Για μια χούφτα ευρώ στα βαγόνια της σιωπής

❱❱ Tα δρομολόγια της «επιβίωσης» σε μετρό και ηλεκτρικό για τα ανθρώπινα ναυάγια Ανθρώπινα ναυάγια σέρνονται καθημερινά στους συρμούς του μετρό και του ηλεκτρικού, κάνοντας ξανά και ξανά το ίδιο δρομολόγιο έως τη λήξη του ωραρίου λειτουργίας, αναζητώντας λίγα ψιλά που θα τους βοηθήσουν να βγάλουν οι ίδιοι και η οικογένειά τους άλλη μια μέρα με λίγο φαγητό στο τραπέζι τους.

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ • Από τον
Μίλτο Σακελλάρη

Στους περισσότερους η μοίρα δεν τα έφερε έτσι όπως τα ήθελαν και η ζωή δείχνει να τους έχει γυρίσει την πλάτη, καθώς τους στοιχειώνει και το φάντασμα της ανεργίας και δεν έχουν άλλη επιλογή από την επαιτεία.

2 4

Λίγο μετά τις 8 το πρωί ο συρμός του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι με κατεύθυνση προς τον Πειραιά είναι γεμάτος κόσμο. Αλλοι πηγαίνουν στις δουλειές τους, άλλοι γυρίζουν στα σπίτια τους με τα μάτια πρησμένα από τη νυχτερινή εργασία. Τα βαγόνια της σιωπής είναι γεμάτα με ανθρώπους με χαμηλωμένα βλέμματα, βυθισμένους στις σκέψεις τους. Στη στάση του Θησείου μπαίνει στο βαγόνι μια γυναίκα που κρατάει ένα μωρό στην αγκαλιά της.

Με τρεμάμενη φωνή

«Είμαι άνεργη μητέρα. Δυστυχώς δεν μπορώ να εργαστώ. Προσπαθώ να πάρω γάλα για το παιδί μου πουλώντας ένα στιλό για όσα χρήματα θέλετε εσείς! Σας παρακαλώ, ο Θεός να σας έχει καλά, βοηθήστε με!» παρακαλάει με τρεμάμενη φωνή και συνεχίζει: «Είναι μεγάλη ανάγκη και αισθάνομαι άσχημα που έρχομαι σ’ εσάς γι’ αυτόν τον λόγο και αναγκάζομαι να το κάνω κάθε μέρα για να φροντίσω το παιδάκι μου…»

6 1

Πολλοί την κοιτούν, αλλά οι περισσότεροι σφυρίζουν αδιάφορα, καθώς δεν είναι διατεθειμένοι να βγάλουν από το πορτοφόλι τους έστω και ένα ευρώ. Αλλοι, όμως, συγκινούνται από την ανάγκη της να ζήσει το παιδί της και βάζουν το χέρι στην τσέπη για να συνδράμουν τη νεαρή μητέρα και να μπορέσει να αγοράσει όσα χρειάζεται το παιδί. Αλλωστε δεν ζητιανεύει… Πουλάει κάτι, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν παίρνουν οι επιβάτες που της δίνουν λίγα χρήματα. Οταν καταφέρνει να μαζέψει λίγα κέρματα, βγαίνει από το βαγόνι για να μπει στον επόμενο συρμό και να συνεχίσει τα δρομολόγια της επαιτείας και της επιβίωσης.

Λίγο πριν από τη στάση της Καλλιθέας ένας ηλικιωμένος μπαίνει στο βαγόνι κρατώντας πακέτα με χαρτομάντιλα.

«Πουλάω αυτά τα χαρτομάντιλα για να ζήσω την οικογένειά μου και να αγοράσω λίγο ψωμί. Βοηθήστε με, δεν ζητιανεύω. Προσπαθώ να ζήσω με αξιοπρέπεια την οικογένειά μου» λέει χαμηλόφωνα, καθώς περνάει δίπλα από τους επιβάτες.

5 2

«Πάρε αυτά, αλλά μη μου δώσεις τα χαρτομάντιλα» λέει ένας άνδρας, θέλοντας να τον βοηθήσει με αυτόν τον τρόπο. «Οχι, σε παρακαλώ, πάρε και τα χαρτομάντιλα, δεν υπάρχει περίπτωση. Θέλω να τα πάρεις, δεν υπάρχει λόγος να μην τα πάρεις…» τον παρακαλάει με σκυμμένο το κεφάλι ο ηλικιωμένος, θέλοντας να κρατήσει την αξιοπρέπειά του.

Αδιαφορία

Συνεχίζοντας την προσπάθειά του να πουλήσει λίγα χαρτομάντιλα μέσα στο τρένο, αρκετοί επιβάτες τον κοιτούν με απαξίωση, ενώ άλλοι δεν στρέφουν καν το βλέμμα τους πάνω του, «παγώνοντάς» τον με την αδιαφορία τους. Εκείνος, όμως, δεν πτοείται και συνεχίζει αδιάκοπα το «ταξίδι» του μεροκάματου μέσα στο τρένο της καθημερινότητας.

3 4

Λίγο πριν από τη στάση του Πειραιά εμφανίζονται δυο μικρά παιδιά. Το ένα από αυτά παίζει ακορντεόν, ενώ το άλλο κρατάει ένα πλαστικό ποτήρι με λίγα ψιλά και τραγουδάει στον ρυθμό της μελωδίας σε άπταιστα ελληνικά. Οταν το τραγούδι σταματάει, περνούν δίπλα από τους επιβάτες και απλώνουν το ποτήρι περιμένοντας να τους ρίξουν μέσα χρήματα. Κάποιοι συγκινούνται και τους δίνουν έστω και μερικά κέρματα, ενώ άλλοι αδιαφορούν. Ξέρουν ότι πίσω από τα μικρά παιδιά κρύβεται κάποιος, ίσως και ο γονέας τους, που τα εκμεταλλεύεται αντί να τα φροντίζει.

«Θα μου δώσεις κάτι; Εστω και 50 λεπτά, ό,τι έχεις και μπορείς» λέει το ένα από τα δυο παιδιά σε έναν ηλικιωμένο, που δεν δείχνει να συγκινείται.

ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Στα βαγόνια της επαιτείας κάποιες φορές επιβιβάζονται και νέοι εξαρτημένοι από τα ναρκωτικά, ελπίζοντας να εξασφαλίσουν λίγα χρήματα για να αγοράσουν τη δόση τους.

Από τον Πειραιά το τρένο κατευθύνεται προς την Κηφισιά. Λίγο προτού φτάσει στη στάση της Ομόνοιας επιβιβάζεται στο βαγόνι ένα ζευγάρι νεαρών. Φαίνονται με την πρώτη ματιά ότι είναι τοξικομανείς. Αμέσως αρχίζουν με τρεμάμενη φωνή να ζητιανεύουν για λίγα χρήματα και στις κινήσεις τους είναι φανερή η έλλειψη της ηρωίνης ή κάποιου άλλου σκληρού ναρκωτικού.

«Δώστε μου λίγα χρήματα, δεν είμαι χρήστης ναρκωτικών. Μένω στον δρόμο. Μόνο εσάς έχω για βοήθεια. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν παίρνω ναρκωτικά, θέλω χρήματα για να φάω. Σας παρακαλώ πολύ, βοηθήστε με, δεν έχω ούτε σπίτι για να μείνω» λέει ο άνδρας, ενώ η φίλη του, η οποία τον ακολουθεί, δείχνει να βρίσκεται στον δικό της κόσμο.

Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να δώσει χρήματα στους δύο χρήστες, καθώς θεωρεί πως αυτά θα τους ωθήσουν να κάνουν ακόμη ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο.

Οταν ο συρμός φτάνει στην Ομόνοια, κατεβαίνουν, αλλά δεν επιβιβάζονται σε κάποιο άλλο βαγόνι. Προορισμός τους είναι για ακόμη μία φορά οι πιάτσες του θανάτου, από τις οποίες είναι γεμάτο το κέντρο της Αθήνας.

4 2

offer

{{-PCOUNT-}}27{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ