Η τραγική Νατέλα ανοίγει την καρδιά της στη Μαρία Μεϊμάρη και εξομολογείται όλα όσα νιώθει για εκείνους που της στέρησαν τον γιο της.
Από τη Μαρία Μεϊμάρη
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος για έναν γονιό από το να χάσει το παιδί του από τα χέρια στυγνών δολοφόνων. Εκτός αν ο ίδιος γονιός, που κάποιοι του στέρησαν βίαια και άδικα το σπλάχνο του, δεν μπορέσει ποτέ να το οδηγήσει στην τελευταία κατοικία του και να το επισκέπτεται, όπως έχει κάθε δικαίωμα, ανάβοντας ένα κεράκι στο μνήμα του.
Είκοσι χρόνια μετά την εξαφάνιση και τη δολοφονία του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι, που συγκλόνισε το πανελλήνιο, το ερώτημα τι απέγινε το άψυχο σώμα του μικρού παιδιού με καταγωγή από τη Γεωργία εξακολουθεί να στοιχειώνει τη μητέρα του, Νατέλα Ιτσουαΐτζε, η οποία ελπίζει ότι ακόμα και την ύστατη στιγμή θα βρεθεί έστω ένα ίχνος από τα λείψανα του γιου της!
Στο τέλος της «Ιλιάδας», σε μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές του ομηρικού έπους, ο βασιλιάς Πρίαμος πηγαίνει μέσα στη νύχτα στο στρατόπεδο των Αχαιών και ικετεύει γονυπετής τον Αχιλλέα να του δώσει τον νεκρό γιο του, Έκτορα, προκειμένου να τον θάψει με όλες τις πρέπουσες τιμές. Μπροστά στην τόση γενναιότητα του συντετριμμένου πατέρα ακόμα και ο ίδιος ο βασιλιάς των ατρόμητων Μυρμιδόνων συγκινείται βαθιά από την παράκληση και του το παραδίδει.

Στις 3 Φεβρουαρίου συμπληρώνονται ακριβώς 20 χρόνια από την εξαφάνιση του 11χρονου Άλεξ, ο οποίος έφυγε από το σπίτι όπου ζούσε με τη μητέρα του και τον πατριό του, στη Βέροια, και δεν επέστρεψε ποτέ. Όμως, οι φονιάδες του παιδιού, κυνικά, ψυχρά και απάνθρωπα, εξακολουθούν να κρατούν τα στόματά τους κλειστά και δεν έχουν αποκαλύψει σε κανέναν πού εξαφάνισαν το πτώμα του.
Πριν από δύο χρόνια, μάλιστα, απεβίωσε ο παππούς των δύο Ελληνόπουλων της «αγέλης» των νταήδων, ο οποίος βοήθησε να σβηστεί κάθε ίχνος του Άλεξ, και οι ελπίδες να βρεθεί το σημείο που έγινε ο «τάφος» του 11χρονου αγοριού έχουν αρχίσει πλέον να εξανεμίζονται. Παρ’ όλα αυτά, η Νατέλα συνεχίζει να ελπίζει ότι μια μέρα θα μάθει πού βρίσκεται ο πολυαγαπημένος γιος της!
Τα «γιατί;»
«Βλέπω πολλές αδικίες που φέρνει η ζωή, αλλά αυτό ήταν κάτι τρομερό και προσπαθώ να βρω κάποια δικαιολογία! Δεν μπορώ να καταλάβω… Ακόμα και τώρα, όταν με ρωτάνε άνθρωποι που συναντώ “μάθατε κάτι;” αγανακτώ και τους απαντάω “γιατί ρωτάτε εμένα; Γιατί δεν πάτε σε αυτούς και να ρωτήσετε μήπως απαντήσουν σε εσάς;”.
Αν και δεν υπάρχει κάτι χειροπιαστό και η κατάσταση είναι πλέον στάσιμη, ίσως στο μέλλον μάθουμε. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που πρέπει να συνεχίζουμε να ελπίζουμε. Εγώ δεν μπορώ πλέον να κάνω κάτι, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περιμένω! Γιατί ποτέ δεν ξέρεις ποια λεπτομέρεια μπορεί να έρθει αύριο…
Είμαστε πάντα κολλημένοι σε κατάσταση απόγνωσης και πένθους, ελπίζοντας ότι κάποτε θα μάθουμε κάτι. Είμαστε σε μια κατάσταση ατέρμονης αναμονής!» λέει, συγκινημένη, στην «Espresso».

Αν ζούσε ο Άλεξ θα ήταν σήμερα 31 χρόνων. Έχοντας από μικρός κλίση στη μουσική, ίσως δίδασκε, όπως η μητέρα του, σε κάποιο ωδείο. Θα μπορούσε ακόμα και να έχει δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, ενσταλάζοντας στα παιδιά του αξίες συμπόνιας και συμπάθειας και μαθαίνοντάς τα ότι ο κάθε άνθρωπος, όσο διαφορετικός κι αν είναι, αξίζει τον σεβασμό τους!
Όλα αυτά, όμως, θα μείνουν υποθέσεις, καθώς κάποιοι έκοψαν βάναυσα το νήμα της ζωής του, αφήνοντας ανεκπλήρωτα τα όνειρά του. Και η Νατέλα δεν μπορεί παρά να υποθέτει, καθώς στερήθηκε για πάντα το δικαίωμα να δει το παιδί της να προοδεύει και να «ανθίζει»…
«Σαν εκπαιδευτικός βλέπω ότι δεν μπορείς να προγραμματίζεις τι μπορεί να γίνει μετά και δεν μπορώ να γνωρίζω πώς θα ήταν τώρα ο Άλεξ. Ήταν το δικό μου παιδί. Εγώ θα προσπαθούσα να κάνω ό,τι καλύτερο γι’ αυτόν. Δεν μας δόθηκε αυτή η ευκαιρία…» λέει και η φωνή της «σπάει» όταν αναφέρεται στους συμμαθητές του γιου της, οι οποίοι είναι πλέον άνδρες και έχουν προχωρήσει τις ζωές τους!
«Αυτό που με πειράζει πάντα είναι όταν συναντάω τους συμμαθητές του. Ο καημένος ο Άλεξ τι έκανε; Ποιον ενοχλούσε; Γιατί μας το έκαναν αυτό;» αναρωτιέται και ξεσπάει σε κλάματα αναλογιζόμενη, προφανώς, πώς θα ήταν σήμερα και το δικό της παιδί.
«Όσο ζω θα υπάρχει μέσα μου! Είμαστε σαν άδεια κελύφη… Εμείς δεν έχουμε μέλλον. Όσοι χάνουν άδικα τους δικούς τους ανθρώπους δεν ησυχάζουν. Μαθαίνουν να ζουν, αλλά δεν ξεχνούν. Ούτε ξεχάσαμε ούτε συγχωρήσαμε!» καταλήγει η τραγική μητέρα-σύμβολο δύναμης και αξιοπρέπειας, η οποία παλεύει όλα αυτά τα χρόνια με κάθε ικμάδα ψυχικής δύναμης να λάβει τις απαντήσεις που ζητά.

Ο ιδιωτικός ερευνητής Γιώργος Τσούκαλης ασχολήθηκε από την πρώτη στιγμή με την εξαφάνιση του 11χρονου αγοριού.
«Δεν συνάντησα ποτέ τον Άλεξ, αλλά τον γνώρισα πολύ καλά από την έρευνα και από τις πληροφορίες που πήρα. Ήταν ένα λαμπερό, ξεχωριστό παιδί που πυροδότησε τον φθόνο κάποιων άλλων παιδιών. Δυστυχώς, κάθε φορά που συναντάω τη Νατέλα και τον σύζυγό της Δημήτρη στη Βέροια έχουν αυτόν τον καημό. Σε ό,τι αφορά τη Νατέλα, δίδαξε ήθος και αξιοπρέπεια σε όλη την Ελλάδα» τονίζει.
Εν συνεχεία ανασύρει από τη μνήμη του διάφορα περιστατικά από τις έρευνες, τα οποία θα θυμάται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ένα εξ αυτών ήταν όταν μεσολάβησε για τη συνάντηση της Νατέλας με τη μητέρα του Βορειοηπειρώτη, που έσπασε την «ομερτά», η οποία έγινε παρουσία του πατριού του Άλεξ και ενός προσωπικού του συνεργάτη.
«Σε εκείνη τη συνάντηση η μητέρα του Βορειοηπειρώτη απαντούσε στις ερωτήσεις που της έκανα και περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια το περιστατικό στα σκαλιά του δημαρχείου και πώς έβαλαν τρικλοποδιά στον Άλεξ, με συνέπεια να χτυπήσει στο κεφάλι.
Όταν έφτασε στο σημείο που είπε ότι ο γιος της σκούπισε με μια χαρτοπετσέτα από σουβλάκι το αίμα από το κεφάλι του Άλεξ, η Νατέλα βγήκε από το γραφείο όπου βρισκόμασταν κλαίγοντας με λυγμούς. Η κυρία Ελένη συνέχισε να λέει ό,τι της είχε εξιστορήσει ο γιος της σαν να είχε την ανάγκη να βγάλει από πάνω της όσα γνώριζε!» θυμάται ο γνωστός ιδιωτικός ερευνητής, συναισθηματικά φορτισμένος και ο ίδιος.

Το τηλεφώνημα
Άλλο περιστατικό που έχει μείνει επίσης ανεξίτηλο στη μνήμη του είχε συμβεί μεσάνυχτα, ενόσω επέστρεφε στην Αθήνα από τη Βέροια.
«Στο ύψος των Τεμπών δέχτηκα τηλεφώνημα από τη μητέρα του Βορειοηπειρώτη, η οποία μου ζήτησε να επιστρέψω επειδή ο γιος της είχε κάνει σχεδιάγραμμα για το πού άφησαν τη σορό με το καροτσάκι. Φυσικά, δεν είχα άλλη επιλογή από το να επιστρέψω στη Βέροια, όπου ενημέρωσα τη Νατέλα, τον αείμνηστο δικηγόρο της Πυθαγόρα Ιερόπουλο και τον αστυνομικό διευθυντή» περιγράφει.
Και προσθέτει: «Στη συνέχεια πήγαμε στο σημείο που μας υπέδειξε η μητέρα του μικρού Αλέξανδρου, όμως δεν βρήκαμε το παραμικρό. Ωστόσο, επέμεναν ότι εκεί άφησαν οι ανήλικοι τη σορό. Κατά την άποψή μου, είτε την παρέσυρε το ποτάμι είτε τη μετέφερε κάποιος στη χωματερή, όπου μία από εκείνες τις ημέρες είχε ξεσπάσει φωτιά.
Αποκλείεται η φωτιά να προκλήθηκε από αυτοανάφλεξη από κάποιο σπασμένο μπουκάλι, καθώς εκείνη την περίοδο είχε χιόνι και παγωνιά».
Χαραγμένη στη μνήμη του κ. Τσούκαλη θα μείνει, τέλος, η κυνικότητα των παιδιών, που θα τη «ζήλευαν» ακόμα και σκληροί ποινικοί!
«Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που ήρθα σε επαφή με τον νεαρό Αλβανό και τον ρώτησα πώς χτύπησαν τον Άλεξ, και ειδικά εκείνος, που είναι κοντός. Τότε, εκείνος μου απάντησε κυνικά “γιατί; Δεν σου μετράω;”» καταλήγει.
