Αγγελική Κονιτοπούλου. «Ένα όνομα μια ολόκληρη ιστορία» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος για τη μεγαλύτερη εν ζωή ερμηνεύτρια του νησιώτικου τραγουδιού, που αυτή τη στιγμή εκπροσωπεί όλο το κονιτοπουλέικο.
Από τον Νίκο Νικόλιζα
Τι να πρωτοπείς για αυτή τη γυναίκα, που για επτά δεκαετίες βρίσκεται μπροστά σε ένα μικρόφωνο και τραγουδάει, με τις ψιλές νότες να φτάνουν στον ουρανό. Σε αυτή την ερμηνεύτρια ανήκουν σε πρώτη εκτέλεση και μερικά από τα πιο γνωστά νησιώτικα τραγούδια, όπως τα «Ντάρι ντάρι», «Μα γιάντα την τραγιάσκα σου», «Έγια μόλα, Έγια λέσα» και τόσες άλλες επιτυχίες που τραγουδιούνται ακόμη και σήμερα. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Αγγελική Κονιτοπούλου έμεινε για πολλά χρόνια δίπλα στον πατέρα της Μιχάλη Κονιτόπουλο, τραγουδώντας σε όλα τα πανηγύρια των Κυκλάδων, και άργησε να βρεθεί στην Αθήνα τής στέρησε τη φήμη που είχαν τα αδέρφια της Γιώργος, Ειρήνη και Βαγγέλης Κονιτόπουλος.
Με αφορμή την επιστροφή της στη δισκογραφία έπειτα από πολλά χρόνια σε ένα παραδοσιακό τραγούδι, σε ντουέτο με την Πίτσα Παπαδοπούλου, η σπουδαία ερμηνεύτρια ανοίγει την καρδιά της στην «Espresso» και θυμάται ιστορίες μιας άλλης εποχής, σε ασπρόμαυρο φόντο. Τότε που όλα ήταν αλλιώς….

Οι Κονιτοπουλαίοι: Βαγγέλης, Αγγελική, Μιχάλης και Στέλλα
Ας ξεκινήσουμε από την καταγωγή σας, λοιπόν…
Εγώ γεννήθηκα στη Νάξο. Από πολύ φτωχή οικογένεια, θα σου έλεγα. Γεννήθηκα στα χρόνια της Κατοχής το ’44. Ο πατέρας δούλευε με το βιολί μαζί με τον Φυρογένη στα Λιβάδια, μέσα σε ένα μιτάτο. Τα Λιβάδια εκείνη την εποχή ήταν τα πλουσιότερα χωριά της Νάξου. Εκεί βγαίνουν οι περίφημες πατάτες Νάξου. Εκείνος έπαιζε βιολί και οι χωρικοί τους έδιναν από τα προϊόντα τους για να μπορέσουν να ζήσουν, καθώς υπήρχε μεγάλη φτώχια. Ήμασταν πέντε παιδιά: η Ειρήνη, ο Γιώργος, ο Κώστας, εγώ και ο Βαγγέλης. Βέβαια, η μάνα μου έκανε έντεκα γέννες, όμως της πέθαιναν τα παιδιά και έτσι αντέξαμε μόνο εμείς!
Πότε αρχίσατε εσείς να τραγουδάτε;
Από πολύ μικρά παιδιά τραγουδούσαμε όλοι μας. Γιατί το μόνο που ακούγαμε νύχτα μέρα ήταν το βιολί του πατέρα μας. Εγώ δε, επειδή έμεινα με τους γονείς μου μέχρι τελευταία, δεν υπήρχε πανηγύρι και χορός που πήγαινε ο πατέρας μου στα νησιά και να μην τον ακολουθώ. Τα άλλα μου αδέρφια είχαν φύγει από πολύ νωρίς για την Αθήνα. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου ήθελε να με μάθει βιολί, όπως έπαιζε και εκείνος. Εγώ άρχιζα να παίζω, όμως ξαφνικά μου λέει: «Αγγέλικω, χρειαζόμαστε τραγούδι. Μια γυναικεία φωνή που να τα λέει». Και έτσι έμαθα να τραγουδάω. Έβαζα το ραδιόφωνο και έτσι μάθαινα να τραγουδάω τα τραγούδια. Όλοι οι λαουτιέρηδες των νησιών είχαν περάσει μέσα από το δικό μας σπίτι!
Υπήρχαν φωνές-πρότυπα για εσάς;
Εγώ λάτρευα τη φωνή της ρεμπέτισσας Ιωάννας Γεωργακοπούλου. Έλεγε κάτι αμανέδες που σου τρυπούσαν την καρδιά. Το ίδιο και η Γιώτα Λύδια, η Ρόζα Εσκενάζυ και η Ρίτα Αμπαζή. Τις έβαζα στο ραδιόφωνο και άρχιζα να μαθαίνω πώς να τραγουδάω.

Η Αγγελική Κονιτοπούλου μαζί με την Πίτσα Παπαδοπούλου στο Άλσος
Στην Αθήνα πότε ήρθατε;
Είχαν έρθει όλα τα αδέρφια μου και μετά ήρθα εγώ. Στην αρχή έμενα μαζί με τον αδερφό μου τον Γιώργο Κονιτόπουλο στην Κυψέλη. Και καμιά φορά ερχόταν και ο πατέρας μου, που δούλευε τότε με την Άννα Σαρρή Καραμπεσίνη. Εμάς, λοιπόν, μας έβαζε και κάναμε χορωδία όταν έπαιζε με την Καραμπεσίνη. Είχαμε φτιάξει ολόκληρο συγκρότημα και άρεσε πολύ στον κόσμο που μας έβλεπε!
Ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που ερμηνεύσατε σε δίσκο;
Ήταν η «Μανταλένα», που τότε το είπαμε και στην ταινία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Τότε το πρωτόπαιξε ο αδερφός μου ο Γιώργος, μετά το πήραν οι Παριανοί και ο σκηνοθέτης της ταινίας όταν το άκουσε, τρελάθηκε. Ζήτησε, λοιπόν, οι Παριανοί να το πουν και στην ταινία σαν χορωδία. Το παράπονό μου είναι ότι ενώ το είχα πρωτοπεί εγώ, εμένα δεν με κάλεσαν να τραγουδήσω στην ταινία και ας το είχα κάνει εγώ επιτυχία.
Σας έβαλαν τρικλοποδιές στην καριέρα σας;
Πολλά εμπόδια, γιατί ήμουν πολύ δυνατή τραγουδίστρια. Δυστυχώς ή ευτυχώς, στην οικογένειά μας σχεδόν όλα τα αδέρφια μου ήταν πολύ δυνατοί τραγουδιστές και ο ανταγωνισμός ήταν λογικό να υπάρχει. Δεν μπορώ να το κρύψω ότι είχαμε, ως αδέρφια, ανταγωνισμό. Δουλεύαμε τότε και σε ένα μαγαζί όλοι μαζί και καθένας ήθελε να δειχτεί περισσότερο. Αλλά ήμασταν αγαπημένοι ως αδέρφια. Να σκεφτείτε ότι σε ένα από τα παιδιά της Ειρήνης, εγώ ήμουν η μαμή που την ξεγέννησα. Η Ειρήνη αναμφισβήτητα ήταν το μεγάλο όνομα τότε, γιατί είχε έρθει στην Αθήνα από πολύ μικρή.

Η μεγαλύτερη επιτυχία σας από όλα τα τραγούδια ποια ήταν;
Είχα κάνει πολλές επιτυχίες. Η «Τραγιάσκα», τα «Ντάρι ντάρι», «Έγια μόλα, Έγια λέσα», «Ωραία που ’ναι την αυγή», «Η ώρα δέκα και μισή» και πολλά ακόμα.
Αναγνωρίστηκε η αξία σας;
Όχι. Το λέω με μεγάλο παράπονο.
Το ντουέτο με την Πίτσα Παπαδοπούλου πώς προέκυψε;
Την Πίτσα τη λάτρευα και τη λατρεύω. Το ντουέτο αυτό προέκυψε από το πρόγραμμα στο Άλσος πέρυσι. Είπαμε, λοιπόν, ότι επειδή από το κονιτοπουλέικο είναι η πιο μεγάλη, να τραγουδήσει με έναν από τους φιλοξενουμένους. Το τραγούδι αυτό το έχει γράψει η Ειρήνη Χάλκου σε μουσική Βασίλη Κλουβάτου και επειδή είναι λαϊκόμορφο και ταίριαζε με μια λαϊκή τραγουδίστρια, αποφασίσαμε να το πούμε μαζί. Σχεδόν όλα τα τραγούδια της Χαλκορήνης τα ’χω πει εγώ. Ας πούμε «Το παράπονο της μάνας» προέκυψε ως εξής: μια φορά μού λέει η μάνα μου «γιάντα να ’μαι μοναχιά μου και να καίγεται η καρδιά μου». Πάρ’ το, Αγγέλικω, και δώσ’ το στη Χαλκορήνη να το κάνει τραγούδι. Μέσα σε μία ώρα το έγραψε και έγινε τεράστια επιτυχία!
Με ποιους άλλους εκτός από το κονιτοπουλέικο συνεργαστήκατε και το θυμάστε με νοσταλγία;
Με πάρα πολλούς. Μετά το «Μουράγιο» που δουλέψαμε ως Κονιτοπουλαίοι, δούλεψα πολύ με τον Βαγγέλη Περπινιάδη, με τον Πάνο Γαβαλά, με τον Αντώνη Βαρδή, την Καίτη Γαρμπή… Σε πολλά σχήματα και με παλιούς και με νέους.
Χρυσό δίσκο πήρατε ποτέ;
Ποτέ, και ας τραγουδάνε ακόμα τα τραγούδια μου! Στον πρώτο δίσκο «Τα νησιώτικα του Πάριου» τραγουδούσα και εγώ. Αυτός είναι και ο πιο εμπορικός δίσκος στην ελληνική δισκογραφία. Εκατομμύρια δίσκοι!
Δυστυχώς, στην Ελλάδα υπάρχει ηλικιακός ρατσισμός

Η μεγάλη ερμηνεύτρια του νησιωτικού μαζί με τον Νίκο Νικόλιζα
Σας στενοχωρεί που τώρα δεν είστε στα φώτα της δημοσιότητας;
Με στενοχωρεί το άδικο και ότι δεν είμαι ενεργή. Γιατί μέσα μου έχω πολλή δύναμη και θέλω να τραγουδάω συνέχεια. Δυστυχώς, στην Ελλάδα υπάρχει ηλικιακός ρατσισμός. Πριν από έναν χρόνο, λοιπόν, αποφάσισα να κάνω μια αίτηση στο υπουργείο Πολιτισμού και στην «Ερατώ» και τους έδωσα όλους τους δίσκους με τις επιτυχίες μου. Γιατί καθένας έπαιρνε τα τραγούδια που είχα πρωτοπεί και έλεγε «είναι δικά μου αυτά». Τα βρήκα όλα ένα προς ένα με τη δική μου φωνή που τα πρωτοτραγούδησα, για να ξέρουν οι επόμενες γενιές ποιος τα πρωτοείπε. Είναι κρίμα κι άδικο να τα λένε ως δικά τους!
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









