Ιστορίες με Ανδρέα και Μιμή!

Η ζωή σαν μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρδάκη (ιδιοκτήτης του θρυλικού κέντρου στο ρέμα της Χελιδονούς) που επέστρεψε από την Αμερική στην Ελλάδα και δημιούργησε το περίφημο κοσμικό στέκι στην Κάτω Κηφισιά

Γυναίκες, ακριβά αυτοκίνητα, πολυτελή κότερα, ταξίδια σε όλο τον κόσμο και τραπεζικές καταθέσεις πολλών εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Γιάννης Μαρδάκης έφυγε μετανάστης το 1960 περνώντας στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Ενας Γαλαξιδιώτης νεαρός τότε, που σε ηλικία μόλις 27 χρόνων κατέκτησε το αμερικάνικο όνειρο. Από οδηγός ταξί έφτασε να γίνει ζάπλουτος και να ζήσει μια ζωή σαν μυθιστόρημα…342rq245rt 2

Η νοσταλγία του όμως για την Ελλάδα τον έκανε να επιστρέψει το 1980 και να δημιουργήσει το θρυλικό κοσμικό κέντρο Ο Ιμερος του Αρία, στο ρέμα της Χελιδονούς. Από το στέκι της Κάτω Κηφισιάς, που θύμιζε περισσότερο ελβετικό σαλέ, παρέλασαν από πρωθυπουργοί και βουλευτές έως ηγέτες ξένων κρατών! Με τα «σκηνικά» που έχουν λάβει χώρα στο μουσικό στέκι (εμφανιζόταν η αφρόκρεμα των καλλιτεχνών, από τον Γιάννη Πάριο και τη Μαρινέλλα έως τον Στράτο Διονυσίου) ο ιδιοκτήτης του θα μπορούσε να γεμίσει βιβλία. Ο Ανδρέας Παπανδρέου με τη Μιμή του ζητούσε να κλείσει τραπέζι με τον μήνα, υπουργοί και βουλευτές έκαναν εκεί τα ανεπίσημα πολιτικά πηγαδάκια τους.

Η πρώτη δουλειά

Ο Γιάννης Μαρδάκης μπορεί να υπέστη οικονομική ζημιά από το θρυλικό μαγαζί και να αναγκάστηκε στα 60 του να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και να εργαστεί και πάλι από την αρχή, όμως οι αναμνήσεις που του χάρισε έχουν μείνει αποτυπωμένες βαθιά στη μνήμη και την καρδιά του.

342rq245rt 17«Την ιδέα να πάω στην Αμερική την έβαλαν οι θείοι μου» λέει ο Γιάννης Μαρδάκης ξετυλίγοντας στην «Espresso» το κουβάρι της ζωής του. Εφυγε από την Ελλάδα στις 7 Ιανουαρίου του 1960 και η πρώτη δουλειά του ήταν οδηγός στα ταξί του θείου του. Ο καιρός πέρασε, ο Γιάννης μάζεψε χρήματα και αφού έγινε Αμερικανός υπήκοος, το 1964 απέκτησε το δικό του ταξί, πληρώνοντας 22.000 δολάρια.

Την Πρωτομαγιά του 1965 κι έπειτα από δύο χρόνια γνωριμίας παντρεύεται την αγαπημένη του Νάνσυ με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Στο Σαν Φρανσίσκο ζει σε ένα σπίτι που όμοιό του δεν υπήρχε στην περιοχή. Ηταν επιβλητικό, με τεράστιο κήπο, πισίνα και γκαράζ που χωρούσε πέντε αυτοκίνητα. Σε μία από αυτές τις θέσεις πάρκαρε όλο καμάρι τη χρυσαφί Τζάγκουάρ του που κόστιζε μια περιουσία. Είχε όμως λεφτά ο «Giannis the Greek» και δεν τα τσιγκουνεύτηκε ποτέ. Ηταν κιμπάρης, αγαπούσε την άνετη, λουσάτη ζωή. Ομως το μυαλό του ήταν πάντα πίσω στην πατρίδα. Δεν ήθελε να τον… φάει η ξενιτιά. Είχε ήδη δώδεκα ταξί, τα οποία πούλησε σε μία νύχτα!342rq245rt 12

Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει στην Ελλάδα και να επενδύσει τα χρήματα της ξενιτιάς σε μια επιχείρηση διασκέδασης, όπως τη φανταζόταν από τότε που βρισκόταν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Ετσι έχτισε το ιστορικό κοσμικό κέντρο Ο Ιμερος του Αρία, μια έπαυλη στο ρέμα της Χελιδονούς, στην Κάτω Κηφισιά, ανάμεσα στα δέντρα, όπου εμφανισιακά δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από ένα ελβετικό σαλέ!

Με εμφάνιση «γαμπρών»

Ολο το αφάν γκατέ του επιχειρηματικού, εφοπλιστικού, αλλά κυρίως πολιτικού κόσμου διασκέδασε εκεί: πρωθυπουργοί, βουλευτές και ηγέτες ξένων κρατών. «Ντυμένο» στη χλιδή με κόκκινη βελούδινη επένδυση από τοίχο σε τοίχο, ήταν χτισμένο αμφιθεατρικά, με δύο τεράστια τζάκια στις απέναντι πλευρές της πίστας, γύρω από την οποία υπήρχαν καναπέδες. Ολοι σε μοβ χρώμα. Ο μετρ, τα γκαρσόνια και οι βοηθοί είχαν την εμφάνιση «γαμπρών» με λευκά κοστούμια το καλοκαίρι και βυσσινί τον χειμώνα, πάντα με παπιγιόν!342rq245rt 15

Οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες φορούσαν ακριβά ρούχα, τα οποία πλήρωνε ο επιχειρηματίας. «Μου άρεσαν η κομψότητα και η καθαριότητα» δηλώνει στην «Espresso» ο ιδιοκτήτης του Γιάννης Μαρδάκης.

Οσο για το όνομα; «Ο Ιμερος ήταν ένας από τους εραστές της Αφροδίτης, που τα έκανε όλα τέλεια. Ο Φίλων Αρίας ήταν ο γνωστός κονφερανσιέ της εποχής, που με βοήθησε πολύ με τις γνωριμίες του». Το μενού μπορούσε να ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό. «Περιελάμβανε φαγητά του φούρνου, μαγειρευτά και της ώρας. Μάλιστα είχα κάνει ειδική συμφωνία με κρεοπώλη της Κηφισιάς να μαζεύει με φορτηγό-ψυγείο τα καλύτερα φιλέτα από τα γύρω καταστήματα αλλά και την επαρχία.342rq245rt 6 Ηταν πιάτο της μόδας, όπως και οι γαρίδες». Στις 23 Δεκεμβρίου 1978 έγιναν τα εγκαίνια. Ηταν το γεγονός της χρονιάς! Καλεσμένοι πρόσωπα πολύ σημαντικά, που έφταναν με αστραφτερά πανάκριβα αυτοκίνητα. Οι κυρίες με τις γούνες τους και οι άντρες με κασμιρένια κοστούμια περνούσαν το κατώφλι με τον αέρα που τους εξασφάλιζε το οικονομικό status τους. Υπήρχε dress code το οποίο τηρούνταν ευλαβικά. «Δεν τολμούσε κανείς να έρθει χωρίς γραβάτα».

Οταν τραγουδούσαν αγκαλιά «Σε όποιον αρέσουμε»

Από το 1981 και μετά το μαγαζί απέκτησε… πολιτικούς φίλους, της τότε κυβέρνησης, του ΠΑΣΟΚ. Ανδρέας Παπανδρέου, Γεράσιμος Αρσένης, Δημήτρης Μαρούδας, Γιώργος Κατσιφάρας, Ακης Τσοχατζόπουλος, Νίκος Αθανασόπουλος, Μελίνα Μερκούρη.342rq245rt 19 «Σπάνια υπήρχε μέρα που να μην έρθει στο μαγαζί υπουργός ή βουλευτής τους» λέει ο Γιάννης Μαρδάκης και συνεχίζει: «Τακτικός θαμώνας ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου που συνόδευε πάντα τη Μιμή. Την πρώτη φορά που ήρθαν με ενημέρωσε για την άφιξή τους ο μετρ λέγοντάς μου: “Αφεντικό, αυτή έχει κάτι πλάτες… παρκάρει αεροπλάνο!” Τη θυμάμαι με σγουρά μαλλιά, έτσι ψηλή, εντυπωσιακή. Ο αείμνηστος λοιπόν μου ζητούσε ένα συγκεκριμένο τραπέζι. Αυτό που ήταν απέναντι από την ορχήστρα με τον άνετο καναπέ. Ηθελε να το νοικιάσει με τον μήνα! Μου έλεγε: “Πόσα θέλεις για να μου κρατάς ρεζερβέ το συγκεκριμένο τραπέζι κάθε μέρα;” Και του είπα: “Αν ξέρω ότι θα έρθεις, θα σ’ το κρατάω. Αλλιώς, όχι. Και των υπόλοιπων ανθρώπων τα χρήματα έχουν αξία”. Δεν καταλάβαινα από αξιώματα. Την επομένη, να πάλι ο Ανδρέας Παπανδρέου με τη Μιμή, παρέα με τον Αλέξανδρο Ακριβάκη και τη φιλενάδα του, τη Βούλα Τουρλουμούση, ξαδέρφη της Λιάνη. Επιναν, πετούσαν λουλούδια στην πίστα και γενικά εκείνο το βράδυ είχαν πολύ κέφι. Κάποια στιγμή πιάστηκαν και οι τέσσερις αγκαλιά και τραγουδούσαν “Σε όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε”». Κάποιοι από τους υπουργούς του ΠΑΣΟΚ ήταν αρκετά απαιτητικοί. «Οπως ο πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Μαρούδας. Εφτασε με τη συνοδεία του και ζητούσε τραπέζι. Το μαγαζί όμως ήταν γεμάτο. Αλλά εκείνος επέμενε. Του είπα αγανακτισμένος: “Πηγαίνετε εσείς μέσα, σηκώστε μια παρέα και καθίστε!”». Απαιτήσεις άρχισαν να έχουν και οι άνδρες της ασφάλειας του πρωθυπουργού. «Ερχονταν την επόμενη μέρα με τις φιλενάδες τους, έτρωγαν και έπιναν τζάμπα χρεώνοντας τα υπουργεία».

Το «διπλωματικό» επεισόδιο με την κόρη του πρωθυπουργού της Τσεχοσλοβακίας

Ακόμη και… διπλωματικό επεισόδιο είχε λάβει χώρα εντός του κοσμικού κέντρου. «Είχε έρθει ο Ανδρέας Παπανδρέου με όλη την κλίκα του και ο Τσεχοσλοβάκος πρωθυπουργός με τη δική του παρέα και την κόρη του και διασκέδαζαν. Μου λέει ο τότε αττικάρχης Νίκων Αρκουδέας: “Λοιπόν, καπετάνιε, μόλις πάμε τον Ανδρέα Παπανδρέου και τα Παπανδρεόπουλα στα σπίτια τους, θα γυρίσει ο Αρκουδέας με τα Αρκουδόπουλα να το ξενυχτήσουμε”.342rq245rt 1 Και του λέω: “Οχι, δεν θα το ξενυχτήσουμε. Θα το κλείσουμε το μαγαζί, γιατί μας έχετε πει να το κλείνουμε στις δύο η ώρα”. Εκεί λοιπόν γίνεται μια αναμπουμπούλα, ακούμε φωνές. Είχε εξαφανιστεί η κόρη του Τσεχοσλοβάκου πρωθυπουργού κι επίσης έλειπε και ο Γιώργος Κατσιφάρας»!

Οπως θυμάται ο Γιάννης Μαρδάκης, την άλλη μέρα άρχισαν τα τηλέφωνα. «Μου τηλεφωνεί ο Δημήτρης Ρίζος, τον οποίο είχα τακτικό πελάτη και μου λέει: “Μα, κύριε Μαρδάκη, έγιναν όλα αυτά και δεν με πήρες ένα τηλέφωνο;”». Ο γνωστός δημοσιογράφος πάντως δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. «Πήρε μια φωτογραφία του Γιώργου Κατσιφάρα που χόρευε σε μια πίστα γεμάτη λουλούδια και έβαλε λεζάντα: “Και ενώ ο κ. Κατσιφάρας πήγε στον Ιμερο με το επιτελείο του κ. Παπανδρέου, αποφάσισε να πάρει την κόρη του Τσεχοσλοβάκου πρωθυπουργού να την πάει σε κανένα σκυλάδικο στην εθνική οδό και μετά στον Λυκαβηττό να της δείξει την Αθήνα από ψηλά. Και πού ξέρετε, μπορεί να μας προκύψει και σώγαμπρος από την Τσεχοσλοβακία”».

Η ατάκα του Μανώλη Αγγελόπουλου

Τη διαφορετικότητα του Ιμερου από τα υπόλοιπα νυχτερινά μαγαζιά της τότε Αθήνας μαρτυρά και το περιστατικό με τον Μανώλη Αγγελόπουλο. «Είχε πάει στο καζίνο και σταμάτησε να πιει ένα ποτό. Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι και συζητούσαμε για αρκετή ώρα. Μου λέει λοιπόν κάποια στιγμή:342rq245rt 3 “Ρε φίλε, το θαυμάζω το μαγαζί σου. Είναι πάρα πολύ ωραίο, αλλά για εμένα δεν κάνει. Εγώ δεν είμαι για εδώ. Είμαι για παρακάτω”». Μπορεί το μαγαζί να ήταν «πολύ» για τον Μανώλη Αγγελόπουλο, όμως οι υπόλοιποι καλλιτέχνες της εποχής δεν είχαν κανένα πρόβλημα να εργαστούν εκεί. «Είχαν έρθει πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής. Θυμάμαι την Αντζελα Ζήλεια, τον Γιώργο Πολυχρονιάδη, τον Γιάννη Πάριο, τη Μαρινέλλα, τον Στράτο Διονυσίου, την Αλέκα Κανελλίδου, την Κατερίνα Κούκα, την Κλεοπάτρα, τον Δάκη, έως και ο Γιάννης Δημαράς είχε τραγουδήσει ένα βράδυ, με τον Θανάση Πολυκανδριώτη να του παίζει μπουζούκι» θυμάται.

Οι απειλές, οι εκβιασμοί και το άδοξο τέλος

Ηταν πολύ ωραία χρόνια όλα αυτά, όπως θυμάται ο Γιάννης Μαρδάκης. Ομως, το όμορφο αυτό παραμυθάκι δεν είχε το αναμενόμενο χάπι εντ. Οπως μας εκμυστηρεύεται, εκτός από τους βουλευτές και τους υπουργούς, απαιτήσεις άρχισαν να έχουν και οι εφοριακοί που συνεργάζονταν με μπράβους της νύχτας.342rq245rt 4 «Ερχόταν ο μπράβος και μου έλεγε: “Τα παιδιά επάνω, εννοούσε τους εφοριακούς, θέλουν ένα καφεδάκι”. Το καφεδάκι ήταν από 1.000.000 δραχμές και πάνω. Και του έλεγα εγώ: “Δηλαδή, αν ζητήσουν φιλέτο, τι πρέπει να κάνω;”». Κάπου εκεί τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άσχημη τροπή. «Βλέποντας όλα αυτά αποφάσισα να πουλήσω την επιχείρηση».

Ο Γιάννης Μαρδάκης γίνεται ξανά μετανάστης στα 60 χρόνια του. Κουρασμένος, αδέκαρος, απογοητευμένος, δεν γυρίζει στο Σαν Φρανσίσκο, αφού δεν θέλει να τον δουν φίλοι και γνωστοί κατεστραμμένο, αλλά πηγαίνει στο Σαν Χοσέ, τη σημερινή Σίλικον Βάλεϊ.
342rq245rt 5 Κάνοντας αρκετές δουλειές μάζεψε χρήματα και κατάφερε να αγοράσει μια λιμουζίνα, μεταφέροντας διασήμους: τη γνωστή σε όλους μας Κοντολίζα Ράις, τον προκάτοχό της στο υπουργείο Εξωτερικών Τζορτζ Σουλτς, επιχειρηματίες και ηθοποιούς όπως τον Χάρι Μπελαφόντε και τον Στιβ Μακ Κουίν.

Το 2009 ωστόσο παίρνει την οριστική πλέον απόφαση να γυρίσει στην Ελλάδα και μάλιστα να πάει κατευθείαν στη γενέτειρά του, το Γαλαξίδι. Εκεί έχει βρει την ηρεμία που αποζητούσε. Διηγείται στους φίλους του τις αμερικανικές -και όχι μόνο- περιπέτειές του και πάντα συγκινείται όταν η κουβέντα πηγαίνει στον Ιμερο. Τη μεγάλη αγάπη του που, όπως λέει ακόμη και σήμερα, κάποιοι δεν τον άφησαν να τη χαρεί όπως θα ήθελε…

Σταύρος Ζαγκανάς 

{{-PCOUNT-}}25{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ