Η Νένα ξαναχτυπά με «ροζ» βιβλίο

Προδημοσίευση: Ο πρόλογος-σοκ και δύο γαργαλιστικές ιστορίες με την «Ελένη» και την «Κούλα».

Αν θεωρείτε ότι το βιβλίο «Οι πενήντα αποχρώσεις του γκρι» της Ε.L. James έχει φτάσει τις… καυτές ροζ περιγραφές στο έπακρο της σύγχρονης ερωτικής λογοτεχνίας, ετοιμαστείτε να αναθεωρήσετε. Η Νένα Χρονοπούλου έρχεται να βάλει φωτιά στη λίμπιντο με το βιβλίο που ετοιμάζει και το οποίο βασίζεται σε πραγματικές ιστορίες, με αφηγητή τους το πιο «καυτό» σημείο της γυναικείας ανατομίας. «Ετοιμάζω ένα βιβλίο, εμπνευσμένο απ’ όσα άκουγα σε συγκεντρώσεις με διάφορες γνωστές και φίλες, αλλά και γενικότερα με κυρίες που γνώρισα. Το κεντρικό του θέμα είναι η ερωτική ζωή των γυναικών. Εκεί διαπίστωσα ότι οι γυναίκες έχουν άπειρα παράπονα από τους άνδρες και δεν είναι μόνο αυτά της καθημερινότητας. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ότι ακόμα και στην Ελλάδα του 2013, η γυναίκα έχει ταμπού, τα οποία ο σύντροφός της, ο άνδρας της, ο εραστής της, ο φίλος της, της τα έχει δημιουργήσει ή της τα αφήνει σε εκκρεμότητα. Σε όλες αυτές τις γυναίκες δυστυχώς υπήρχε ένας κοινός παρανομαστής: η ανισορροπία και η μοναξιά στις ιδιαίτερές τους στιγμές. Οι γυναίκες αυτές έγιναν οι ηρωίδες μου και τις ευχαριστώ πολύ» λέει αποκλειστικά στην «Espresso» η Νένα.

Το βιβλίο με τον ευφάνταστο τίτλο «Αν μιλούσε το… αι2ον» αναμένεται να κυκλοφορήσει τα Χριστούγεννα και μαζί θα υπάρχει και ένα CD, στο οποίο η συγγραφέας θα αφηγείται τις ιστορίες τόσο γυναικών της διπλανής πόρτας όσο και πιο γνωστών -στο ευρύ κοινό- κυριών. Ο καυστικός λόγος και το χιούμορ είναι τα κύρια χαρακτηριστά στις περιγραφές, ενώ, όπως υποστηρίζει η Νένα Χρονοπούλου, «είναι γραμμένο από εμάς τις γυναίκες για όλους τους άνδρες». Το βιβλίο θα περιέχει δεκαπέντε πραγματικές ιστορίες γυναικών, τις οποίες -όπως υποστηρίζει και η ίδια- δυσκολεύεται να πιστέψει ότι έχουν συμβεί. Παρ’ όλα αυτά «εδώ ταιριάζει το… απίστευτο κι όμως αληθινό» λέει η ηθοποιός που αυτή την περίοδο βρίσκεται στην Καλαμάτα με τον σύζυγό της Τάσο Μητρόπουλο και τον γιο της Χρήστο. Μετά την αποτυχημένη επιχειρηματική προσπάθεια που έκανε στην Αθήνα, πήρε την απόφαση να μετακομίσει στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα με την οικογένειά της, όπου διατηρεί επιχείρηση αγοράς χρυσού. Ετσι, βρήκε και τον χρόνο να αποτυπώσει στο χαρτί τις απίθανες ιστορίες που συγκέντρωνε όλο αυτό τον καιρό. Μάλιστα ο λόγος που πήρε την απόφαση να γράψει αυτό το βιβλίο ήταν για να… προβληματίσει. «Ολα αυτά που άκουγα έπρεπε με κάποιο τρόπο να ειπωθούν και πέρα από το γέλιο που μπορούν να προσφέρουν, να δημιουργήσουν και τον αναμενόμενο προβληματισμό, και αυτό εύχομαι. Ευχαριστώ πάρα πολύ τις ηρωίδες μου που είναι πραγματικές φίλες και μου άνοιξαν την ψυχή τους, κάτι που δεν είχαν κάνει ούτε στον ψυχολόγο».

Οπως ήταν αναμενόμενο, το βιβλίο προλογίζει ο… πρωταγωνιστής όλων των ιστοριών, το αιδοίο.

ΑΝ ΜΙΛΟΥΣΕ ΤΟ ΑΙΔΟΙΟ…

Φίλες και φίλοι, γεια σας

Γνωριζόμαστε χρόνια ολόκληρα, αιώνες θα έλεγα, αλλά ποτέ δεν είχαμε μιλήσει!

Εχετε δίκιο να αναρωτιέστε ποιος σας μιλάει γιατί όλα αυτά τα χρόνια ο καθένας σας λίγο πολύ ναι μεν με είχε όπου μπορούσε -κάποιοι τυχεροί με είχαν και εκεί που ήθελαν- παρ’ όλα αυτά όμως ποτέ δεν είχα βγάλει κουβέντα από το υπέροχό μου στόμα μέχρι σήμερα. Τώρα θα μου πείτε, τι άλλαξε από εχθές μέχρι σήμερα; Η κρίση, φίλοι μου. Ναι, ναι, καλά διαβάσατε, η κρίση με επηρέασε και εμένα, και τι να κάνω από το να κάθομαι άπραγο και να κλαίω τη μοίρα μου, είπα δεν λες καμιά κουβέντα και εσύ στον κόσμο μήπως και τον κάνεις να περάσει λίγες στιγμές καλά; Γιατί απ’ ό,τι θυμάμαι, με εμένα όλοι καλά περνούσατε, αρσενικοί, θηλυκοί και ουδέτεροι!

Αλλοι με ήθελαν και δεν με είχαν, άλλοι με είχαν και δεν με ήθελαν, άλλοι με προσκυνούσαν, άλλοι με φρόντιζαν, άλλοι με πλήρωναν, άλλοι με κυνηγούσαν με μανία, άλλοι με είχαν ολημερίς στο στόμα τους «θα σου γ…σω το μ…ί της μάνας σου» , άλλοι με είχαν ολονυχτίς στο στόμα τους με άλλο τρόπο βέβαια, οι κυρίες που ξέρουν ότι χωρίς εμένα δεν είναι τίποτα με έχουν κορόνα στο κεφάλι τους. Αλλά και από τους κυρίους δεν έχω παράπονο, για χάρη μου έχουν κάνει τα ακατανόμαστα. Ολοι λίγο πολύ ξέρετε τι κάνουν οι άνδρες για εμένα, μέχρι και γυναίκες γίνονται! Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω; Εμπειρίες, εμπειρίες πολλές, καυτές, υγρές και ποικίλες, γιατί, όπως και να το κάνουμε, άλλο να ανήκω στη Γαλλίδα, άλλο στη Ρωσίδα, άλλο στην Ισπανίδα και άλλο στην Κινέζα. Τώρα θα μου πεις πού διαφέρουν, σχεδόν στα πάντα. Η Γαλλίδα με έχει φλομώσει στο περφιούμ γιατί από νερό ντιπ, η Ρωσίδα με έχει ματώσει απ’ το πολύ σπαγγάτο, γιατί η σουλήνα που στριφογυρνάει θέλει καλά ανοίγματα, η Ισπανίδα σπάνια παίρνει τη χαρά, γιατί όλοι απαγκιάζουν στον αερόσακο. Και η Κινέζα που όλοι νομίζετε ότι με έχει οριζόντια, δεν με έχει οριζόντια… Κάθετα με έχει και αυτή!!!

Τι έχω τραβήξει, αχ! Τι έχω τραβήξει το έρημο, τι να πρωτοθυμηθώ, ότι θέλει η κάθε τρελή με κάνει, άλλη με χτενίζει, άλλη με ξυρίζει, άλλη με βάφει, άλλη με ξεβάφει, άλλη μου κρεμάει σκουλαρίκια -το χειρότερό μου- μήτε να ουρήσω, καλέ, με την ησυχία μου. Και πώς θα με κάνεις μπάνιο, μωρή; Που θα πιάσω κορέους το καψερό, βγάλ’ τα μου τώρααααα! Την έπαθα την υστερία. Ηρεμώ και συνεχίζω… Αλλη μου αφήνει μούσι, έλεος! Μούσι, καλέ, μου αφήνει, λες και της είπα ότι κρυώνω. Ημαρτον, Παναγία μου, πού να προσευχηθώ για να βρω την υγειά μου; Βλέπεις, για όλους έναν άγιο τον έχουν, για εμένα τίποτα, λες και εγώ δεν χρειάζομαι προστάτη με τόσα που τραβάω απ’ όλες αυτές.

Πού να πω τον πόνο μου και ποιος να με καταλάβει; Τώρα όμως που εκτός από διασημότητα έγινα και στέλεχος της λογοτεχνίας, τώρα θα τα βάλω όλα σε τάξη, γιατί μπορεί να σέρνω καράβι στη στεριά, παρεμπιπτόντως κανένας ποτέ δεν το είδε, γιατί πολύ απλά τι να το κάνω στη στεριά, αγάπη μου, στη θάλασσα είναι τα λιλιά! Επιστρέφουμε στο θέμα μας… Τώρα λοιπόν που έχω και εγώ λόγο και πένα, ευελπιστώ ότι τα πράγματα θα αλλάξουν για μένα, θα αποκτήσω όλα όσα ήθελα και ποτέ δεν είχα. Τι; Γέλιο, βρε παιδιά, χαμόγελο, όχι πείτε μου, με έχετε δει ποτέ να γελάω ή καλύτερα με έχετε ακούσει; Εγώ που μόνο χαρά θέλω να προσφέρω και μαζί μου όλος ο πλανήτης βρίσκει τη χαρά του, επί της ουσίας να μη χαίρομαι; Γι’ αυτό λοιπόν είπα να μοιραστώ μαζί σας κάποιες πικάντικες εμπειρίες μου, έτσι για να γελάσω μαζί σας και εγώ, αλλά και να δώσουμε σε κάποιους να καταλάβουν ότι ευτυχώς που έχω στόμα χωρίς μιλιά, γιατί αν είχα και μιλιά, η κρεβατομουρμούρα της συζύγου θα τους φαινόταν ερωτική μπαλάντα!!!

Εγώ… Το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής σας…


Η Ελενίτσα και το «ιπτάμενο αγόρι»

Αυτή η ιστορία, ομολογώ, με παίδεψε πολύ, στην αρχή νόμιζα ότι επιτέλους θα ξεσκούριαζα, μιας και η Ελενίτσα καλλονή μεν, αλλά τον ακατοίκητο είχα δε. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι γινόταν με την Ελενίτσα, παρ’ όλο που ήταν μία κούκλα απίστευτη, με την τελειότητα να ωχριά μπροστά της, ψηλή, μελαχρινή, μαλλιά μέχρι τη μέση της και μπόλικα, ευάερη, ευήλια με φουλ έξτρα!!! Στο πέρασμά της σηκωνόντουσαν και τα τούβλα. Οι άνδρες ναι μεν την ήθελαν, αλλά κάτι πάθαιναν, βρε παιδί μου. Πείτε το όπως θέλετε, κολούμπρα, κοκομπλόκο, ντουβρουντζά… Κάτι τέτοιο ήταν πάντως γιατί δεν εξηγείται αλλιώς. Και ποιος την πλήρωνε; Εγώ!!! Ποιος άλλος; Εγώ!!!

Είχα φτάσει να νιώθω κλώνος του Καζαντζίδη «νυχτερίδες κι αράχνες γλυκιά μου», καταλαβαίνετε! Μοντέλο η Ελενίτσα και μάλιστα διάσημο, πολύ διάσημο, δεν έκανε αρπαχτές, σας το λέω σίγουρα, ήταν του συναισθήματος, με αποτέλεσμα να περνάω μεν καλά με το συναίσθημα, αλλά μόλις τελείωνε ερχόντουσαν μέρες και νύχτες μαρτυρίου, μέχρι να ξαναέλθει το επόμενο αίσθημα.

Και ήλθε, και είχε και ονοματεπώνυμο, αλλά ας κρατήσουμε τα προσχήματα και ας αφήσουμε κατά μέρους τα επώνυμα… Γιώργος σκέτο, και τι Γιώργος… Ο άλλος ο Κλόνι, Κλούνι, Κλάνι, ξέρω και ‘γώ πώς τον λένε, ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι του δικού μας! Τώρα δικού μας τρόπος του λέγειν, γιατί ο Γιωργάκης μας όλα καλά και ανθηρά τα είχε, εκτός από διάθεση για το συγκεκριμένο θέμα! Το θέμα μας! Στην αρχή πίστευα ότι έφταιγε ο πολύς ρομαντισμός!

Βλέπετε, ήταν και ρομαντικός ο Γιωργάκης, μας πήγαινε στα γκουρμέ εστιατόρια με τα κεριά και τα βιολιά, και τα φλαμπέ, μας πότιζε κρασάκι σαμπανιζέ που από μόνο του ανεβάζει τη διάθεση, φαντάσου τώρα να έχεις απέναντί σου και τον Γιωργαρογιωργάκη, και σα να μην έφτανε αυτό, μας κοιτούσε και στα μάτια ο Γιωργάκης, τόσο επίμονα και τόσο διαπεραστικά, που έπεφτα κάτω εγώ… Φανταστείτε η Ελενίτσα!

Και να να της χαϊδεύει την παλάμη της Ελενίτσας, και να της φιλάει το χέρι της Ελενίτσας, και να τα δάχτυλα ένα-ένα, και τα βιολιά να βροντάνε, και τα βλέμματα να αστράφτουν, και η Ελενίτσα να λιώνει και εγώ να έχω φλαμπεδιάσει επίσης και τύφλα να ’χει το φιλέτο, ωχ, Παναγιά μου, τι ήταν και τούτο πάλι, πού να κάτσω για να σβήσω το καψερό, και να ουρλιάζω από κάτω «σου ’πα, μωρή, να ξυριστείς πριν φύγουμε και δεν μ’ άκουγες, τώρα να σε δω τι θα του πεις του ανθρώπου» και όσο εγώ έκανα σχέδια για το πώς θα γλιτώσει ο Γιωργάκης από τον κάκτο της Ελενίτσας, και τα λοιπά και τα λοιπά, ο Γιωργάκης είχε ήδη πληρώσει τον λογαριασμό και είχε επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο της Ελενίτσας, όπου και με άφησε σύξυλο ακριβώς έξω από το σπίτι του, λέγοντας ένα αφοπλιστικό «πέρασα υπέροχα… Σ’ ευχαριστώ» και δίνοντας ένα ακόμα φιλί στο επίσης υπέροχο χέρι της Ελενίτσας… «Και εγώ» του είπε η Ελενίτσα και το εννοούσε και καθόλου δεν εξεπλάγη από τη συμπεριφορά του Γιωργάκη.

Της άρεσε και μάλιστα πολύ… Ναι, ναι, ναι, πολύ σας λέω, πολύ!!!

Εγώ πάλι ξεράθηκα… Τι «και εγώ» ήταν τούτο, κυρά μου, και τον αφήνεις να φύγει έτσι; Πού πάει; Πιάσ’ τον, καλέ, πριν ανέβει στον όροφο και πού να τρέχω μες στη νύχτααααααα. Παρ’ όλα αυτά όμως η Ελενίτσα όχι μόνο τον άφησε να φύγει και καθόλου δεν την πείραξε, αλλά μαγεύτηκε κιόλας, γιατί έτσι τον ήθελε τον άνδρα η Ελενίτσα, ααααα, όλα κι όλα, δεν τον ήθελε πέφτουλα και δεδομένο, τον ήθελε γοητευτικό, ρομαντικό και απρόβλεπτο, και ο Γιωργάκης ήταν ό,τι ζητούσε, τώρα τι τράβαγα εγώ, ούτε και την ένοιαζε. Και γιατί να τη νοιάζει, αφού με είχε πάντα σε δεύτερη μοίρα;

Είπαμε, Ελενίτσα = Συναίσθημα, τελεία και παύλα.

Και η ιστορία συνεχιζόταν και τα δείπνα στα γκουρμέ εστιατόρια μας έγιναν συνήθεια, και είχαμε οργώσει όλη την Αθήνα και τα περίχωρα, και κοντεύαμε να γίνουμε σαν «βούζες» από το βραδινό φαγητό, ένεκα ο Ερωτας βλέπεις, αλλά ο Γιωργάκης εξακολουθούσε και ήταν ρομαντικός και αινιγματικός μαζί, διότι το όλο πράγμα είχε καταλήξει σε ένα μεγάλο αίνιγμα… Πού θα πάει, πού θα βγει. Βλέπετε, ο χρόνος κυλούσε γρήγορα και εμείς είχαμε μείνει ακόμα στο χειροφίλημα, μέχρι και η Ελενίτσα το είχε πάρει χαμπάρι γιατί πριν βγούνε για φαγητό τον τελευταίο μήνα κάθε φορά ξυριζόταν!!!

Ε, τι τώρα; Φαντάζεστε έπειτα από τόση αναμονή να της τύχει το καλό και να πέσει ο άνθρωπός πάνω στην τσουγκράνα; Πάντως η αλήθεια ήταν ότι είχε παραπεράσει ο καιρός. Είχαν περάσει κιόλας τέσσερις μήνες!!! Το πάθατε το εγκεφαλικό, ε; Εγώ να δείτε τι πάθαινα κάθε φορά που την καληνυχτούσε με εκείνο το χειροφίλημα που μου την έδινε πια στα νεύρα, και ευτυχώς την έδινε και στην Ελενίτσα! Πάλι καλά, γιατί αυτή ήταν ικανή να το περνάει για φυσιολογικό, τέτοιο βούρλο που ήτανε. Παρ’ όλα αυτά είχανε δεσμό, τι δεσμό τώρα, θα μου πείτε; Ε, ξέρω κι εγώ; Επίδεσμο! Τι να πω πια, τα ’χω χαμένα.

Αυτός δεν σταματούσε όλη μέρα τα τηλέφωνα, δεν σταμάταγε τις ερωτήσεις: Πού θα πάει, πότε, με ποιους, τι ώρα θα γυρίσει, αν θα βρεθούν, αυτά τα χαζά και αυτή πια κρεμασμένη από τα χείλη του, του απαντούσε λες και είχανε και τίποτα, λάτρεις και οι δύο της διατροφής, της γυμναστικής και της μ…ας. Τι να πω πια, Θεέ μου, συγχώρα με! Παντού μαζί, όλος ο κόσμος βούιζε μαζί με τα ΜΜΕ ότι ήταν ζευγάρι, κυκλοφορούσαν χεράκι-χεράκι, γελάκια, σαλιαρίσματα, άντε και κανένα πεταχτό φιλάκι πού και πού, αλλά από κούκου τίποτα. Αυτή όμως το περίμενε πια πώς και πώς, ε, την είχε φάει τη γυναίκα από τη μία ο έρωτας, από την άλλη η αναμονή, αλλά και η περιέργεια, γιατί όσο και να το κάνουμε, ναι μεν το καλό πράγμα αργεί να γίνει, αλλά και το πολύ το Κυρ ελέησον το βαριέται και ο Θεός!

Το ’παμε και στην αρχή και το ξαναλέμε για να το εμπεδώσουμε. Η Ελενίτσα δεν ήταν ένα απλό μοντέλο, ήταν «SEX SYMBOL» και μάλιστα πασίγνωστο, περπάταγε και πέφταν κάτω, αλλά παρ’ όλα αυτά, ντιπ! Δεν το πίστευε κανείς. Εκείνος φωτογράφος μόδας, μέσα στα μοντέλα και στους πειρασμούς, αλλά… κρατιόταν. Είπαμε, ο Γιωργάκης ήταν ένας γρίφος. Και ήλθε η ώρα να λυθεί ο γρίφος και κάλεσε ο Γιώργος την Ελενίτσα να δειπνήσουν μετά ταινίας στο σπίτι του και μετά ό,τι ήθελε προκύψει… Και προέκυψε… Προέκυψε ροχαλητό μέχρι κουφαμάρας! Ναι, καλέ, τι εκπλαγήκατε; Εγώ πάλι καθόλου! Αυτός πριν τελειώσει η ταινία ροχάλιζε, και αυτή ευτυχώς που ναι μεν είχε ξυριστεί, αλλά ΔΕΝ ντύθηκε πολύ γυναίκα.

Τώρα θα μου πεις η Ελενίτσα χρειαζόταν να ντυθεί πολύ γυναίκα για να πάρει μπρος ο άντρας; Ασφαλώς και όχι, αλλά για φανταστείτε την Ελενίτσα με τις ζαρτιέρες και τα δίχτυα άπραγη δίπλα στον λέων που βρυχάται! Αυτοκτονία, αγάπη μου… Αυτοκτονία! Η Ελενίτσα όλη νύχτα ξεφυσούσε και ο Γιωργάκης ξεραινόταν γιατί είχε και φωτογράφηση το πρωί. Ξύπνησε πρώτη η Ελενίτσα, έφυγε πριν καλά-καλά ξυπνήσει ο άνδρας «αίνιγμα», και την έκανε με ελαφρά, για να μπορέσει να ουρλιάξει με την ησυχία της. Πριν ακόμα σταματήσει τα ουρλιαχτά χτύπησε το κινητό της και ήταν ο Γιωργάκης, ο οποίος γεμάτος απορία τη ρώτησε γιατί έφυγε πριν ξυπνήσει, και αμέσως μετά τι άλλο τη ρώτησε; Οχι, όχι, όχι, δεν το βρίσκετε με τίποτα, μα με τίποτα… Αντε, ας το πάρει το ποτάμι… Της είπε λοιπόν ο Γιωργάκης: «Σ’ άρεσε αυτό που κάναμε χθες;»

Και η Ελενίτσα που ήταν τέρας υπομονής, αλλά και αξιοπρέπειας, του απάντησε: «Πολύ, ήταν ένα από τα καλύτερα βράδια της ζωής μου». Και αυτός απτόητος συνέχισε: «Να το ξανακάνουμε» της πρότεινε, σίγουρος πια ότι πάνε όλα κατά το αψυχολόγητο σχέδιό του, αλλά και η Ελενίτσα δεν του χάλασε το χατίρι και συμφώνησε μαζί του, απλά απομακρύνθηκε πια γιατί δεν ήταν μαζοχίστρια, ρομαντική και ερωτευμένη ήταν η κοπέλα. Παρ’ όλα αυτά ο Γιωργάκης ασφαλώς και δεν εξαφανίστηκε από τη ζωή της Ελενίτσας, τόσο χρόνο είχε διαθέσει άλλωστε μαζί της, λέτε να τον άφηνε να πάει χαμένος; Κάπως έτσι αυτοί οι δύο άνθρωποι ξαναβρέθηκαν στο ίδιο κρεβάτι.

«Επιτέλους Ανάσταση» έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου… Δώσ’ της να καταλάβει, γιατί κοντεύουμε εξάμηνο, Γιώργο μου, άντε αγόρι μου, άντε… Δυναμικός πια ο Γιώργος, νιώθοντας ότι χάνει το παιχνίδι, μπήκε κατευθείαν στο ψητό. Αρπαξε την Ελενίτσα από τη μέση, της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί, και την πέταξε με βία και λαχτάρα στο κρεβάτι του πόθου. «Θα σε κάνω να ξεχάσεις τ’ όνομά σου» της είπε, τι τις θέλεις τις δηλώσεις, βρε άνθρωπε, κάνε εκεί τα κουμάντα σου και κλείσ’ το το ρημάδι, κουβέντα θα ανοίξουμε τώρα; Βρήκες την ώρα…

Η Ελενίτσα είχε μείνει έκθαμβη με το υπερθέαμα! Επιτέλους είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή! Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τότε τον ήθελε τον Γιώργο, και μάλιστα πολύ, είπαμε, του κάναμε τα εξάμηνα, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά, της έδωσε ένα φιλί που ήταν κάπως… πώς; Ε, κάπως… πώς να το εξηγήσω, δεν εξηγούνται αυτά, ή σου κάνει ή δεν σου κάνει. Για την ακρίβεια, αντί να τη φιλάει, της έγλειφε τη μούρη σαν το σκύλο, και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει εκείνη ότι επιτέλους ήλθε η ώρα που θα το κάνουν, ο Γιωργάκης ο σβέλτος είχε τσιτσιδωθεί και είχε σκαρφαλώσει επάνω της σαν τον κοριό, την είχε γραπώσει από τους ώμους, και με μάτια γουρλωτά, προφανώς από την έξαψη, με μαλλιά όρθια, προφανώς από την ένταση, και με την απόλυτη συγκέντρωση που απαιτεί η συγκεκριμένη στιγμή έφτασε σε δευτερόλεπτα στην απόλυτη ολοκλήρωση, ουρλιάζοντας «α, α, α, α, α, α, α, α, α, α, α» και πετώντας ναι, ναι, κανονικά, πετώντας εκτοξεύτηκε από το σώμα της Ελενίτσας και προσγειώθηκε με την πλάτη στο πάτωμα, μεταξύ κρεβατιού και ντουλάπας, ευτυχώς μόνος του! Φαντάζεστε να τη φούνταρε κι αυτή μαζί;

Και η Ελενίτσα βρέθηκε ξαφνικά με τα μάτια μισάνοιχτα, τα πόδια ορθάνοιχτα, και τα φουστάνια μισοβγαλμένα να ψάχνει τον Γιώργο στα πατώματα και να προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε… Σκιάχτηκε η γυναίκα, πίσω της ακριβώς υπήρχε μπαλκονόπορτα… Για φαντάσου… Τι ήταν και τούτο, μάνα μου, τα λένε αυτά, Γιωργάκη μου. Δεν αφήνουν τον άλλο σε πλήρη λήθαργο, τον ενημερώνουν, αγόρι μου, λένε π.χ. «σήμερα θα το κάνουμε, ειδοποίησε το ΚΑΤ να στείλει το φορείο, μπορεί να εκσφενδονιστώ ανώμαλα». Τι τις ήθελες τις δηλώσεις πριν, παλικάρι μου; Οχι, πες μου, βρε μάνα μου, αυτό το «θα σε κάνω να ξεχάσεις το όνομά σου» ήταν απειλητικό; Ηταν προειδοποιητικό; Τι ακριβώς ήταν; Οχι, πες μου γιατί μας τα είπες μισά.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, τελειωμό δεν είχαν οι εκπλήξεις, ο Γιωργάκης ο Σβέλτος και ο αποφασιστικός κάνει μια αιφνιδιαστική κίνηση και σηκώνεται από το πάτωμα το «ιπτάμενο αγόρι» και πηγαίνει προς το μπάνιο με ύφος «έτσι γ…ει ο Πειραιάς» και η Ελενίτσα αποσβολωμένη τον ρωτάει: «Θυμάσαι ότι σε λένε Γιώργο, έτσι;»

Αχ, βρε Ελενίτσα μου και Ελενίτσες μου, τι σημασία έχει αν οι Γιωργάκηδες όλου του κόσμου χάσουν τη μνήμη τους, σημασία έχει ότι πάνω απ’ όλα τους συγκεκριμένους Γιωργάκηδες εμείς και μόνο εμείς πρέπει να τους σβήσουμε από τη δική μας μνήμη, από τη δική μας ψυχή και από τη δική μας ανάγκη, αλλά πάνω απ’ όλα από τη δική μας ευφυΐα… Γιατί η ευφυΐα μας είναι αυτή που δεν θα μας αφήσει να τους ξεχάσουμε ποτέ! Αλλά έχει άδικο; Πώς να ξεχάσεις το «ιπτάμενο αγόρι», ξεχνιέται; Δεν ξεχνιέται!

Εγώ… Το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής σας…


Ο οργασμός της Κούλας… αυτός ο άγνωστος

Αχ, Κούλα… από την Κούλα με την Κουλάρα της στο «Βασικά καλησπέρα σας» με τον Ψάλτη και τη Φίνου, μέχρι και την Κούλα και τον Γιάννη από τα παρατράγουδα της Αννίτας, το όνομα Κούλα είναι από μόνο του σύμβολο του sex. Διαφωνείτε δεν διαφωνείτε, είναι αλήθεια, σε όποια Κούλα και να βρισκόμουν, έπλεα σε πελάγη ευτυχίας και ηδονής, αχ, τι καλά που ήταν μέχρι που η επόμενη Κούλα με έριξε στα τάρταρα! Κούλα η «TVμανής» και σας λέω την απόλυτη αλήθεια και μάλιστα χωρίς ίχνος υπερβολής!

Εχετε ακούσει χιλιάδες ιστορίες από πολλούς και πολλές, από εμένα θα ακούτε τις μόνο πραγματικές ιστορίες, από προσωπικές μου εμπειρίες, γεμάτες αλήθεια, και μάλιστα χωρίς φόβο και πάθος. Ορκίζομαι! Μέχρι τώρα δεν είχα νιώσει την ανάγκη να σας ορκιστώ, αλλά αυτή η ιστορία θα σας αφήσει εμβρόντητους, όπως ακριβώς άφηνε και εμένα για τριάντα ολόκληρα συναπτά έτη! Ξεραθήκατε; Παρομοίως!

Κούλα… αχ, Κούλα, τι το θες το μπικουτί, μωρή κυρά μου, αφού δεν έχεις μαλλίιι; Η Κούλα λοιπόν γνώρισε τον Τάκη όταν ήταν μικρή, και όταν λέω μικρή, εννοώ πολύ μικρή, δηλαδή ετών 14, καλά διαβάσατε, ήταν μόνο δεκατεσσάρων χρόνων.

Εμεναν και οι δύο στην ίδια γειτονιά, στην Αγία Βαρβάρα, εκεί γνωρίστηκαν, και ένα απόγευμα του καλοκαιριού άρχισαν τα γελάκια και τα ναζάκια, και μετά ήρθαν και οι αφιερώσεις στα ράδια, ξέρετε, «τα μαύρα μάτια σου, όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε» και δώσ’ του ο Μανώλης να το λαλάει, και μπήχτου το Ντάτσουν να πηγαινοέρχεται έξω από το σπίτι της Κούλας με το κιλίμι να κρέμεται… Ε, και πολύ θέλει, τους πήρε είδηση όλη η φυλή και έγινε πλέον το επιθυμητό για όλους!

Δώσανε λόγο, μικρή αυτή, λίγο μεγαλύτερος και πιο έμπειρος αυτός, όλα πήγαιναν κατ’ ευχή, πατεράδες, μανάδες στις επάλξεις για τον γάμο, όμορφα μελαχρινά παιδιά και οι δύο, για την ακρίβεια πάρα πολύ όμορφα, όχι που να το παινευτώ, αλλά η Κούλα ήταν άλλο πράμα, Κουλάρα με τα όλα της!

Οπως ήταν φυσικό, ο Τάκης είχε ετοιμαστεί για τα ανάλογα, διότι δεν κρατιότανε ούτε με αλυσίδες, εγώ πάλι τίποτα, γιατί ναι μεν η Κούλα ήταν υπερανεπτυγμένη εξωτερικά, αλλά εγώ περίμενα να με ξυπνήσουν οι ρημάδες οι ορμόνες, οι οποίες και αργούσαν δραματικά.

Κούκλος ο Τάκης, Τάκαρος ο Τάκης, μπουκιά και συχώριο, μακρυμάλλης, μαυρισμένος και κορμάρα, με τα γκάμπριο ο Τάκης, τα χρυσά κοσμήματα να κουδουνάνε καθώς κρεμούσε το μπράτσο του έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου για να τα δείχνει, με τις καδένες του να κοντεύουν να τον πνίξουν στον λαιμό… Ξέρετε, Παναγιά της Τήνου το Δεκαπενταύγουστο, πιασάρικα πράματα έκανε ο Τάκης… Τα ’χω πολλά και τα δείχνω, πειράζει;

Οχι, ρε Τακούλη, δεν πειράζει, μόνο η φασολάδα πειράζει, αγόρι μου, κι αυτή άμα δεν την ξενερίσεις. Και «κάγκουρας» ο Τάκης! Αυτό πού το βάζεις, όλα τα κορίτσια της Αγίας Βαρβάρας λιώνανε όταν πέρναγε ο Τάκης και είχε τσίτα στα μεγάφωνα του γκάμπριο το «φτιάξε μου έναν γκαφέ και μη βάζεις ζάχαρη» του Μάκη, αναστατωνόντουσαν οι ρούγες καλέεεεεε, βγαίνανε όλα τα κορίτσια έξω με τα φλυτζάνια στα χέρια σε λέωωωωωω να του πάνε τον γκαφέ, αλλά εγώ ντιπ;

Μα είναι δυνατόν; Τι είχα πάθει; Και να πεις ότι δεν μ’ άρεσε, θα πεις ψέματα, ερωτευμένη η Κούλα με τον Τάκη, αλλά εγώ τίποτα! Να λιώνει η Κούλα σαν την κοιτούσε ο Τάκης, να αναστενάζει η Κούλα σαν τη φιλούσε ο Τάκης, να μισοκλείνει η Κούλα τα μάτια, αλλά εγώ σταθερή αξία. Το απόλυτο ΤΙΠΟΤΑ!!!

Και έφτασε η ώρα να γίνει το «αναπάντεχο», μία ωραία πρωία ξυπνάει ο Τάκης και λέει στην Κούλα, «μωρό, σήμερα έχει μπάνιο» και έσπευσε η Κούλα να μπει στην μπανιέρα, αλλά ευθύς αμέσως εκείνος της κούνησε το μαγιό που κρατούσε στα χέρια του και επιτέλους κατάλαβε η Κούλα ότι δεν ήθελε να την πλύνει, αλλά να την πάει εκδρομή στον Νέο Βουτζά, για θαλασσινό μπανάκι. Και την πήγε, πώς αλλιώς να την ξεμοναχιάσει ο άνθρωπος!

Και άντε να κρατηθεί στη θάλασσα ο Τάκης, νταβραντάκουλας ο Τάκης, μαυριδερός και ο αξούριγος, με την αντρίλα να ξεχειλίζει από παντού και 22 χρόνων! Πού να κρατηθεί ο άνθρωπος και δικαίως… Και σαν να μην έφτανε αυτό, να ’χει και την Κουλάρα δίπλα του με το ανύπαρκτο μπικίνι που επίτηδες ο ίδιος της είχε διαλέξει… Και άντε κράτα τον, γίνεται; Ασ’ το, δεν γίνεται! Ε, αυτό ήταν! Η Κούλα πήγε στη θάλασσα κορίτσι και γύρισε γυναίκα! Αλλά εγώ μάλλον δεν ήμουν εκεί, γιατί δεν θυμάμαι τίποτε άλλο πέρα από ένα ενοχλητικό πέρα δώθε, την Κούλα μες στη μουγκαμάρα να δυσφορεί κοιτώντας τον ουρανό και τον Τάκη να βγάζει κάτι επιφωνήματα ακαταλαβίστικα.

Και το κακό δεν σταμάτησε εκεί, απεναντίας από εκεί ξεκίνησε. Η Κούλα και ο Τάκης παντρεύτηκαν, και μάλιστα πολύ γρήγορα. Εκείνη ήταν σφόδρα ερωτευμένη μαζί του και ήθελε να είναι ευτυχισμένοι, έτσι και το «μπες βγες», όπως το αποκαλούσε, ήταν στις καθημερινές της υποχρεώσεις, κάτι σαν το μαγείρεμα, ας πούμε. Ε, «μπες βγες, μπες βγες» να σου και το πρώτο κουτσούβελο, και η Κούλα μες στην τρέλα τι να πρωτοκάμει; Να θηλάζει; Να ξεσκατίζει; Να μαγειρεύει; Να ρίχνει και κανένα σιδέρωμα και κάνα σφουγγάρισμα μη βρομίσουν κι όλα, και το «μπες βγες, μπες βγες» εκεί, ακλόνητο στην πρωτοκαθεδρία! Δεν ήθελε και πολύ, είχε πάθει υπερκόπωση η φουκαριάρα και έπρεπε να κάνει και κανένα ρεπό για να ισιώσει. Από το μωρό εννοείται ότι δεν γινόταν να πάρει ρεπό, από το σπίτι ήτο αδύνατο! Αρα τι μένει; Το «μπες- βγες»! Αλλωστε στην ίδια δεν ήταν και απαραίτητο, γιατί όπως εκμυστηρευόταν πού και πού στη φίλη της την Κατερίνα, καμιά φορά πριν τελειώσει το «μπες βγες» την έπαιρνε ο ύπνος!!! Απορία: Ο Τάκης πού ήταν;  Ασ’ το κι αυτό… Ασ’ το να πάει, άσ’ το, συνεχίζουμε.

Εγώ πάλι δεν χρειαζόμουν το «μπες βγες», διότι οι ορμόνες της Κούλας απ’ ότι είχα καταλάβει σίγουρα είχαν χάσει τον δρόμο τους για μένα και να είχαν πάει σε καμία άλλη, αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια απάθεια. Ο Τάκης πάλι που το χρειαζόταν, απ’ ό,τι αντιλαμβανόμουν δεν είχε πρόβλημα στο να παίρνει ενδιάμεσα στο «μπες βγες» η Κούλα κανέναν υπνάκο.

Ελα, μωρέ… Την καταλάβαινε το παλικάρι, αφού είχε κατανόηση, σου λέει κουρασμένο θα είναι το γυναικάκι μου, τι να την ξυπνάω; Κάνω εγώ τη χρεία μου σιγά-σιγά, στο μουγκό, και όλα καλά. Σάμπως και να την ξυπνήσω θα αλλάξει τίποτα; Απλά αντί να έχει κλειστά τα μάτια και να είναι ήσυχη, θα τα ’χει ανοιχτά και θα λέει συνέχεια «μπεζ, μπεζ, μπεζ» και όχι τίποτε άλλο, αλλά θα έχω και την ηχορύπανση στα αφτιά, άσ’ το καλύτερα έτσι.

Ξέρετε τι έλεγε η Κούλα όσο ο Τάκης έκανε το «μπες βγες»; Εβλεπε το ταβάνι και έλεγε «το ταβάνι πρέπει να το βάψω μπεζ», όπως στο ανέκδοτο, κανονικά! Μα πιο κανονικά δεν γίνεται! Και κάπως έτσι η ζωή συνεχιζόταν, και τα παιδιά κάνανε άλλα δύο παιδιά και το σύνολο των παιδιών τρία πια! Παρ’ όλα αυτά, με το «μπες βγες» συνεχιζόταν η ίδια κατάσταση, και οι ορμόνες είχαν μπλοκάρει στην κίνηση πια για τα καλά. Εγώ στο ίδιο χάλι και στο μόνιμο τίποτα. Η Κούλα πάντως είχε βρει τα εκφραστικά της μέσα και τα έξω.

Εβλεπε τηλεόραση όλη μέρα αφού δεν μπορούσε λόγω πολυτεκνίας πια να πάει ούτε μέχρι τη γωνία. Με την τηλεόραση περνούσαν οι ώρες της ημέρας της ευχάριστα. Κάτι η Ρούλα, κάτι η Ελένη, κάτι ο Μικρούτσικος, είχε γίνει τζίνι η Κούλα, δεν έχανε εκπομπή για εκπομπή. Το μεσημέρι έβλεπε τους «Γυάλινους τοίχους» και τα «Ξύλινα ντουβάρια», δεν άφηνε τίποτα αξεσκόνιστο, όλα τα ’σφαζε, όλα τα μαχαίρωνε η Κούλα, όχι παίζουμε, και το απόγευμα άρχιζαν τα σίριαλςςςς, «ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΖΩΗ» και «ΛΑΜΨΗ» του Φώσκολου, και παράλληλα ένα σωρό βραζιλιάνικα.

Αυτή ήταν η ζωή της Κούλας, είχε γίνει ένα με τη Βίρνα Δράκου και τη Μαρία της γειτονιάς, παρακολουθούσε από μόδα μέχρι αθλητικά, ήταν πλήρως ενημερωμένη και εξαρτημένη από την τι-βι. Αυτή ήταν η καλύτερή της φίλη, και εγώ, το άλλο της μισό, στα σκοτάδια και στον ύπνο τον βαθύ… Και όχι τίποτε άλλο, αλλά είχα γίνει και τρεις φορές μάνα! Κατά το απόγευμα όμως έσκαγε μύτη στο σπίτι του ο Τακούλης, να φάει, και να δει λίγο σαν πατέρας τα παιδιά του ο άνθρωπος.

Ε, και μόλις κοιμηθούν τα παιδιά και η Κούλα, να γίνει το επιθυμητό «μπες βγες», μην ξεχνάμε και τις συνήθειές μας! Ελα όμως που την ώρα του «μπες βγες» είχε σίριαλς! Και τώρα, τι γίνεται τώρα; Πες μου, σε παρακαλώ! Εννοια σας και έδωσε τη λύση της η Κούλα, έβαλε την τηλεόραση λοξά απέναντί της στην κρεβατοκάμαρα, και ανάλογα με τη στάση (προτιμούσε ή την ιεραποστολική ή την πλαϊνή), μη χάνει και τη συνέχεια του σίριαλ η γυναίκα… Είπαμε, είναι άνδρας μας, τον αγαπάμε, τον φροντίζουμε, τον έχουμε κορόνα στο κεφάλι μας, του τα ’χουμε όλα στο χέρι, αλλά μη χάνουμε και το σίριαλ για το «μπες βγες», νισάφι!

«Μία διασκέδαση έχω και εγώ, Κατερίνα μου, τι να κάνω;» έλεγε και ξανάλεγε η Κούλα στη φίλη της την Κατερίνα. «Αφού το βλέπω κάθε μέρα, κακό είναι; Τι να κάνω; Να χάσω τη συνέχεια; Κρίμα δεν είναι; Αχ, βρε Κατερίνα μου, τόσο καιρό το παρακολουθώ και δεν έχω και βίντεο να το γράφω. Αμα το χάσω, χάθηκα! Ποιος θα μου πει τη συνέχεια; Η μάνα μου δεν το βλέπει. Ο Τάκης μου ας κάνει τη δουλειά του, εμένα δεν με ενοχλεί, ούτε παρεξηγιέμαι, καλέ, αλήθεια σου λέω, δεν με ενοχλεί καθόλου. Το θέλει αυτό το πράμα, τι να κάνω κι εγώ, να μη του το δώσω; Γίνεται; Αμ, δεν γίνεται, αφού είμαι στεφανωμένη μαζί του και είναι άντρας μου και πατέρας των παιδιών μου».

Και με τη σειρά της η Κατερίνα τη ρωτούσε γιατί και αυτή δεν πίστευε στα αφτιά της: «Και ο Τάκης τι κάνει όταν κοιτάς τηλεόραση, ρε Κούλα μου;» «Τι να κάνει, φιλενάδα μου, τη δουλειά του κάνει ο άνθρωπος! Σάμπως τον ρωτάω ή δίνω και πολλή σημασία, νομίζεις; Ο,τι θέλει ας κάνει, εγώ έχω τη δική μου δουλειά και εκείνος κάνει τη δική του, κι όταν μ’ εμποδίζει και τον σπρώχνω λίγο μαλακά να πάει πιο πέρα γιατί όταν μου κρύβει την τηλεόραση χάνω τη δράση, παρακολουθώ, σου λέω, φιλενάδα, άσε, μην το συζητάς. Αστεία λέμε τώρα;»

Απορούσε κιόλας η Κούλα: «Αστεία λέμε τώρα;» Αμ, δυστυχώς δεν λέμε αστεία, κοπέλα μου, αλλά αστείες και ταυτόχρονα δραματικά δραματικές πραγματικότητες.

Κι όταν η Κατερίνα ρώτησε την Κούλα αν, αν ποτέ γνώρισε τον οργασμό, εκείνη της απάντησε με απόλυτη φυσικότητα: «Κοίτα, ότι τον ξέρω, τον ξέρω, γιατί τον έχω δει πολλές φορές στην Ελένη και στη Ρούλα που έχει πάει καλεσμένος, αλλά δεν έτυχε ποτέ να τον γνωρίσω προσωπικά, ούτε έχω πάει στο ιατρείο του»… Χωρίς σχόλια…

Είναι ικανή να δει στον δρόμο τον Ασκητή και να του πει: «Τι κάνετε, κύριε Οργασμέ;»

Εσείς πείτε μου τώρα, γιατί απορείτε; Αφού για την Κούλα είναι απολύτως φυσικό, σου λέει για να πηγαίνει ο Οργασμός στις εκπομπές, στην Ελένη, στη Ρούλα και γενικά να γυρίζει όπου τον καλούν, δεν μπορεί, γιατρός θα είναι! Ο Dr Οργασμός! Τον βάφτισε κιόλας! Εχεις δίκιο, Κούλα μου, ντόκτορ είναι ο «οργασμός», και τι ντόκτορ, γιατρεύει από πάσαν μαλακίαν, που λένε και οι Γραφές! Και σου εύχομαι να τον γνωρίσεις κάποια ημέρα, μήπως και σε γιατρέψει και δω και εγώ το καψερό άσπρη μέρα με εσένα που έμπλεξα.

Αχ, ρε Κούλα… Τόσα σίριαλ με λάθος πρωταγωνιστή…

Αχ, ρε Κούλα… Αχ, ρε Κούλααααα

Εγώ… Το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής σας…

ΣΑΣΑ ΣΤΑΜΑΤΗ

{{-PCOUNT-}}63{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ