Εγώ, η Βέμπο και η υπέροχη Μαρινέλλα!

Ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας μιλά για τη θεατρική παράσταση που σπάει τα ταμεία, θεωρώντας την επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε και εξηγεί τα επόμενα επαγγελματικά σχέδιά του.


«Θέλω να συναντήσω καλλιτεχνικά τη Βέμπο μέσα από τη δική σου σκηνοθετική ματιά» του είπε η Μαρινέλλα και εκείνος χωρίς σκέψη και ενδοιασμό αποφάσισε να της υλοποιήσει ένα καλλιτεχνικό όνειρό της σε μια στιγμή που η ζωή και τα τραγούδια της μεγάλης ερμηνεύτριας της νίκης φαντάζουν πιο επίκαιρα από κάθε άλλη φορά. Ενα εγχείρημα δύσκολο και απαιτητικό, ταυτόχρονα σπουδαίο και μοναδικό, όπως είναι και οι περισσότερες από τις δουλειές που έχει υπογράψει τα τελευταία χρόνια ο χαρισματικός σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας.


«Δεν μπορούσα και δεν ήθελα με τίποτα να της αρνηθώ. Ηθελα να είμαι εκείνος που θα της πραγματοποιούσε το μεγάλο της όνειρο, που από τη μια ήταν να τραγουδήσει τα τραγούδια της Βέμπο και από την άλλη να δείξει το ποια ήταν πραγματικά αυτή η σπουδαία γυναίκα» εκμυστηρεύεται στην «Espresso της Κυριακής» ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας, ο οποίος υπογράφει και τα κείμενα στη μεγαλύτερη υπερπαραγωγή των τελευταίων ετών «Η Μαρινέλλα συναντά τη Βέμπο».


«Εναν ολόκληρο χρόνο δουλεύαμε ασταμάτητα πάνω στην προσωπικότητα και την καλλιτεχνική πορεία της Σοφίας Βέμπο. Στόχος μας δεν ήταν να παρουσιάσουμε μόνο τη βιογραφία της, αλλά να δείξουμε μέσα από εκείνη, την εποχή της και τις αναφορές της τις δύσκολες στιγμές της χώρας καθώς και πώς εκείνη ανταποκρίθηκε και πώς τα έζησε όλα αυτά. Μελετήσαμε τα πάντα γύρω από τη Βέμπο, ακούσαμε και μάθαμε μυστικά για τραγούδια που εξακολουθούν να θεωρούνται μεγάλες επιτυχίες. Σε όλα αυτά από κοντά και η Μαρινέλλα, που ήταν σαν να ζούσε ξανά την πρώτη της γνωριμία με το καλλιτεχνικό ζευγάρι Βέμπο – Τραϊφόρος και τη στιγμή που την πλησίασε αργότερα ο μεγάλος δημιουργός -μετά τον θάνατο της Βέμπο- και της ζήτησε να ερμηνεύσει εκείνη τα τραγούδια της».


Η συγκίνηση


Επειτα από ατελείωτες ώρες καλλιτεχνικής δημιουργίας και σκέψης, ο σκηνοθέτης κατάφερε να συλλάβει την ιδέα που θα ενώσει τις δύο αυτές ισχυρές προσωπικότητες επί σκηνής, χωρίς η μία να επισκιάζεται από την άλλη. «Το θέμα δεν ήταν η Μαρινέλλα να παραστήσει τη Βέμπο, άλλωστε δεν ήταν αυτός ο στόχος μας. Αυτό που θέλαμε ήταν να παρουσιάσουμε στη σκηνή την πορεία της, με τη Μαρινέλλα να ενσαρκώνει έναν φανταστικό χαρακτήρα, ο οποίος έχει αρκετά στοιχεία αφήγησης, ενώ μοιάζει πολλές φορές να είναι η σκέψη της Βέμπο. Από την άλλη, ο θεατής έχει την ευκαιρία να δει τη ζωή της μεγάλης ερμηνεύτριας. Το πώς ξεκίνησε, πώς έζησε με την οικογένειά της, τη σχέση της με τον Τραϊφόρο, τους πολέμους, τα επαναστατικά τραγούδια της και όλη τη ζωή της μέσα από τη συμμετοχή των σπουδαίων ηθοποιών που παίρνουν μέρος στην παράσταση.


Υπάρχουν κάποιες στιγμές που είναι πολύ ιδιαίτερες και συγκινητικές για τη Μαρινέλλα, τον κόσμο, όλους μας» εξηγεί ο σκηνοθέτης, ο οποίος μας αναφέρει ότι η Μαρινέλλα προκειμένου να είναι τέλεια στη σκηνή δούλεψε πάρα πολύ σκληρά. «Αυτή η γυναίκα είναι απίστευτη, μοναδική, ξεχωριστή. Μπορεί να δουλεύει ατελείωτες ώρες και να μην κουράζεται ποτέ. Υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαμε να την ακολουθήσουμε. Εχει παθιαστεί τόσο πολύ με τον ρόλο της και με όλο αυτό που συμβαίνει που κάθε φορά δίνει όλο της τον εαυτό. Χαίρομαι απίστευτα για εκείνη αλλά και για το γεγονός ότι το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει την επιλογή της για το ανέβασμα της ζωής της Βέμπο. Οσο για τη φωνή της, υπέροχη, κρυστάλλινη όπως πάντα».


Πόσο επίκαιρη μπορεί να θεωρηθεί σήμερα η ζωή και η καλλιτεχνική πορεία της τραγουδίστριας της νίκης που συνέδεσε τη φωνή της με τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης Ιστορίας της Ελλάδας; «Είναι απίστευτα επίκαιρη και θα είναι για πάντα. Αρκεί να αναλογιστεί κάποιος ότι γεννήθηκε το 1910 και πέθανε το 1978, που σημαίνει ότι έζησε στις πιο τραγικές και ένδοξες δεκαετίες της χώρα μας. Υπάρχει ένα τραγούδι της με τον τίτλο “Κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου”, που, αν το ακούσει σήμερα κάποιος με την κρίση που μας έχει κυριεύσει, θα νομίζει ότι γράφτηκε σήμερα. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλά άλλα τραγούδια της, μέσα από τα οποία σκιαγραφήθηκε μια ολόκληρη εποχή» αναφέρει ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας. Μέχρι αυτή την ώρα το μουσικοχορευτικό θέαμα «Η Μαρινέλλα συναντά τη Βέμπο» έχουν δει παραπάνω από 40.000 θεατές, ενώ σε λίγες εβδομάδες θα έχουν τη χαρά να το απολαύσουν και οι Θεσσαλονικείς.


Εκτός όμως από τη σπουδαία αυτή παράσταση, ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας ετοιμάζεται να υπογράψει σκηνοθετικά το επόμενο διάστημα και την «Τρελή του Σαγιό» του Ζαν Ζιροντού για την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. «Είμαστε σε πρόβες με την Αννα Παναγιωτοπούλου, που πρωταγωνιστεί στην παράσταση. Μια εξαιρετική ηθοποιός, πολύ φίλη μου, που την αγαπώ και την εκτιμώ ιδιαίτερα. Το έργο είναι επίσης επίκαιρο και θα αρέσει πολύ στο κοινό. Με την Αννα δέκα χρόνια το συζητούσαμε το έργο αυτό και τελικά ήρθε η ώρα. Χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να δουλέψω σε τόσο ωραίες και σπουδαίες παραγωγές και ειδικά αυτή την εποχή που οι μεγάλες δουλειές είναι λίγες. Η εποχή που ο Φίνος βάζοντας τα λεφτά έπαιρνε τηλέφωνο τον Σακελλάριο να γράψει ένα έργο για την Αλίκη και τον Δημήτρη, που ήδη είχε κλείσει και τον Χατζιδάκι για τη μουσική, μοιάζει να είναι πάρα πολύ μακριά, αφού σήμερα είναι ελάχιστοι αυτοί που τολμούν» λέει ο Πέτρος Ζούλιας


Η συμβουλή του Νίκου Κούρκουλου


Ο Πέτρος Ζούλιας γυρίζοντας πίσω τον χρόνο θυμάται τη συμβουλή που του είχε δώσει έναν μήνα προτού φύγει από τη ζωή ο διευθυντής τότε του Εθνικού Θεάτρου Νίκος Κούρκουλος: «Με είχε καλέσει να αναλάβω μια παράσταση για το Rex. Εγώ νέος τότε σκηνοθέτης και μου φαινόταν πολύ δύσκολο αυτό, αφού μιλάμε για ένα μεγάλο θέατρο. Μόλις του εξέφρασα τους φόβους μου για το αν θα καταφέρουμε να το γεμίσουμε, με κοίταξε και μου είπε:


“Είτε σε θέατρο πενήντα θέσεων είτε σε χιλιάδων θέσεων, αν έχεις κάτι να πεις ως σκηνοθέτης, ο θεατής θα το ακούσει και θα το επεξεργαστεί”. Τη συμβουλή αυτή την έχω πάντα μέσα μου, ακόμα και έπειτα από τόσα χρόνια που κάποιοι τόλμησαν να με χαρακτηρίσουν μάγειρα για μικρές κατσαρόλες. Θέλω να πιστεύω πως με τις δουλειές που έχω υπογράψει τα τελευταία χρόνια όλους αυτούς που έτρεξαν να πουν κάτι για μένα τους έχω διαψεύσει».


Λαμπρή πορεία πίσω από τα φώτα


Ο Πέτρος Ζούλιας γεννήθηκε το 1965 στον Πειραιά. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τη σχολή θεατρικής και κινηματογραφικής σκηνοθεσίας του Λυκούργου Σταυράκου και τη δραματική σχολή της Ρούλας Πατεράκη. Το 1990 τιμήθηκε με το Α’ Βραβείο στο Φεστιβάλ Δράμας για την ταινία του «Μαγική Λυχνία». Το 1995 η ταινία του «Παραμονή Πρωτοχρονιάς» απέσπασε πέντε βραβεία στο ίδιο φεστιβάλ. Το 1998 δημιούργησε τον θεατρικό πολυχώρο Χώρα Τεχνών στο κέντρο της Αθήνας, όπου φιλοξενήθηκαν πολλές σημαντικές θεατρικές, μουσικές και χοροθεατρικές παραστάσεις, ελληνικές και ξένες. Κατά την περίοδο 2004-2005 το Χώρα φιλοξένησε το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας (Νέα Σκηνή). Τα τελευταία χρόνια έχει υπογράψει σκηνοθετικά τις παραστάσεις «Δεν μ’ αγαπάς, μ’ αγαπάς», «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», «Η Κρητικοπούλα» (οπερέτα), «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Η θεία και εγώ», «Αίμα στο χιόνι» κ.ά.


ΘΑΝΟΣ ΜΑΚΡΟΓΑΜΒΡΑΚΗΣ – Φωτ.: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΟΛΦΟΜΗΤΣΟΣ

{{-PCOUNT-}}4{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ