Ο «άγνωστοςΤσιτάνης»

Ο γιος του τεράστιου δημιουργού αποκαλύπτει μικρές αλλά σημαντικές στιγμές του που δεν είναι γνωστές.


Εχουν ήδη περάσει τριάντα ολόκληρα χρόνια από εκείνη την ημέρα της 18ης Ιανουαρίου του 1984, όταν σίγησε για πάντα το μπουζούκι του, αλλά η φωνή και τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη εξακολουθούν να μιλούν στις καρδιές όλων.


Τραγούδια που στέκουν αγέρωχα στον χρόνο και ξεδιψούν τις ψυχές που αναζητούν την αυθεντική ευαισθησία. Ο μεγάλος δάσκαλος «έφυγε» την ημέρα των γενεθλίων του, 69 χρόνια μετά τη γέννησή του στις 18 Ιανουαρίου του 1915, έχοντας αφήσει χρυσή κληρονομιά στο ελληνικό τραγούδι, αλλά και αποτελώντας παράδειγμα σεμνότητας.


«Το έργο και τα τραγούδια του μιλούν από μόνα τους. Ο,τι και να πω για τον πατέρα, τον καλλιτέχνη θα είναι λίγο» λέει στην «Εspresso της Κυριακής» ο Κώστας Τσιτσάνης, ο γιος του δημιουργού που αγαπήθηκε με πάθος από τους Ελληνες. «Δεν μου αρέσει να δίνω συνεντεύξεις, δεν μιλάω για τον πατέρα μου στα μέσα» συμπληρώνει διατηρώντας κι εκείνος ίσως την ταπεινότητα του πατέρα του, που ποτέ δεν ξέχασε τους ανθρώπους του, ούτε και την πατρίδα του, τα Τρίκαλα, τον τόπο που άφησε για να έρθει στην Αθήνα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Για τον τραγουδιστή και συνθέτη έχουν γραφτεί εκατοντάδες αφιερώματα, έχουν δοθεί αμέτρητες συναυλίες. Σήμερα η «Espresso της Κυριακής» αποκαλύπτει μικρές αλλά σημαντικές στιγμές του Βασίλη Τσιτσάνη, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές. Στιγμές όπως τις έζησαν φίλοι του, γνωστοί, οι θαυμαστές του ή ακόμη όπως τις διηγήθηκε ο ίδιος…


Με πρώτο του όργανο το βιολί: Το 1927 ο μικρός Βασίλης Τσιτσάνης φοιτά στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου και παρακολουθεί μαθήματα βιολιού. Στα Τρίκαλα φτάνει ο Ιταλός μαέστρος Ραφαέλ Γιόσα με το τρίο Μπαρόνι και ο Βασιλάκης μπαίνει στους μαθητές του παρακολουθώντας τον με δέος. Κάποιος εισαγγελέας που νοικιάζει το σπίτι τους εντυπωσιάζεται από την ωριμότητα του μικρού Βασίλη και του δίνει το παρατσούκλι «Μεσσίας». Ενα χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1928, ο «Μεσσίας» πιάνει το μπουζούκι (ένα μαντολίνο που ο πατέρας του είχε μετατρέψει σε μπουζούκι και δεν άφηνε κανέναν να το ακουμπήσει) και παίζοντας διαρκώς γίνεται όλο και καλύτερος, μέχρι να γράψει τα πρώτα του τραγούδια σε ηλικία 14 ετών!
 
Στη Νομική για έναν έρωτα: Το 1933 ο Βασίλης Τσιτσάνης αφήνει πίσω του τα Τρίκαλα και έρχεται στην Αθήνα, εκμεταλλευόμενος το μισό εισιτήριο στο τρένο για την υποδοχή του βασιλιά. Στον σταθμό τον περιμένει ένας φίλος του, με τον οποίο λίγο καιρό αργότερα παίζουν μουσική σε μικρά ταβερνάκια. Στόχος του ήταν να μπει στη Νομική Σχολή και να σπουδάσει. Ηθελε να μορφωθεί για να διαψεύσει αυτούς που τον αμφισβητούσαν και τον χλεύαζαν στην κλειστή κοινωνία των Τρικάλων, μεταξύ των οποίων μια συμμαθήτριά του, κόρη δικηγόρου, που την είχε ερωτευτεί.


Η μοίρα ωστόσο είχε γι’ αυτόν άλλα σχέδια. Δύο χρόνια μετά ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ σκαρώσανε», το οποίο είχε στίχο χασικλίδικο, μια και δεν υπήρχε ακόμα η απαγόρευση, που ήρθε με τη δικτατορία του Μεταξά (4 Αυγούστου του ’36).


Το «αντίο» στον φίλο: Σε νεαρή ηλικία ο Βασίλης Τσιτσάνης χάνει τον καλύτερο του φίλο από φυματίωση. Καθόλου συμφιλιωμένος με τον θάνατο, του στοιχίζει πολύ. Οταν το φέρετρο κατεβαίνει στον τάφο, τον αποχαιρετά με ένα καταπληκτικό σόλο στο μπουζούκι. Για χρόνια ολόκληρα όλοι συζητούσαν το ξεχωριστό «αντίο» που είπε ο Τσιτσάνης στον «κολλητό» του.


Κρατητήριο για τα τραγούδια: Φαντάρος στο Τάγμα Τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη από τον Μάρτιο του 1938, ο νεαρός Βασίλης έχει οίστρο και γράφει συνεχώς τραγούδια, τα οποία ηχογραφεί στην Αθήνα, όπου κατεβαίνει όποτε έχει άδεια. Ο χρόνος όμως συχνά δεν φτάνει κι εκείνος δεν γυρνά εγκαίρως στο στρατόπεδο, με αποτέλεσμα να τον κλείνουν στο κρατητήριο, όπου γράφει ακόμη πιο εντατικά! Εκεί, κλεισμένος στο «πειθαρχείο του τάγματος στο Ντεπό, μια χειμωνιάτικη βραδιά» γράφει την «Αρχόντισσα», που όταν κυκλοφόρησε, «έγινε σεισμός, την τραγουδούσαν όλες οι κοινωνικές τάξεις, όλη η Ελλάδα…».


Το τραγούδι το αφιερώνει στον φίλο και συμμαθητή του Λάκη, που ήταν ανέλπιδα ερωτευμένος με την πλούσια καλλονή Ελίζα από την Αθήνα. Την έχει γνωρίσει και ο ίδιος, ύστερα από την επιμονή του φίλου του. «Ηταν μια πανέμορφη κοπέλα με μαύρα μαλλιά. Οταν ο Λάκης έφυγε για λίγο, μου έδωσε σε ένα χαρτάκι τη διεύθυνσή της και μου είπε να πάω την επομένη να τη συναντήσω στο σπίτι της». Πριν φύγει, η κοπέλα τού είπε μια φράση που τον ξένισε: «Βασίλη, εγώ δεν θα ερωτευτώ ποτέ ξανά στη ζωή μου. Κάθε βράδυ τον έχω δίπλα μου, κλαίμε και γελάμε μαζί, μοιραζόμαστε τον πόνο μαζί».


Την επόμενη μέρα ο Τσιτσάνης την επισκέφθηκε στο σπίτι της, «ένα μεγάλο αρχοντικό». Τη βρήκε να κάθεται στο σαλόνι. «Μόλις με είδε, σηκώθηκε για να με χαιρετήσει. Αφού μιλήσαμε για αρκετή ώρα, της ζήτησα να μου εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε όταν είπε ότι κάθε βράδυ τον έχει δίπλα της. Με πήρε και με πήγε στο δωμάτιό της και πίσω από μια κουρτίνα μου έδειξε μια προτομή, που δεν θυμάμαι αν ήταν γύψινη ή μαρμάρινη, και ένα μεγάλο κάδρο. “Τον βλέπεις, Βασίλη; Αυτός είναι ο άγγελός μου (Αγγελος ήταν το όνομά του άντρα της), κάθε βράδυ είναι δίπλα μου, γελάμε και κλαίμε μαζί”. Μου αφηγήθηκε πόσο ευτυχισμένη ήταν όταν παντρεύτηκαν, αλλά και τον τραγικό θάνατό του όταν πήγαν για μπάνιο και αυτός έπεσε από κάτι βράχια».


Στο στρατιωτικό νοσοκομείο με το μπουζούκι του: «Ηταν Δεκέμβρης του ’49 -πλησίαζαν Χριστούγεννα- και στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο των Αθηνών έπεφτε ακόμα ένα βράδυ. Οι δώδεκα τραυματίες στρατιώτες, στοιβαγμένοι στον ίδιο θάλαμο ένα χρόνο τώρα, ξεγελούσαν πότε τον πόνο με την ανία και πότε την ανία με τον πόνο τους. Η νοσηλεύτρια της βάρδιας μοίρασε τα φάρμακα και έσβησε όλες τις γκαζόλαμπες, εκτός από αυτήν στην είσοδο του θαλάμου. Τότε φάνηκε στην πόρτα μια ψηλόλιγνη αντρική φιγούρα που κρατούσε ένα μπουζούκι» διηγείται ο Νικήτας Κακαβάς, έχοντας ακούσει πολλές φορές την ιστορία από τον παππού του.


«Ξοπίσω του ακολουθούσαν ακόμη ένας άντρας με μια κιθάρα και μια στρουμπουλή γυναίκα, νέα, καθώς φανέρωνε το άρωμά της, φορτωμένοι με στολισμένα κουτιά. “Γεια σας, παλικάρια!” ακούστηκε μια φωνή. “Ηρθαμε να σας φέρουμε κάνα γλυκό και να σας τραγουδήσουμε, μέρες που ‘ναι”. Ο άντρας αυτός ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, παρέα με τον αχώριστο φίλο Γιώργο Δέδε και τη Μαρίκα Νίνου. Στον θάλαμο επικράτησε ιερή σιωπή, “τα σα εκ των σων”! Ενα ρε μινόρε αντήχησε και ξεκίνησε η φωνή του Τσιτσάνη: “Κάποια μάνα αναστενάζει / μέρα νύχτα ανησυχεί”. Το ένα τραγούδι έφερνε το άλλο. “Ο τραυματίας”, “Αχάριστη”, “Πήρα τη στράτα κι έρχομαι”, “Πάλιωσε το σακάκι μου”…


»Για λίγες στιγμές τα δώδεκα αυτά παιδιά -άλλα τυφλωμένα, άλλα με κομμένα πόδια, άλλα μισότρελα- έγιναν ξανά οι δώδεκα ακέραιοι νέοι που ήταν πριν ξεσπάσει ο αδελφοκτόνος πόλεμος. Ο Τσιτσάνης χάθηκε στο λιγοστό φως της πόρτας. Απρόσμενα, όπως ακριβώς τους φανερώθηκε».


Αργά: «Δηλαδή, θέλω να πω ότι έτσι που τα έγραφα (σ.σ.: τα τραγούδια) και τα τραβούσα στον χρόνο, με τη στασιμότητα του χρόνου που έδινα στα τραγούδια, τα έκανα πιο φανταχτερά. Εβγαιναν πιο αληθινά, πιο φαντασμαγορικά, έβγαιναν από την ψυχή μου αληθινά στολίδια. Τραβούσα τον χρόνο και τα έκανα αργά, και αμέσως θα σου πω το γιατί: Στον αργό ρυθμό μπορείς να δώσεις ό,τι καλύτερο έχεις… ενώ με τον γρήγορο ρυθμό δεν μπορείς να δώσεις τίποτα περισσότερο, ούτε και να εκφράσεις τίποτα περισσότερο».


«Το βαπόρι» της επιτυχίας: Το 1977 οι θαμώνες του Σκοπευτηρίου, όπου έβγαινε στο πάλκο ο Τσιτσάνης μαζί με τη Λιζέτα Νικολάου, ακούν, λατρεύουν και μαθαίνουν ένα καινούργιο, ακυκλοφόρητο τραγούδι του. Είναι «Το βαπόρι απ’ την Περσία», βασισμένο στην αληθινή ιστορία του υπό κυπριακής σημαίας μότορσιπ «Γκλόρια», που είχε αποπλεύσει από τη Βηρυτό με προορισμό την Αμβέρσα, φορτωμένο με 11 τόνους κατεργασμένου χασίς. Τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν έδειξαν ότι ο πλοίαρχος του «Γκλόρια» Νίκος Ξανθόπουλος ή «Κάπτεν Νικ» ήταν συνεργάτης των αμερικανικών υπηρεσιών Δίωξης Ναρκωτικών και η υπόθεση ήταν «στημένη» (όπως επισημαίνει και ο Τσιτσάνης στο τραγούδι του). Μέχρι ο Βασίλης Τσιτσάνης να μπει στο στούντιο, το τραγούδι είχε γίνει ήδη τεράστια επιτυχία, με αποτέλεσμα να το ξέρουν όλοι, όταν πλέον κυκλοφόρησε σε δίσκο.


Ο Τσιτσάνης επιστρέφει στα Τρίκαλα


Ο Δήμος Τρικκαίων αναγνωρίζοντας την αξία, το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του έθεσε ως έργο προτεραιότητας την ίδρυση και λειτουργία του Κέντρου Ερευνας «Βασίλης Τσιτσάνης». Ετσι, 30 χρόνια μετά τον θάνατό του το όραμα γίνεται πράξη, ο Τσιτσάνης επιστρέφει στη γενέτειρα πόλη και τα στοιχεία και ντοκουμέντα από τη ζωή και το έργο του θα βρουν στέγη στις παλιές φυλακές των Τρικάλων. Σε μια έκταση 4.814 τ.μ., στην οποία δεσπόζει το διώροφο κτίριο των Ποινικών Φυλακών Τρικάλων, θα στεγαστεί το Κέντρο Ερευνας «Βασίλης Τσιτσάνης», όπου θα εκτίθεται όλο το υλικό που έχει συγκεντρωθεί από τη δωρεά της οικογένειας, καθώς και αυτό που ο δήμος με δικούς του πόρους απέκτησε από συλλέκτες και ερευνητές. Οι εργασίες έχουν ήδη αρχίσει και όλοι ευελπιστούν ότι θα ολοκληρωθούν το 2015, οπότε θα συμπληρωθούν 100 χρόνια από τη γέννησή του.


ΓΙΟΥΛΗ ΣΤΑΡΙΔΑ

{{-PCOUNT-}}4{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ