Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

COVER STORY

Πρώτο τραπέζι… πανηγύρι! Δύο θρυλικές μορφές μιλάνε στην «Espresso»

26/07/2026 - 09:30 | | 7 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Το καλοκαίρι είναι, αναμφισβήτητα, η εποχή των πανηγυριών. Τα τελευταία χρόνια οι Ελληνες, αναζητώντας έναν αυθεντικό τρόπο διασκέδασης, όλο και περισσότερο στρέφονται στα παραδοσιακά πανηγύρια. Είναι, άλλωστε, ένας τρόπος διασκέδασης με τον οποίο μεγάλωσαν γενιές και γενιές.

Από τον Νίκο Νικόλιζα

Η «Espresso», θέλοντας να θυμίσει στις νεότερες γενιές ότι τα πανηγύρια μεγαλούργησαν τις δεκαετίες μετά τον Πόλεμο του ’40, στράφηκε σε δύο από τα μεγαλύτερα εν ζωή ονόματα του λαϊκοδημοτικού τραγουδιού, τα οποία πάνω από έξι δεκαετίες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των πανηγυριών: τη θρυλική πλέον Σοφία Κολλητήρη και τον ανεπανάληπτο Κώστα Σκαφίδα.

Εχοντας και οι δύο «οργώσει» την Ελλάδα και το εξωτερικό από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη, οι δύο ανεπανάληπτοι καλλιτέχνες, τα ονόματα των οποίων και η φήμη αγγίζουν τα όρια του μύθου, μιλούν για τη δική τους εποχή αλλά και πώς οι ίδιοι βίωσαν τα πανηγύρια. Εχοντας, μάλιστα, αποφασίσει να μη συνεχίσουν το τραγούδι, δίνοντας τη σκυτάλη στους νέους τραγουδιστές, μιλούν για τις δικές τους εμπειρίες ζωής!

Η «βασίλισσα του δημοτικού» Σοφία Κολλητήρη περίπου για μισό αιώνα «όργωσε» όλη την Ελλάδα

Τη Σοφία Κολλητήρη ο ίδιος ο Στέλιος Καζαντζίδης την είχε ονομάσει «θηλυκό Καζαντζίδη». Και αυτό γιατί οι λαρυγγισμοί της είχαν τέτοια ένταση, που καμιά άλλη τραγουδίστρια εκείνης της εποχής δεν μπορούσε να καταφέρει.

Αρχισε τη μουσική της πορεία τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50 δίπλα σε ιερά τέρατα, όπως ήταν ο Γιώργος Παπασιδέρης, ο Κώστας Ρούκουνας, ο Μήτσος Αραπάκης και ο Γιώργος Κόρος και κατάφερε από την πρώτη στιγμή να γίνει η «βασίλισσα του δημοτικού τραγουδιού». Μυθική έχει μείνει η φράση που έλεγε ο κόσμος τότε: «Πάμε στην Κολλητήρη, να γλεντήσουμε μέχρι το πρωί». Η ίδια πλέον έχει «κατεβάσει ρολά» και από το χωριό της στη Λαμία μας μιλάει για τις μοναδικές εποχές που έζησε!

«Εζησα τα πανηγύρια στον μέγιστο βαθμό που θα μπορούσε να τα ζήσει ένας καλλιτέχνις. Είχα την τύχη και την τιμή να συνεργαστώ με όλα τα κορυφαία ονόματα: από τον Μήτσο Αραπάκη, τον Παπασιδέρη, τον Κόρο έως τους νεότερους. Τα σημερινά πανηγύρια δεν έχουν καμιά σχέση με τότε. Ωστόσο, όπως τότε, έτσι και τώρα επιτελούν έργο! Τότε το πανηγύρι στηνόταν προς τιμήν ενός αγίου ή αγίας σε ένα χωριό.

Δεν το έκαναν όπως σήμερα, σε στιλ συνεστίασης και συναυλίας. Εκαναν μια αυτοσχέδια εξέδρα και μετά έβαζαν καρέκλες ή καφάσια από μπίρες, που έφταναν στην άλλη μεριά του χωριού. Θυμάμαι στο Ξηρόμερο ή στην Εύβοια, αν ήταν σπαρμένα τα χωράφια, τα όργωναν και έβαζαν καρέκλες για το πανηγύρι. Μιλάμε για 4.000 και 5.000 καρέκλες. Επίσης, εκείνη την εποχή υπήρχε σειρά για το ποιος θα χορέψει. Πολλές φορές η κάθε παρέα δεν προλάβαινε να χορέψει και έπρεπε το πανηγύρι να συνεχίσει και την επόμενη.

Σήμερα είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ωστόσο είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι ο κόσμος διασκεδάζει σε τέτοιες αυτοσχέδιες συνεστιάσεις. Γιατί αυτό δείχνει ότι ο κόσμος επιθυμεί να παρευρεθεί και να επικοινωνήσει με τον συμπολίτη του. Επίσης, σε ένα χωριό στην Ηλεία, τον Σώστη, έκαναν ένα τεράστιο πανηγύρι με όλες τις μεγάλες φίρμες του λαϊκού τραγουδιού.

Από τη Γλυκερία και τη Βιτάλη έως τον Χριστοδουλόπουλο έφερναν κάθε χρόνο. Ομως, πάντα καλούσαν κι εμένα, γιατί τους το ζητούσε ο κόσμος. Ηθελαν να ακούσουν το γνήσιο δημοτικό, όπως τον “Σελήμπεη”, “Τα δώδεκα ευζωνάκια” και πάει λέγοντας. Τα θυμάμαι με πολλή αγάπη όλα αυτά και τους ευχαριστώ όλους τους Ελληνες που με αγάπησαν σαν οικογένειά τους. Είμαι χορτασμένη από όλα. Δεν μου λείπει τίποτα.

Με ευχαριστεί ότι νέοι τραγουδιστές έχουν μπει στα πανηγύρια και αναμειγνύουν τα παλιά με τα νέα τραγούδια. Εγώ δεν σας κρύβω ότι αποφάσισα να αποχαιρετήσω το επάγγελμα σταδιακά. Και τι εννοώ; Μου ήρθε πιο εύκολα το γεγονός να απορρίπτω λίγες λίγες τις προτάσεις. Επειτα ήρθε ο θάνατος του συζύγου μου, οπότε τρία και πλέον χρόνια ήμουνα απούσα από όλα, και έτσι σταμάτησα. “Κλείδωσα το σχολείο, κατέβασα ρολά”, που λένε! Δεν είναι εύκολο να σταματήσεις το τραγούδι έπειτα από μισό και πλέον αιώνα.

Εύχομαι στον κόσμο να είναι χαρούμενοι και να γλεντάνε. Παρακαλώ πολύ τους νέους συναδέλφους μου να μην παρατήσουν το γνήσιο δημοτικό τραγούδι. Να λένε τα δικά τους σουξέ, αλλά να θυμίζουν στον κόσμο κι όλες αυτές τις παλιές επιτυχίες, που εμείς τραγουδήσαμε εκείνα τα χρόνια!»

Ο θρυλικός Κώστας Σκαφίδας θυμάται τις τεράστιες μορφές με τις οποίες συνεργάστηκε και τον διαφορετικό τρόπο διασκέδασης

Ο Κώστας Σκαφίδας ευτύχησε να αρχίσει την καριέρα του όταν ήταν μόλις 11 ετών. Κοντά στα χρόνια του Εμφυλίου, μεταξύ του 1946 και 1947. Μιλάμε, δηλαδή, για περισσότερες από εφτά δεκαετίες στο λαϊκοδημοτικό τραγούδι.

Τι εμπειρία και τι ιστορίες έχει! Μάλιστα, τραγούδησε στο πλευρό του τεράστιου Γιώργου Μεϊντανά, μαθήτευσε δίπλα στον Γιώργο Παπασιδέρη, στον Γιώργο Κόρο και σε τόσους άλλους τεράστιους καλλιτέχνες. Για την ιστορία, να πούμε ότι ο Γιώργος Μεϊντανάς ήταν ο μοναδικός τραγουδιστής που δεν χρειαζόταν μικρόφωνο. Η φωνή του διαπερνούσε ακόμα και τα τζάμια των νυχτερινών κέντρων.

«Καταρχήν, θα σου ξεκινήσω λέγοντας ότι δούλεψα με τους μεγαλύτερους τραγουδιστές της Ελλάδας: Αραπάκη, Ρούκουνα, Χαλκιά, Μεϊντανά, Ζάχο, Παπασιδέρη. Πήρα μαθήματα απ’ όλους αυτούς. Σκέψου ότι το 1952 είχα ήδη γίνει φίρμα στο ραδιόφωνο. Τραγουδάω από το 1946. Αρα, έζησα για τα καλά και τα πανηγύρια και τα κέντρα.

Βέβαια, μου έβαλαν και τρικλοποδιές σε όλη αυτήν την διαδρομή. Ας πούμε, κάποτε στην Columbia είχαν κάνει τη δική τους κλίκα ο Παπασιδέρης, ο Περιστέρης και ο Ζάχος. Και δεν με άφηναν να τραγουδήσω. Ομως, ο μεγάλος Κοκοντίνης με πήγε στον Λαμπρόπουλο και του είπε: “Αυτόν τον δίσκο θα τον κάνει ο Σκαφίδας. Αν δεν τον κάνει, εγώ φεύγω από την εταιρία”. Ετσι με επέβαλε κι έκανα όλες τις μεγάλες επιτυχίες.

Τα πανηγύρια, λοιπόν, εκείνης της εποχής δεν έχουν καμιά σχέση με το σήμερα. Σήμερα, δυστυχώς, δεν ακούς τραγούδια. Ακους μια… βοή και τίποτε άλλο. Το χειροκρότημα δεν θα έλεγα ότι μου έλειψε ποτέ και ούτε το επεδίωξα. Ομως, λάτρευα τους μορφασμούς που έκανε ο κόσμος όταν με άκουγε. Τους έβλεπα στα μάτια και καταλάβαινα τα πάντα.

Καψουρευόταν ο κόσμος και αυτό μού έδινε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση για να τραγουδήσω πιο καλά. Οπου κι αν πήγα σε όλη την Ελλάδα, όλα τα πανηγύρια ήταν για μένα χαρά θεού. Ανυπομονούσα να ανέβω στην πίστα και να τραγουδήσω. Εύβοια, Πάτρα, Αγρίνιο, όλοι οι άνθρωποι τότε γλεντούσαν με την ψυχή τους. Φυσικά, στα πανηγύρια της Αττικοβοιωτίας ο κόσμος γλεντούσε πιο έντονα. Το ένιωθε το συναίσθημα.

Δεν υπερβάλλω να πω ότι δοξάζω τον Θεό που σταμάτησα αυτήν τη δουλειά. Ο κόσμος τώρα δεν ακούει τα τραγούδια και δεν συναισθάνεται. Εγώ δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω τώρα, σε αυτήν την εποχή, κι έτσι όπως έγιναν τα πράγματα. Επίσης, τότε υπήρχε μια σειρά για να χορέψει ο κόσμος.

Τώρα πατιούνται πάνω στην πίστα. Τότε το κάθε τραπέζι είχε ένα μπουκάλι ουίσκι ή κρασί. Τώρα έχουν δύο μπίρες για όλο το τραπέζι. Τα πανηγύρια τότε ήταν πιο ανθρώπινα και πιο σεβάσμια. Τώρα, δυστυχώς, πηγαίνουν περισσότερο για τον χαβαλέ. Καταρχάς, τότε η ορχήστρα ξεκινούσε με σόλα, ο κόσμος άκουγε και γνώριζε τους μουσικούς. Μετά οι τραγουδιστές λέγανε κάποια κλέφτικα του τραπεζιού και μετά ο κόσμος ξεκινούσε τον χορό. Ετσι μας έμαθαν όλους εμάς.

Τώρα δεν προλαβαίνει ο τραγουδιστής να πιάσει το μικρόφωνο και βρίσκονται όλοι στην πίστα. Ωστόσο, δεν έχω παράπονο από τον κόσμο. Οπου κι αν με δουν, με αντιμετωπίζουν με πολύ σεβασμό. Γιατί πρώτα με αγάπησαν ως άνθρωπο και μετά ως καλλιτέχνη. Εγώ γινόμουν ένα με τις παρέες, φίλος τους και οικογένειά τους».