Η γνωστή συγγραφέας Λένα Μαντά βρίσκει παρηγοριά στη συγγραφή μετά τη βαριά απώλεια του συζύγου της, που έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 2024. Τα βιβλία έχουν γίνει το καταφύγιό της, ο τρόπος να «χάνεται» και να αντέχει την καθημερινότητα. Η ίδια εξηγεί πως γράφει κάθε μέρα, καθώς αυτό έχει μετατραπεί σε επιτακτική ανάγκη. Μάλιστα, δεν διστάζει να αποκαλύψει ότι όταν δεν υπάρχει έμπνευση και σταματά να γράφει, έρχονται βασανιστικά ερωτήματα που τη συγκλονίζουν.

«Από τότε που “έφυγε ο Γιώργος”, είναι επιτακτική ανάγκη»
Καλεσμένη στην εκπομπή «Νωρίς-Νωρίς», η συγγραφέας εξομολογήθηκε με απόλυτη ειλικρίνεια: «Εγώ γράφω και τα δικά μου τα βιβλία… σαν τον πρεζόνι. Φτιάχνω καφέ και κάθομαι. Το έχω ανάγκη εκείνη την ώρα. Αν δεν έχω κάτι να γράψω, αισθάνομαι ότι εγώ τώρα πού είμαι; Από τότε που “έφυγε ο Γιώργος”, είναι επιτακτική ανάγκη. Αυτό που θα βγει τώρα, η “Ελένη Δαρζέντα”, το ξεκίνησα 16 Αυγούστου. Δύο μήνες ακριβώς μετά που έφυγε».
Πριν ξεκινήσει να δουλεύει το νέο της βιβλίο, που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Μάιο, οι μνήμες από τη ζωή με τον σύζυγό της –ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια– την κατέκλυζαν, οδηγώντας τη συχνά σε δάκρυα.

«Άνοιξα τον υπολογιστή και ξεκίνησα…»
Η ίδια περιγράφει τη στιγμή που αποφάσισε να κάνει την αρχή: «Καθόμουν στο μπαλκόνι, έκλαιγα, όπως πάντα και ξαφνικά λέω “κάτι πρέπει να κάνεις”. Δεν το έβλεπα, δεν πήγαινα καλά. Άνοιξα τον υπολογιστή, βρήκα κάποιες σημειώσεις παλιές και ξεκίνησα. Όσο έγραφα, ήμουν χαμένη στον κόσμο της Δαρζέντα, δεν καταλάβαινα τίποτα. Με το που έκλεινα τον υπολογιστή, ορμούσαν οι μνήμες, έλλειψη, απουσία, κλάμα».
Το απρόβλεπτο ξέσπασμα και η συγκινητική ανάμνηση
Παρά το γεγονός ότι ο χρόνος περνά, η θλίψη δεν φεύγει εύκολα. Όπως λέει: «Σίγουρα δεν κλαίω κάθε μέρα. Δεν κλαις όλη μέρα, αλλιώς δεν μπορείς, αλλά δεν ξέρεις τι θα πυροδοτήσει το κλάμα. Εγώ πέρασα ένα σαββατοκύριακο κλαίγοντας όταν πέθανε η Μαρινέλλα. Με τον Γιώργο μιλάγαμε με τραγούδια από την αρχή της σχέσης μας. Μου είχε γράψει μια κασέτα με τραγούδια, ήθελε να δει τι κουβαλάω εγώ».
