Θα «δένονταν» με κουμπαριά

Το καρτέρι θανάτου δεν άφησε τους δύο νέους να δυναμώσουν κι άλλο τη φιλία τους

Σε λίγες ημέρες επρόκειτο να παντρευτεί ο 26χρονος Κωνσταντίνος Σγούρος που βρήκε τον θάνατο στη δολοφονική ενέδρα που του έστησαν στη δυτική Μάνη οι δύο 18χρονοι, οι οποίοι απολογούνται σήμερα στον ανακριτή! Μάλιστα, κουμπάρος θα ήταν το δεύτερο θύμα του εγκλήματος, ο στρατιωτικός Γιάννης Κομμάτης. Η αρραβωνιαστικιά του άτυχου νέου επισκέφθηκε την Αστυνομική Διεύθυνση Μεσσηνίας συνοδευόμενη από τον αδελφό του θύματος, Γιάννη, όπου κατέθεσε ότι το πρωί της Τρίτης που αναζητούσαν ίχνη του εξαφανισμένου τότε Κωνσταντίνου είχαν πάει στη γέφυρα της Κοσκάρακας, όπου ο ίδιος τους είχε πει ότι θα πήγαινε σε ένα ραντεβού μαζί με τον Κομμάτη προκειμένου να δουν κάποιο αυτοκίνητο.

«Οταν σταματήσαμε στη γέφυρα, είδαμε έναν νεαρό. Αμέσως η αρραβωνιαστικιά του τον αναγνώρισε ως ένα παιδί που πάνε μαζί στο γυμναστήριο. Του κάναμε νόημα να σταματήσει κι αυτός ανέπτυξε ταχύτητα κι έφυγε. Δεν κρίναμε ότι είναι κάτι και δεν το αναφέραμε στις Αρχές. Οπως αποδείχθηκε όμως, είναι τελικά το άτομο που κατηγορείται για τη δολοφονία του αδελφού μου!» λέει ο Γιάννης Σγούρος. «Ο αδελφός μου ήταν καλό παιδί, τον γνωρίζει όλη η Καλαμάτα, δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα. Ηταν εντάξει στις υποχρεώσεις του. Εμείς πιστεύουμε στο προμελετημένο έγκλημα. Σίγουρα το είχαν σχεδιάσει» πρόσθεσε ο κ. Σγούρος.

Σε ιδιαίτερα βαρύ κλίμα έπεσε το μεσημέρι του Σαββάτου στη Σάμο η αυλαία του διπλού φονικού στη Μάνη. Συγγενείς και φίλοι του «αγαθού γίγαντα» Γιάννη Κομμάτη, φορώντας λευκά ρούχα, όπως είχαν ζητήσει οι γονείς του, τον συνόδευαν στην τελευταία κατοικία του μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία που εψάλη στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Κοκκάρι. Συγκίνηση σκόρπισε ο πατέρας του αδικοχαμένου στρατιωτικού Λευτέρης, που αποκάλυψε ότι βαθιά μέσα του ήταν έτοιμος ότι κάποια στιγμή το παιδί του θα πάθαινε κακό, όχι όμως με τον τρόπο που συνέβη! «Φοβόμουν με τα αλεξίπτωτα, φοβόμουν με τις διάφορες αποστολές που έκανε στις Ειδικές Δυνάμεις, αλλά να μου τον φέρουν με οκτώ πισώπλατες σφαίρες δεν το περίμενα με τίποτα!» έλεγε απαρηγόρητος.

Στη μνήμη του 25χρονου δεκανέα, η διοίκηση της ομάδας του χωριού, στην οποία ανήκε ο Γιάννης Κομμάτης, συγκεντρώνει χρήματα για μια κοπέλα ίδιας ηλικίας από την περιοχή, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας: «Το Δ.Σ. του ΑΨΕΣΚ Αρίσταρχου αποφάσισε αντί στεφάνου να καταθέσει χρηματικό ποσό με καταθέτη τον Γιάννη, σε συνομήλικη συμπατριώτισσά μας, η οποία για σοβαρούς λόγους υγείας πρέπει να αναχωρήσει άμεσα για κλινική του εξωτερικού. Καλό ταξίδι, Γιάννη…» αναφέρει η σχετική ανακοίνωση του αθλητικού σωματείου.

«Εγώ τον πυροβόλησα, ο Παναγιώτης έκανε εμετό», λέει ο δράστης

ΜΕ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ λεπτομέρειες περιγράφει ο 18χρονος Νίκος Μ., ένας εκ των δύο 18χρονων, πώς πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Σγούρο και τον Γιάννη Κομμάτη τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου, όταν ο πρώτος έπιασε από τον σβέρκο τον φίλο του, Παναγιώτη Μ., για να πάνε εκεί όπου υποτίθεται ότι βρισκόταν το αυτοκίνητο που ήθελαν να του δείξουν: «Εγώ μόλις είδα αυτή τη σκηνή φοβήθηκα για τον φίλο μου και για μένα και βγήκα από το αυτοκίνητο ακολουθώντας τους γρήγορα. Ο Παναγιώτης με άκουσε που τους ακολουθούσα, γύρισε, με είδε και τους ξέφυγε γρήγορα προς την άκρη του δρόμου και τότε εγώ πυροβόλησα. Ημασταν φοβισμένοι και τρέμαμε, ενώ ο Παναγιώτης έκανε εμετό. Από την τρομάρα μας δεν πλησιάζαμε προς το σημείο τους…» παραδέχτηκε στην προανακριτική απολογία του στους αστυνομικούς της Ασφάλειας Καλαμάτας, την οποία δημοσίευσε η «Καθημερινή».

Ο 18χρονος κατηγορούμενος εξηγεί γιατί πήγαν οπλισμένοι στο ραντεβού με τα θύματα για την αγοραπωλησία αναβολικών, επειδή ο Σγούρος σε συζητήσεις τους είχε ισχυριστεί ότι είχε στην κατοχή του ένα πιστόλι Glock κι ένα περίστροφο Smith & Wesson, τα οποία πάντως δεν βρέθηκαν: «Επειδή ο Σγούρος ζήτησε από τον Παναγιώτη να συναντηθούν εκτός Καλαμάτας κι επειδή ο Παναγιώτης φοβήθηκε, πήρε μαζί του και την καραμπίνα (…) Επειδή ήμασταν πολύ φοβισμένοι, ο Παναγιώτης μου είπε ότι αν χρειαστεί, θα πυροβολήσουμε, όμως φοβόταν να πυροβολήσει και μου είπε αν χρειαστεί, να το κάνω εγώ».

Ο 18χρονος περιγράφει πώς προσπάθησε μαζί με τον συνεργό του να εξαφανίσει τα πτώματα. «Σύραμε το ένα πτώμα για να το πάμε πιο πάνω και να το πετάξουμε, αλλά επειδή δεν μας άρεσε το σημείο, γυρίσαμε πίσω και βάλαμε τα δύο πτώματα στην καρότσα του αγροτικού. Ψάχναμε να βρούμε ένα σημείο προς τη Μάνη για να τους πετάξουμε, όπως κι έγινε. Πήγαμε στο σπίτι μου στη Φιλοθέη και παρκάραμε απέξω. Εκεί, με το λάστιχο της βρύσης πλύναμε την καρότσα και πετάξαμε κάποια πράγματα δικά τους και δικά μας ρούχα, που είχαν λερωθεί, σε κάδο σκουπιδιών και την άλλη μέρα πετάξαμε τα τσαντάκια τους σε άλλο κάδο, εκεί δίπλα».

Μάνος Τσαγκαράκης 

{{-PCOUNT-}}12{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ