Καταιγιστικές είναι πλέον οι εξελίξεις στο σκοτεινό θρίλερ της δολοφονίας της 38χρονης Σκωτσέζας Elizabeth Jane Ross, η οποία στις 18 Ιουλίου βρέθηκε νεκρή μέσα σε ταξιδιωτική βαλίτσα, σε εγκαταλελειμμένο κτίριο, στην Κυψέλη. Οι διωκτικές Αρχές έχουν επιδοθεί σε αγώνα δρόμου για τον εντοπισμό του αδίστακτου δολοφόνου και, όπως όλα δείχνουν, βρίσκονται πολύ κοντά στην ταυτοποίησή του. Και αυτό διότι τα «μεταθανάτια» μηνύματα που φέρεται ότι έστελνε η 38χρονη στα συγγενικά της πρόσωπα από το κινητό της, καθώς και το ψηφιακό στίγμα της συμπληρώνουν τα κομμάτια του ανατριχιαστικού παζλ που «ξεκλειδώνει» το μυστικό της βαλίτσας και «καίει» τον δράστη, ο οποίος μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κυκλοφορεί ελεύθερος στους δρόμους της πρωτεύουσας.

Η σορός της άτυχης γυναίκας βρέθηκε κλεισμένη μέσα σε μια ταξιδιωτική βαλίτσα, σε ένα μισογκρεμισμένο, εγκαταλελειμμένο κτίριο στην καρδιά της Κυψέλης. Οι Αρχές στρέφουν τώρα όλη την προσοχή τους σε συγκεκριμένα στοιχεία-φωτιά, τα οποία θεωρείται βέβαιο ότι θα δείξουν την ταυτότητα του ανθρώπου που της στέρησε τη ζωή. Το πρώτο είναι η μαρτυρία του άστεγου που εντόπισε μέσα στη σκόνη και στα μπάζα μια μεγάλη ταξιδιωτική βαλίτσα με τη σορό της άτυχης τουρίστριας. Οταν την άνοιξε, πάγωσε. Στο εσωτερικό της βρισκόταν το άψυχο σώμα της 38χρονης. Η κατάθεση του συγκεκριμένου ανθρώπου θεωρείται κομβικής σημασίας για την πορεία των ερευνών. Ο ίδιος βεβαίωσε κατηγορηματικά τους αστυνομικούς ότι το μακάβριο εύρημα μεταφέρθηκε στο σημείο την ίδια ακριβώς ημέρα, δηλαδή στις 18 Ιουλίου, και όχι νωρίτερα. Ο θάνατος της Elizabeth, σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση και τις μαρτυρίες φίλων της, φέρεται ότι επήλθε στις 15 Ιουλίου. Αυτό σημαίνει ότι ο δράστης κυκλοφορούσε τουλάχιστον για τρεις ημέρες ανενόχλητος στους δρόμους της Αθήνας, κρατώντας τη βαλίτσα με τη νεκρή γυναίκα και ψάχνοντας το ιδανικό σημείο για να την εξαφανίσει. Αυτή τη στιγμή η βαλίτσα βρίσκεται στα εργαστήρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Οι ειδικοί «ξεσκονίζουν» κάθε εκατοστό του υφάσματος και των φερμουάρ, αναζητώντας ξένο DNA, αποτυπώματα ή γενετικό υλικό που μπορεί να άφησε πίσω του ο δολοφόνος κατά τη μεταφορά.
Το δεύτερο στοιχείο που αναλύουν οι έμπειροι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. είναι το κινητό-«φάντασμα» της 38χρονης. Το πιο σκοτεινό και ταυτόχρονα ελπιδοφόρο στοιχείο της υπόθεσης, όπως όλα δείχνουν, κρύβεται στην τεχνολογία. Σύμφωνα με απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες, το κινητό τηλέφωνο της Elizabeth Jane Ross συνέχιζε να εκπέμπει σήμα για μέρες μετά τον θάνατό της. Το τηλέφωνο παρέμενε ενεργό και «μιλούσε» με τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας μέχρι τη στιγμή που οι Αρχές κατάφεραν να προχωρήσουν στην επίσημη ταυτοποίηση της σορού της. Σύμφωνα με αναφορές, ο άνθρωπος που πήρε το κινητό παρίστανε το θύμα και έστελνε μηνύματα στους συγγενείς της για να τους αποπροσανατολίσει. Αφού οι πληροφορίες βγήκαν στη δημοσιότητα, πιθανόν ο δράστης να πανικοβλήθηκε και να κατέστρεψε τότε το κινητό της για να καλύψει τα ίχνη του. Η τελευταία πραγματική επικοινωνία της γυναίκας καταγράφεται στις 15 Ιουλίου, όταν η ίδια έστειλε γραπτά μηνύματα σε φιλικό της πρόσωπο. Στα τελευταία αυτά SMS η 38χρονη ανέφερε χαρακτηριστικά πως «χρειαζόταν λίγο χρόνο για τον εαυτό της» και ότι «ήθελε να μείνει μόνη για λίγο», δίνοντας την εντύπωση πως σχεδίαζε να απομονωθεί. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου («Daily Mail», «The Sun») και επιβεβαιωμένες πληροφορίες των ελληνικών Αρχών, το τηλέφωνο παρέμεινε ενεργό και συνέχισε να εκπέμπει σήμα στην περιοχή της Αθήνας μέχρι και λίγο πριν από την ταυτοποίηση της σορού. Το σοκαριστικό στοιχείο είναι ότι συνέχισαν να στέλνονται SMS από τη συσκευή της προς την οικογένειά της, αφότου η ίδια είχε αφήσει ήδη την τελευταία πνοή της. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο δράστης εκμεταλλεύτηκε το περιεχόμενο των προηγούμενων μηνυμάτων της 38χρονης και συνέχισε να στέλνει παρόμοια κείμενα, ώστε να πιστέψουν οι δικοί της άνθρωποι ότι ήταν ακόμα ζωντανή και να καθυστερήσει η αποκάλυψη του εγκλήματος. «Το τηλέφωνο χρησιμοποιούνταν. Στάλθηκαν ακόμη και γραπτά μηνύματα, προφανώς με σκοπό να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι ήταν ακόμα ζωντανή» αναφέρει η «Daily Mail», επικαλούμενη αστυνομική πηγή. Πρόκειται για ένα τεράστιο λάθος του δράστη ή για μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να αποπροσανατολιστούν οι διωκτικές Αρχές; Το γεγονός αυτό έχει μπει αμέσως στο μικροσκόπιο της Ασφάλειας. Η διαδρομή του σήματος, οι γεωγραφικές τοποθεσίες από τις οποίες πέρασε η συσκευή και, κυρίως, οι πιθανές επικοινωνίες -κλήσεις ή μηνύματα – που πραγματοποιήθηκαν κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα αναμένεται να ρίξουν άπλετο φως στις συνθήκες υπό τις οποίες έχασε τη ζωή της η 38χρονη.
Την ίδια στιγμή οι αστυνομικοί ξεψαχνίζουν το στενό περιβάλλον της άτυχης Σκωτσέζας στην Αθήνα. Ψάχνουν να μάθουν ποιοι ήταν οι άνθρωποι με τους οποίους είχε επαφές το τελευταίο διάστημα, αν είχε διαφορές με κάποιον και τι ήταν αυτό που την οδήγησε στην περιοχή της Κυψέλης. Πληροφορίες από το συγγενικό της περιβάλλον αναφέρουν ότι η γυναίκα έφτασε στην Ελλάδα χωρίς βαριές αποσκευές και χωρίς δική της βαλίτσα, προερχόμενη από το Εδιμβούργο. Ο πατέρας της, με τον οποίο επικοινώνησαν οι Αρχές, είπε ότι φιλοξενήθηκε από φιλικό της ζευγάρι στο Κερατσίνι. Στην κατάθεσή τους οι άνθρωποι που τη φιλοξένησαν δήλωσαν πως έφυγε από το σπίτι τους στις 15 Ιουλίου και είπε πως θα μείνει σε Αμερικανούς φίλους της στην περιοχή της Κυψέλης.
ΣΤΕΝΕΥΕΙ Ο ΚΛΟΙΟΣ
Η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, η οποία ήδη έχει δρομολογηθεί, θα δείξει με ποιους μίλησε η Ross πριν «σβήσει» αλλά και ποιος είχε στα χέρια του το κινητό της τηλέφωνο ενώ εκείνη ήταν ήδη νεκρή μέσα στη βαλίτσα. Ο κλοιός γύρω από τον δράστη φαίνεται πως στενεύει επικίνδυνα και οι επόμενες ώρες θεωρούνται καθοριστικές για την έκδοση των πρώτων ενταλμάτων σύλληψης.
Η 38χρονη είχε ταξιδέψει στις 29 Ιουνίου από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη. Είχε μεταβεί στην Κύπρο και στη συνέχεια έφτασε στην Αθήνα, όπου διέμενε με φίλους της. Η αρχική ιατροδικαστική εξέταση δεν έδειξε εμφανή τραύματα ή ίχνη πάλης και αναμένεται οι τοξικολογικές εξετάσεις να «φωτίσουν» τα ακριβή αίτια θανάτου. Για τις εξελίξεις ενημερώθηκαν η βρετανική πρεσβεία, η αστυνομία της Σκωτίας και η οικογένεια του θύματος, ενώ οι ελληνικές Αρχές βρίσκονται σε στενή συνεργασία με τις βρετανικές και τις κυπριακές υπηρεσίες. Ελληνας αξιωματικός χαρακτήρισε το περιστατικό πρωτοφανές, τονίζοντας πως «το να βρεθεί ένας ξένος υπήκοος νεκρός μέσα σε μια βαλίτσα στην καρδιά της Αθήνας είναι κάτι άνευ προηγουμένου».









