά τούχε πει πως έπρεπε πια ν’ αφήσει αυτή την ιδιοτροπία του – το να μένει εσωτερικός δηλαδή – τη στιγμή πούχε και σπίτι και οικογένεια. Μα από τότε η κατάσταση είχε αλλάξει και μαζί με αυτήν κι οι διαθέσεις της γιαγιάς του.

-Ο πατέρας έρχεται τακτικά; Ρώτησε.

-Αρκετά, είπε. Μα ξέρεις πως αυτό δεν είναι τίποτε για μένα. Αλλιώς είχαν συνηθίσει.

-Γιατί δεν πάτε κι εσείς καθόλου.

Έσφιξε τα χείλη της με αξιοπρέπεια.

-Ποτέ! είπε. Ορκίστηκα προτού φύγω να μην ξαναπατήσω εάν δεν έχει φύγει αυτή. Ή εάν δεν είχε πεθάνει…

Αυτή… Ήταν η δεύτερη νύφη της – ο δεύτερος γάμος του πατέρα του. Η ιστορία ήταν πάνω κάτω η ίδια μα οι συνέπειες διαφορετικές. Η καινούργια νύφη ήταν πλούσια και ζόρικια κι ο πατέρας δεν ήθελε να χάσει πάλι τη γυναίκα του και τα λεφτά της. Ο Σπύρος ένιωθε μια άγρια χαρά καθώς φανταζόταν τη γριά να διαβαίνει το κατώφλι έξαλλη, ταπεινωμένη και με σπασμένα τα φτερά της.

-Γιατί; ψιθύρισε. Γιατί να φύγει και γιατί να πεθάνει μια κι έχει τα λεφτά της;

Τον κοίταξε με αντιπάθεια.

-Ξέρω κι κρύβεις κι σύ… Ποτέ σου δεν με αγάπησες.

Σηκώθηκε και με χέρια πούτρεμαν λίγο άνοιξε ένα συρτάρι. Την είδε να του φέρνει κάτι.

-Για δες, τούπε. Μένει ακόμα κάτι…

-Ένα λαχείο, απόρησε το παιδί. Δεν καταλαβαίνω…

Τότε εκείνη τον κοίταξε σκεφτηκά κι αφηρημένα. «Ναι, τούπε, θα καταλάβεις… Πρέπει να καταλάβεις». Και σίμωσε το πρόσωπό της στο δικό του κι άρχισε να του μιλάει για το λαχείο.

Εκείνος ξαφνιάστηκε στην αρχή μ’ αυτά που άκουγε, μα σαν γύρισε και την είδε, κατάλαβε και δεν είπε τίποτα. Δεν περίμενε πως θ’ άλλαζαν όλα τόσο γρήγορα. Ένα γλυκό κι άγριο τραγούδι ηχούσε μέσα του – οι σάλπιγγες είχανε σημάνει αντεπίθεση κι ο στρατός θα ξεχυνόταν στην γκρεμισμένη πολιτεία. Κάποτε ήταν παντοδύναμη, τυλιγμένη στην υπεροψία και στον εγωισμό της, μα τώρα τα τείχη είχαμε πέσει και δεν έμενε τίποτα όρθιο. Γαντζωμένη στο τελευταίο λιθάρι του κάστρου της η γριά χτυπούσε με το σπαθί της τον άνεμο.

-Είμαι σίγουρη, τούλεγε τώρα, κι ανάσα της ήταν κοφτή και λαχανιασμένη. Απόλυτα σίγουρη. Το λαχείο θα κερδίσει και ξέρε το. Είδα ένα όνειρο και μένα στ’ όνειρο τον αριθμό κάποιου λαχείου., Μη μου πεις πως όλα αυτά δεν είχε χέρι Θεού.

-Ναι, της είπε το παιδί – μα η φωνή του δεν έλεγε τίποτα. Σίγουρα…

-Θα κερδίσω, ξανάπε η γριά, παίρνοντας κουράγιο. Ήταν κάτι που το περίμενα… Ήταν το μόνο που μπορούσε να γίνει…

-Και μετά; τη ρώτησε – σαν να ρωτούσε ένα μικρό παιδί που λέει ανοησίες. Τι θα γίνει μετά;

-Ω, μετά… έκανε η γιαγιά. Μετά όλα θ’ αλλάξουν. Κι αυτή και τα λεφτά της θα πεταχτούν απ’ το σπίτι μου…

Τότε εκείνος ένιωσε την επιθυμία να δώσει μια κλωτσιά, αδιάφορο που – μόνο και μόνο για να βγάλει κάτι από μέσα του.

-Δεν πιστεύω στα λαχεία. Ποτέ δεν βγαίνουν…

Κι έγινε αυτό που περίμενε.

-Γιατί δεν πιστεύεις; τσίριξε η γριά κι ήτανε τώρα άλλος άνθρωπος. Γιατί άλλαξες γνώμη; Το λαχείο θα κερδίσει και το ξέρεις – γιατί κάνεις πως δεν πιστεύεις; Είσαι καλό παιδί κατά βάθος. Δεν ξέρεις τι είναι για μένα αυτό. Είμαι γριά κι άρρωστη κι αυτή μου πήρε το παιδ’ί μου.. Αυτή…

Κόμπιασε λίγο.

-Αχ, φώναξε κι η φωνή της ήταν ραγισμένη απ’ την απόγνωση και το μίσος που της απόμεναν. Ας έρθει τώρα. Ας έρθει τώρα η εκδίκηση κι ας μη ξανάρθει ποτέ πια. Ποτέ μου δεν την είχα τόση ανάγκη.

Ο Σπύρος πρόσεξε τη λέξη εκδίκηση. Δεν ζητούσε ευτυχία ή γαλήνη – δεν ζητούσε μόνο το παιδί της – ζητούσε κι εκδίκηση.

Ήταν προνόμιό της εδώ και χρόνια…

Και τότε ήρθε η ιδέα της δικιάς του εκδίκησης, ξεχύθηκε πάλι μέσα του και τον κυρίεψε σαν κάποιο ορμητικό ποτάμι μ’ άγρια και βρώμικα νερά.

-Θα ρίξω ένα ξύλο στη φωτιά, είπε.

Τούχε γυρισμένη την πλάτη κι έψαχνε κάτι στα χαρτιά της. Σηκώθηκε, πήρε το λαχείο και τόριξε στη σόμπα. Από πίσω έριξε ένα κούτσουρο.

-Τι είπες; τον ρώτησε αφηρημένα. Τι είπες;

Γύρισε και τον είδε. Στα μάτια του διάβασε με φρίκη αυτό που κρυβότανε τόσα χρόνια τώρα – και κατάλαβε. Γύρισε τρέμοντας να κοιτάξει στο τραπεζάκι – εκεί που θάπρεπε νάναι το λαχείο, μα δε θα τόβλεπε. Η ματιά της ήτα θολή κι άγρια, γεμάτη απόγνωση.

-Τώρα πια τίποτα δεν της έμεινε, σκέφτηκε ο Σπύρος. Τώρα πια είναι πεθαμένη. Όλη αυτή η ιστορία του λαχείου έμοιαζε με παραμύθι, μα δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σε κάτι θάπρεπε να πιστέψει.

Την έβλεπε τώρα πούχε σωριαστεί στο κρεβάτι κι έκλαιγε με σπαραχτικούς λυγμούς. Δεν ένοιωθε κανένα οίκτο. Το κλάμα της του θύμιζε ένα άλλο κλάμα – τη μέρα του χωρισμού που η μάνα του είχε κλειστεί στην κάμαρά της και δεν άφηνε κανένα να μπει.

Πρέπει να φύγω τώρα, είπε ήσυχα. Βρέχει έξω. Θα πω του πατέρα νάρχεται πιο τακτικά…

Αθήνα, Ιούνιος 1953

Άλλα γεγονότα τέτοια μέρα

1071: Οι Σελτζούκοι Τούρκοι νικούν τον βυζαντινό στρατό στη Μάχη του Μαντζικέρτ κι απέκτησαν τον έλεγχο μεγάλων περιοχών στην Ανατολία.

1789: Για πρώτη φορά τα δικαιώματα του ανθρώπου κατοχυρώνονται νομοθετικά με απόφαση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης.

1920: Οι Αμερικανίδες αποκτούν δικαίωμα ψήφου με την 19η τροποποίηση του Συντάγματος.

1922:Ο Γεώργιος Α. Βλάχος δημοσιεύει στην «Καθημερινή» το άρθρο του Οίκαδε (14 Αυγούστου με το παλιό ημερολόγιο)

1953: Ο Φρέντυ Γερμανός, σε ηλικία 19 χρόνων, κερδίζει τον διαγωνισμό διηγήματος που διοργάνωσε η  εφημερίδα «Βραδυνή».

2001: Ο Νίκος Κακλαμανάκης τερματίζει πρώτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα «Μιστράλ» που γίνεται στη Βάρκιζα.

2009: Για 18 χρόνια αγνοούνταν η Τζέσι Ντάγκαρντ που το 1991 όταν ήταν εννιά χρόνων είχε πέσει θύμα απαγωγής. Το ζευγάρι Φιλιπ και Νάνσι Γκαρίντο συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια.

2015: Δύο Αμερικανοί δημοσιογράφοι που ήταν σε ζωντανή μετάδοση εκτελούνται από συνάδελφό τους στο Ροανόουκ της Βιρτζίνια. Ο δράστης που δύο χρόνια νωρίτερα είχε απολυθεί μετά από καταδίωξη πέντε ωρών αυτοκτόνησε.

Γεννήσεις

1743: Αντουάν Λιρέντ Λεβουαζιέ, Γάλλος χημικός, θεμελιωτής της νεότερης χημείας διατύπωσε την αρχή της αφθαρσίας της ύλης. Πέθανε στη λαιμητόμο το 1794.

1910: Μητέρα Τερέζα, (Ανιέζα Γκόντζε Μπογιατζίου), καθολική μοναχή αλβανικής και ινδικής καταγωγής, ιδρύτρια του τάγματος «Ιεραπόστολοι της Φιλανθρωπίας» με έντονη δραστηριότητα στην Ινδία. Πέθανε το 1997.

1926: Καίτη Λαμπροπούλου, ηθοποιός με έντονη παρουσία στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ήταν σύζυγος του δημοσιογράφου, συγγραφέα και ιστορικού Γεωργίου Ρούσσου. Πέθανε το 2011.

1943: Δάκης, τραγουδιστής. Τον ανακάλυψαν  στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου γεννήθηκε ο Τάκης Μωράκης και η Νάντια Κωνσταντοπούλου. Ήταν ξάδελφο του Ντέμη Ρούσσου. Πέθανε το 2022.

1951: Τάκης (Δημήτρης) Νικολούδης, ποδοσφαιριστής. Αγωνίστηκε σε Ηρακλή, Ολυμπιακό, ΑΕΚ.

1971: Ταλία, Μεξικανή ηθοποιός και τραγουδίστρια.

Θάνατοι

1919: Γεώργιος Σουρής (64 χρ.), σατιρικός ποιητής, εκδότης του «Ρωμιού». Τα κείμενα του που αφορούν την εξουσία παραμένουν – δυστυχώς – επίκαιρα.

1960: Σταυρούλα Γκουβούση (63 χρ.), η πρώτη Ελληνίδα που καταδικάστηκε σε θάνατο για ποινικό αδίκημα. Είχε σκοτώσει την έγκυο νύφη της. Εκτελέστηκε στις εγκαταστάσεις της ΠΥΡΚΑΛ.

1974: Τσαρλς Λίντεμπεργκ (72 χρ.), Αμερικανός πιλότος, ο πρώτος που διέσχισε τον Ατλαντικό. Οπαδός του δόγματος «Πρώτα η Αμερική» ήταν εναντίον της συμμετοχής της χώρας του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν έκρυβε την συμπάθειά του για τους Ναζί και την αντιπάθειά του για τους Εβραίους.

1978: Σαρλ Μπουαγιέ (78 χρ.), Γαλλοαμερικανός ηθοποιός

2006: Επαμεινώνδας Ζαφειροπουλος (73 χρ.), δικηγόρος και πολιτικός

2008: Βάιος Σταθόπουλος (56 χρ.), πολιτικός. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς μέσα στο φουσκωτό του στην Ανάβυσσο.

2015: Στέφανος Μανίκας (63 χρ.) στέλεχος του ΠΑΣΟΚ.

Espresso News app
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ESPRESSO NEWS

Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.