Κραυγή απόγνωσης από το θεατρικό παιδί του Βαγγέλη Λιβαδά, Μάνο Καραβασίλη, για να μη βρεθούν ξανά στον δρόμο εκείνος και η σύζυγός του, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα!
- Από τον Νίκο Νικόλιζα
Ο ηθοποιός και θεατρικός συγγραφέας, που τα τελευταία χρόνια κρατούσε το δράμα του με νύχια και με δόντια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, δεν κατάφερε να το κρατήσει άλλο κρυμμένο, με την «Espresso» να γίνεται η φωνή της απόγνωσής του! Ο ίδιος λύγισε, καθώς ο φόβος της αβεβαιότητας να μπορέσει να έχει κάπου για να κοιμηθεί τον σκοτώνει.
Η τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο 45χρονος ηθοποιός δεν απέχει πολύ από τις δραματικές στιγμές τις οποίες είχε ζήσει ο συνάδελφός του Γιώργος Λαμπάτος, ο οποίος πριν από δύο χρόνια, μέσα από το αποκλειστικό πρωτοσέλιδο της «Espresso», είχε μιλήσει για την τραγική ζωή του σε ένα μουχλιασμένο υπόγειο στο κέντρο της Αθήνας.
Εκτοτε, ένα κύμα συμπαράστασης από όλη την Ελλάδα καθώς και μόνιμη συνεργασία με τον Μάρκο Σεφερλή έκαναν τη ζωή του ηθοποιού να αλλάξει! Πριν από λίγες ημέρες ο Μάνος Καραβασίλης, φτάνοντας στο ύστατο σημείο της οικονομικής ανέχειας, μέσα από τα social media ζήτησε βοήθεια από τους διαδικτυακούς του φίλους, προκειμένου να μη βρεθεί να κοιμάται ξανά στα παγκάκια.
«Εχουμε κοιμηθεί και σε παγκάκι. Υπήρχαν μέρες που δεν φάγαμε τίποτα. Τρώγαμε ένα κουλούρι και νερό για να κοροϊδέψουμε την πείνα μας. Οι δυνάμεις των φίλων που μπορούσαν να μας βοηθήσουν τέλειωσαν. Τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς. Ομως, χρειάζομαι μια δουλειά για να ζήσω αξιοπρεπώς εγώ, η σύζυγός μου και το τετράποδο “παιδί” μας ή ένα μικρό διαμέρισμα για να μπορέσω να ξεκινήσω και πάλι να ζω όπως όλοι οι άνθρωποι» λέει στην «Espresso» με σκυμμένο το κεφάλι καθώς διηγείται τη δραματική ιστορία του.
«Πηγαίνω από δωμάτιο ξενοδοχείου σε δωμάτιο άλλου ξενοδοχείου, με τον φόβο μήπως η επόμενη ημέρα με βρει στον δρόμο. Πριν από λίγες ημέρες η Αννα Φόνσου, που πληροφορήθηκε το πρόβλημά μας, ενεργοποιήθηκε αμέσως, ώστε να μπορούμε να έχουμε τουλάχιστον ένα πιάτο φαΐ. Δυστυχώς “Το Σπίτι του Ηθοποιού” είναι γεμάτο για να μπορέσει να μας φιλοξενήσει. Ενδιαφέρθηκε και το ΤΑΣΕΗ. Δεν υπάρχουν λόγια για αυτούς τους ανθρώπους» λέει στην «Espresso» έξω από το θέατρο Αλφα, στο κέντρο της Αθήνας, εκεί όπου δώσαμε ραντεβού, σκουπίζοντας τα γεμάτα δάκρυα μάτια του.

Στο πρόσωπό του φαίνεται φανερά η αγωνία που υπάρχει για το αύριο. Κάτω από τα μάτια του, μαύροι κύκλοι. «Ξέρεις τι είναι να ξυπνάς και να αναρωτιέσαι με τη σύζυγό σου “αν θα έρθει το μεσημέρι τι θα φάμε;”. Και όταν έρχεται το μεσημέρι να αναρωτιέσαι “και το βράδυ τι θα φάμε;”» λέει γεμάτος πικρία για όσα βιώνει τα τελευταία χρόνια. Και μπορεί μέχρι και πέρυσι να παίζονταν θεατρικά έργα του σε κεντρικές σκηνές, όμως πίσω από το όνομά του, που βρισκόταν στις μαρκίζες, κρυβόταν καλά ένα μεγάλο δράμα, αυτό της οικονομικής ανέχειας. Ο ίδιος, ωστόσο, φτάνοντας στο τελευταίο σκαλί της αξιοπρέπειάς του δεν άντεξε και αποφάσισε να μιλήσει δημοσίως.

Οταν το 2007, νεαρός ακόμα, ζήτησε από τον μεγάλο θεατρικό παραγωγό Βαγγέλη Λιβαδά δουλειά στο θέατρο, εκείνος του άνοιξε τις πόρτες του θεάτρου Βέμπο και απλώς του είπε «προχώρα. Εγώ απλά σου δίνω το βήμα». Εκτοτε κατάφερε, τελειώνοντας δύο δραματικές σχολές, να παίξει σε αρκετές θεατρικές παραγωγές. «Επαιξα. Ομως τα χρήματα που παίρνεις στο θέατρο δεν φτάνουν ούτε για τα προσωπικά σου καθημερινά έξοδα. Είναι τόσο λίγα, που απλά αδυνατείς να ζήσεις» μας αναφέρει, μαζί με το γεγονός ότι έχει στείλει μέχρι σήμερα πλήθος θεατρικών έργων στο Εθνικό Θέατρο χωρίς καμία ανταπόκριση. Τον ρωτάμε για την οικογένειά του και για το πατρικό του σπίτι και γιατί δεν το χρησιμοποιεί. Βουρκώνει. «Είναι μια πικρή ιστορία γεμάτη πόνο. Ο αδερφός μου μένει εκεί, με τεράστια ψυχολογικά προβλήματα. Δεν θέλει να δει κανέναν.
Σε ένα σπίτι τρώγλη που δεν μπορεί να ζήσει άνθρωπος. Παντού σκουπίδια και ακαθαρσίες. Από όταν πέθανε, τον Νοέμβριο, ο πατέρας μου, αφέθηκε εντελώς. Δεν δέχεται κανέναν και καμιά βοήθεια. Εχει μείνει μόλις 55 κιλά. Κάποιοι συγγενείς τού πηγαίνουν ένα πιάτο φαΐ, το αφήνουν στην πόρτα και φεύγουν. Αν ακούει κάποιος αρμόδιος, ας βοηθήσει αυτό το παλικάρι, γιατί φοβάμαι για τη ζωή του» μας λέει με πίκρα και πόνο. Στο καφέ όπου καθόμαστε, στη στοά του θεάτρου Αλφα, τον ρωτάμε τι θα παραγγείλει. Κοκκινίζει. «Σας ζητάω συγγνώμη, αλλά δεν θέλω να πιω κάτι. Δεν θα μπορώ να το πληρώσω» μας λέει και σκύβει το πρόσωπό του από ντροπή. Του απαντάμε ότι θα τα πληρώσουμε εμείς. Παραγγέλνει έναν φραπέ γλυκό και με σιγανή φωνή λέει «ευχαριστώ». Ντρέπεται. Το ίδιο και εμείς για την κοινωνία που ζούμε.

Του θυμίζουμε την περίπτωση του συναδέλφου του Γιώργου Λαμπάτου, ο οποίος μέσα από την «Espresso» είχε αναδείξει το πρόβλημά του, καθώς και τη μόνιμη συνεργασία που έχει πλέον με τον Μάρκο Σεφερλή. Συγκινείται. «Μακάρι να υπήρχε και για μένα ένα χέρι βοηθείας σαν αυτό του Μάρκου Σεφερλή, ώστε να έβρισκα μια δουλειά και να μην είχα το άγχος αν θα με πετάξουν στον δρόμο την επόμενη ημέρα. Μακάρι να με άκουγε ο Μάρκος ή να έβλεπε τα κείμενά μου. Ακόμα και να καθάριζα το θέατρό του, για μένα θα ήταν ευλογία. Ζητάω μια δουλειά για να ζήσω. Μια στέγη για να κουρνιάσω, όχι ελεημοσύνη» λέει με δακρυσμένα μάτια. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που ο 45χρονος ηθοποιός με κόμπο στον λαιμό προσπαθεί να αρθρώσει κάποιες λέξεις.
Από συγκίνηση, από ντροπή, από πόνο. «Δεν ξέρω αν μέσα από αυτήν τη συνέντευξη θα μπορέσει κάποιος να με βοηθήσει. Λατρεύω το επάγγελμα του ηθοποιού. Πολλοί θα μου πουν να κάνω άλλη δουλειά. Μπορώ να το κάνω και αυτό, γιατί δεν φοβάμαι τη δουλειά. Αλλά γιατί να μην μπορεί κάποιος να ασκήσει το επάγγελμα που θέλει;

Γιατί εμείς οι ηθοποιοί και οι καλλιτέχνες να βιώνουμε τον επαγγελματικό εξαναγκασμό να αλλάξουμε αυτό που αγαπάμε; Πριν με καταδικάσει κάποιος, ας σκεφτεί αν θα το έκανε στον ίδιο τον εαυτό του. Ναι, θα κάνω τα πάντα από εργασίες για να ζήσουμε εγώ και η σύζυγός μου, γιατί δεν θέλω να πεθάνω στον δρόμο. Ούτε σκέφτηκα ποτέ να αυτοκτονήσω. Θα το παλέψω μέχρι τέλους» μας λέει και μας αποχαιρετά!
