«Είχα ξεχάσει τον Λευτέρη και νόμιζα ότι είμαι ο… Σούπερμαν»

Ο Λε-Πα «επιστρέφει» στην εποχή που ήταν λουστράκος, θυμάται τις τρικλοποδιές από συναδέλφους του και αποκαλύπτει όσα θα συμβούν σήμερα στον γάμο του τζούνιορ Σαββίδη

Υπήρξε ο λουστράκος από τον Πόντο που πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε μια παράγκα στον Κορυδαλλό, μέχρι που τον άγγιξε το… μαγικό ραβδί της μοίρας και τον έκανε «βασιλιά της πίστας», δίνοντάς του πλούτη, ένα «παλατάκι» στη Βουλιαγμένη και αμέτρητα «μωρά» να χορεύουν γύρω του. Αυτή θα μπορούσε να είναι εν συντομία η ιστορία της ζωής του Λευτέρη Πανταζή.

ΑΠΟ ΤΟΝ
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ
Φωτό: Βαγγέλης Μασιάς

f324rf23tr4Ομως ο δημοφιλής τραγουδιστής, που βρίσκεται 35 χρόνια στη δισκογραφία κι έχει δουλέψει πολύ σκληρά για να φτάσει ψηλά, παίρνοντας στα χέρια του τα ηνία της καριέρας του, δεν μας αφήνει να πιστέψουμε πως το παραμύθι του δεν είχε και… δράκους. Στη συνέντευξή του στην «Espresso», ο θρυλικός Λε-Πα παραδέχεται πως έχει πληρώσει βαρύ τίμημα κυνηγώντας τη δουλειά του: Εγχειρήσεις για κοίλη και κιρσούς, υπερκόπωση κι ένα ισχαιμικό επεισόδιο τον έκαναν να σκέφτεται πως ίσως τελικά δεν είναι ο… Σούπερμαν. Ωστόσο, η εργασιομανία του τού στέρησε κάτι πιο σημαντικό: χρόνο για να χαρεί την κόρη του. Επίσης, όπως λέει, δεν παντρεύτηκε ποτέ, γιατί για εκείνον το… ωραιότερο κορίτσι της ζωής του ήταν… η δουλειά του!

Ο Λευτέρης Πανταζής μάς υποδέχτηκε στο πενταώροφο (οι δύο όροφοι είναι κάτω από τη γη!) «παλατάκι» του στη Βουλιαγμένη, για το οποίο πληρώνει, όπως λέει, ENΦΙΑ 15.000 ευρώ! Καθίσαμε στη μεγάλη κουζίνα -όπου δεσπόζει το πορτρέτο της κόρης του, που μένει μαζί του- και σχεδόν… απνευστί μας διηγήθηκε άγνωστες στιγμές της άκρως ενδιαφέρουσας ζωής του: Από τα δύσκολα παιδικά του χρόνια στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας -όταν εργαζόταν σκληρά ως λουστράκος, υδραυλικός ή σουβλατζής-, μέχρι που τέλειωσε το δημοτικό κι έγινε επαγγελματίας τραγουδιστής.

Πριν υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο με τη δισκογραφική Panivar, πήγε στα γραφεία της εταιρίας στην Ομόνοια με τα πόδια από το σπίτι του στο Αιγάλεω! Στη συνέχεια, ο Βλάσσης Μπονάτσος τον ξεχώρισε κι έγινε η αφορμή ώστε να πάρει μετεγγραφή σε μεγάλη εταιρία, η οποία ήταν «υπεύθυνη» για πολλές διαχρονικές επιτυχίες του, όπως τα «Ταραχή», «Το ‘πε, το ‘πε ο παπαγάλος», «Από δω η γυναίκα μου, από δω το αίσθημά μου», «Σε νοσταλγώ».

Μοίραζε κασέτες

Οπως αποκαλύπτει ο καλλιτέχνης, είναι ο ίδιος… μάνατζερ του εαυτού του και στο παρελθόν, προκειμένου να προωθήσει τη δουλειά του, σκαρφίστηκε διάφορα τεχνάσματα: Μοίρασε στους ταξιτζήδες της Αθήνας κασέτες του πρώτου δίσκου του -μέσω του προέδρου τους-, κρέμασε μια τεράστια αφίσα με τον τίτλο «Θέλεις» σε πολυκατάστημα στο κέντρο της πρωτεύουσας.

Στη συνέντευξή του διαψεύδει πως θα αγοράσει το Σμαραγδονήσι στον Κορινθιακό κόλπο, λέγοντας πως πρόκειται για ψέμα, και προσθέτει ότι κάτι ανάλογο είχε συμβεί όταν αντίστοιχη είδηση τον ήθελε να έχει μια -υποτιθέμενη δική του- πλαγιά στο Πόρτο Ράφτη. «Κάνουν φασαρία χρησιμοποιώντας το όνομά μου για να βρουν πελάτες» λέει γελώντας.

Απόψε το βράδυ, μάλιστα, ο Λευτέρης Πανταζής θα τραγουδήσει στον γάμο του γιου του φίλου του Ιβάν Σαββίδη, με τον οποίο στο παρελθόν έχει συνεργαστεί σε συναυλίες στη Ρωσία. «Θα παρουσιάσω ένα πρόγραμμα αξιώσεων με ρωσικά, ποντιακά, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, αλλά θα τραγουδήσω κι όλες τις επιτυχίες μου, συμπεριλαμβανομένων των κομματιών από το νέο CD single “Φέρ’ τα όλα πίσω”» δηλώνει o αγαπημένος διασκεδαστής.

Οσο για το τι ετοιμάζει για το καλοκαίρι; Θα περιοδεύσει σε Γερμανία, Κύπρο, Αυστραλία, Αμερική Καναδά και Αργεντινή, ενώ θα ασχολείται παράλληλα με τις επιχειρήσεις του, όπως το Αθλητικό Κέντρο Star Football Club, με γήπεδα ποδοσφαίρου και τένις, το οποίο έχει στη Βούλα με τον φίλο του και παλαίμαχο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Σωτήρη Γεωργουδάκη. Εκεί κατά καιρούς διοργανώνονται φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, καθώς είναι γνωστή η ευαισθησία του τραγουδιστή για τις ευπαθείς ομάδες.

Πού γεννήθηκες;
Στο Καζακστάν. Σε μια οικογένεια με τέσσερα αδέρφια. Δύο αγόρια, δύο κορίτσια. Δυστυχώς, τη φυσική μητέρα μου, την Ολγα, δεν τη γνώρισα, γιατί πέθανε όταν ήμουν ενός έτους. Με μεγάλωσε η δεύτερη σύζυγος του πατέρα μου, η Αθηνά, που είναι δύο φορές μητέρα μου. Το 1966 ήρθαμε στην Ελλάδα, στην πατρίδα. Η ζωή μας εδώ δεν ήταν εύκολη. Μέναμε έξι άτομα σε μια παράγκα στην οδό Λαρίσης στον Κορυδαλλό. Πρώτα απ’ όλα, έπρεπε να μάθω να μιλάω ελληνικά -γιατί μέχρι τότε μιλούσα ρωσικά- και πήγα στο δημοτικό, το οποίο το τελείωσα σε τρία χρόνια. Ολοι στην οικογένεια δουλεύαμε σε διάφορες δουλειές για να επιβιώσουμε.

Οπως έχεις πει, μικρός δούλευες ως λουστράκος.
Οχι μόνο. Εχω κάνει πολλές δουλειές. Και υδραυλικός έχω κάνει και κιλίμια έχω πουλήσει, και σουβλάκια έχω τυλίξει. Να φας σουβλάκι από τα χέρια μου και να γλείφεις τα δάχτυλά σου! Ετσι μεγάλωσα. Σκληραγωγήθηκα μέσα από τη δουλειά.

Πότε ξεκίνησες το τραγούδι;
Στο σχολείο. Είχα αγοράσει μια κιθάρα κι έκανα καντάδες ή πήγαινα στα καφενεία με ένα πιατάκι για να μαζεύω λεφτά. Ολα αυτά μέχρι τα δώδεκα, που άρχισα να τραγουδάω επαγγελματικά σε κέντρο. Πώς; Στο σχολείο πήγαινα μαζί με την κόρη ενός μπουζουξή, του Παναγιώτη Τσουμπρή, ο οποίος με άκουσε να τραγουδάω σε μια μαθητική εκδήλωση. Εκεί βγήκα και είπα ένα κομμάτι γραμμένο από μένα, το «Λουστράκος στην Αθήνα σαν γυρνώ». Ετσι, μόλις τελείωσα το δημοτικό ο Τσουμπρής με πήρε μαζί του στο κέντρο Λουζιτάνια, όπου τότε τραγουδούσαν ο Γιώργος Ταλιούρης και η Φωτεινή Μαυράκη. Μάλιστα, όταν έβαλαν το όνομά μου στη μαρκίζα, γραμμένο με νέον, πήρα τουλάχιστον δέκα φορές το λεωφορείο Χαϊδάρι – Αιγάλεω για να το βλέπω έξω από το κέντρο.

«Στον Διογένη ήμουν σε επτά προγράμματα και όλα ήταν γεμάτα: πρωινό, απογευματινό, τσάι, παιδικό και τρία νυχτερινά. Αυτό γινόταν για επτά σεζόν επί έντεκα μήνες χωρίς ρεπό!»

1424y4w5gtg

Το κανονικό σου όνομα είναι Παγκοζίδης, έτσι;
Ναι. Αλλά πρωτοβγήκα στο τραγούδι με το όνομα Πανταζίδης -ήταν το επίθετο της γιαγιάς μου- και μετά το έκανα Πανταζής. Το Πανταζίδης το άλλαξα γιατί πήγα σε μια εκπομπή που λεγόταν «Μεσημέρι με τη Μόιρα» κι εκεί ένας δημοσιογράφος, ο Χρήστος Αντωνόπουλος, με προβλημάτισε λέγοντάς μου πως δεν θα μπορέσω να κάνω καριέρα με ένα επίθετο το οποίο παραπέμπει στον Καζαντζίδη. Το σκέφτηκα και τελικά το έκοψα σε Πανταζής, ένα όνομα που έχει και ωραίο μήνυμα, αν το αναλύσεις: πάντα – ζεις!

Πώς ήταν τα πρώτα σου βήματα;
Ολο διωγμούς και καταποντισμούς. Οταν κάποιος μεγάλος τραγουδιστής έφερνε τον γιο, την κόρη ή τον κολλητό, με έδιωχναν από το μαγαζί! Ημουν η πρώτη επιλογή για διωγμό. Πήγαινα σπίτι κι έκλαιγα, και μου ‘λεγε η μάνα μου: «Δεν σου ‘λεγα να γίνεις δικηγόρος ή γιατρός; Να, σ’ έδιωξαν πάλι». Ο πατέρας, όμως, μου έκλεινε το μάτι, γιατί με πίστευε πολύ κι έβλεπε την κάψα μου για το τραγούδι. Από δισκογραφικής πλευράς μετά το τραγούδι «Λουστράκος στην Αθήνα», που ήταν το πρώτο μου, το 1978 έβγαλα το «Δεν θυμάμαι πώς τη λένε» σε στίχους της Μάρως Μπιζάνη. Τότε ήμουν ερωτευμένος με τη Μάρω, αλλά με έπιασε το ποντιακό και τη χώρισα, επειδή δεν ήθελα η γυναίκα να πιστεύει ότι πάω μαζί της για να την εκμεταλλευτώ. Ομως, ύστερα από αρκετά χρόνια, που βρεθήκαμε στον Κορυδαλλό, εκείνη μου είπε: «Τόσο βλάκας ήσουνα; Εγώ σε αγαπούσα αληθινά».

Εναν χρόνο μετά ήρθε ο πρώτος μεγάλος δίσκος σου, με τα «Παράνομος κι αν είναι ο δεσμός μας» και «Μια εμπειρία ακόμη λοιπόν».
Ο δίσκος λεγόταν «Αγαπιόμαστε» -ένα τραγούδι που επίσης έγινε μεγάλο σουξέ- και βγήκε από την Panivar. Από το Αιγάλεω πήγα με τα πόδια στην Ομόνοια, για να συναντήσω τον ιδιοκτήτη της, τον Παναγιώτη Βαρδουλάκη. Του άφησα μια κασέτα με τα τραγούδια μου. Περπάταγα περίπου μιάμιση ώρα για να φτάσω στο σπίτι μου και μόλις με είδε η μάνα μου μού λέει: «Πάρε αυτά τα λεφτά για το λεωφορείο, γιατί πρέπει να ξαναπάς στην εταιρία. Τηλεφώνησε ο κύριος Βαρδουλάκης και θέλει να υπογράψετε συμβόλαιο». Μέχρι να φτάσω στο Αιγάλεω, είχε ακούσει το ντέμο και τρελάθηκε, γιατί, πραγματικά, τα περισσότερα ήταν μεγάλα σουξέ, που είχαν γράψει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Κόρος, η κόρη του, Κατερίνα Κόρου, και η Γεωργία Τόγκα. Ο πρώτος μου προσωπικός δίσκος πούλησε 400.000 αντίτυπα. Από τότε ακολούθησαν σαράντα μεγάλα άλμπουμ, που έγιναν χρυσά και πλατινένια.

Πώς έγινε η μετεγγραφή σου στην τότε πανίσχυρη CBS;
Το 1980, δηλαδή ύστερα από έναν χρόνο στην εταιρία, έφυγα από την Panivar και πήγα στη CBS. Ο Μίλτος Καρατζάς έφερε στο μαγαζί όπου δούλευα τότε τον Βλάσση Μπονάτσο για να με ακούσει. Του είπε: «Θα σε πάω σε έναν πιτσιρικά που τραγουδάει κομμάτια του Βοσκόπουλου, ντυμένος στην πένα». Για να καταλάβεις, φορούσα ένα λευκό κοστούμι -με κόκκινη γραβάτα και κόκκινο μαντιλάκι-, το οποίο ήταν ραμμένο πάνω μου από έναν ράφτη στη Νίκαια, που κόστιζε όσα λεφτά έπαιρνα τότε όλο τον μήνα. Μόλις με είδε ο Βλάσσης, λέει στον Μίλτο: «Αυτός θα γίνει μεγάλο αστέρι!». Ετσι με πήρε ο Καρατζάς στην εταιρία και μέχρι το 1993 που έμεινα έκανα δεκατέσσερις προσωπικούς δίσκους με τεράστια επιτυχία. Θα σου πω απλά ότι στον δίσκο που έβγαλα την περίοδο 1985-86 με τη CBS σχεδόν όλα τα κομμάτια του ήταν σουξέ: «Το ‘πε, το ‘πε ο παπαγάλος», «Από δω η γυναίκα μου, από δω το αίσθημά μου», «Σε νοσταλγώ», «Εχω μια καρδιά τσιγγάνα», «Πώς;», «Δεν αλλάζεις με τίποτα εσύ», «Την καταδικάζω».

Πότε έκανες το πρώτο μεγάλο «μπαμ» σε νυχτερινό κέντρο;
Την περίοδο 1981-82, που έβγαλα το σουξέ «Να πεθάνουν οι γυναίκες», το οποίο προκάλεσε μεγάλο χαμό! Λίγο πριν κυκλοφορήσει το τραγούδι, είχα κλείσει εμφανίσεις ως πρώτο όνομα στο κέντρο Μον Σενιέρ μαζί με τη Ρίτα Σακελλαρίου, αλλά το μαγαζί δεν πήγαινε καλά και φέρανε τον Μανώλη Αγγελόπουλο ως πρώτο αντρικό όνομα. Είπα στον επιχειρηματία ότι τα Χριστούγεννα θα έβγαινε ένα μεγάλο σουξέ και θα γέμιζε το κέντρο, αλλά δεν με πίστεψε. Ετσι, όταν ήρθε ο Αγγελόπουλος εγώ έφυγα. Μάλιστα, του εξήγησα ότι αποχωρούσα γιατί ήθελα να ανοίξω τα φτερά μου και, προς τιμήν του, το κατάλαβε ο άνθρωπος. Πήγα, λοιπόν, να δουλέψω στο Πανόραμα με τον Θεόδωρο Καμπουρίδη και μόλις βγήκε το «Να πεθάνουν οι γυναίκες» οι πόρτες στο μαγαζί «έσπαγαν». Από τις 12 τα μεσάνυχτα βγάζαμε ταμπέλα ότι ήμασταν πλήρεις. Κι ερχόταν και η Σακελλαρίου, θυμωμένη μαζί μου που τους παράτησα!

Η Ρίτα είχε αρνηθεί να συνεργαστεί μαζί σου στη Φαντασία;
Ναι. Η Σακελλαρίου δεν με ήθελε γιατί «μου το κρατούσε» από τότε που είχα φύγει από το Μον Σενιέρ. Ο επιχειρηματίας Κοσμάς Καλογράνης όμως, ο οποίος ήταν πολύ άντρας -μιλάω για τον αδελφό του Μιχάλη Μενιδιάτη-, επειδή μου είχε δώσει το χέρι του, δεν αισθανόταν καλά απέναντί μου με τη στάση της. Τελικά τον έβγαλα εγώ από τη δύσκολη θέση, λέγοντάς του «δεν πειράζει, αφού δεν θέλει, την άλλη χρονιά που θα φύγει η Ρίτα, θα έρθω εγώ». Πράγματι, πήγα και κάθισα τέσσερις σεζόν. Στη Φαντασία δούλεψα με τον Ζαμπέτα, την Αντζελα, τον Γερολυμάτο, την Κωνσταντίνα. Το αδιαχώρητο! Ομως η… κοσμογονία έγινε μετά, με τη συνεργασία μου στα κέντρα του Γιάννη Παπαθεοχάρη. Πρώτα στον λεγόμενο μικρό Διογένη και μετά στο περίφημο Διογένης Palace, που χτίστηκε για μένα όταν είχα βγάλει το σουξέ «Ταραχή», και το εγκαινίασα με την Αννα Βίσση. Στα τρία μαγαζιά του Παπαθεοχάρη -βάζω και το Απόλλων Palace, που ήταν πάνω από το Διογένης Palace- τραγουδούσα σε επτά προγράμματα την ημέρα και όλα ήταν γεμάτα: πρωινό, απογευματινό, τσάι, παιδικό και τρία νυχτερινά. Αυτό γινόταν κάθε χρόνο επί έντεκα μήνες, χωρίς εβδομαδιαίο ρεπό, και διήρκεσε επτά χρόνια!

Στον Διογένη το κοινό παραληρούσε για το «φαινόμενο Λε-Πα», που έρχονταν να το δουν με πούλμαν από όλη την Ελλάδα. Ομως, τότε υπήρξαν και συνάδελφοί σου που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την επιτυχία σου.
Δεν έγινα φίρμα ξαφνικά. Είχα μεγάλη προϋπηρεσία στα λεγόμενα «δεύτερα μαγαζιά», όπως ήταν το Λίντο, το Can Can, το Αθήνα. Πάντως, όλοι αυτοί -κυρίως τραγουδιστές και ηθοποιοί, που έβγαιναν κι έλεγαν διάφορα για μένα- όταν με έβλεπαν στην πίστα άλλαζαν γνώμη, γιατί εγώ έχω κάτι μαγικό: Οταν με βλέπεις στην πίστα, με αγαπάς!

«Είμαι ο Βέγγος Νο 2. Οταν οι άλλοι σταματούν, εγώ συνεχίζω και τρέχω. Είχα πάθει κήλη αλλά και κιρσούς. Πριν από τρία χρόνια από υπερκόπωση πέρασα ένα μικρό ισχαιμικό επεισόδιο»

15245ywtgert

Σε αγάπησε φανατικά η νεολαία, που την παρότρυνες να διασκεδάσει με δικά σου σλόγκαν, όπως τα «Ολα τα μωρά στην πίστα», «Βασανιστείτε» και «Ελάτε να κάνουμε μια ομορφιά»!
Ερχονταν νεαρά κορίτσια, ντυμένα και χτενισμένα ωραία, και δεν ανέβαιναν μόνο στην πίστα, αλλά και πάνω στα τραπέζια. Τους έλεγα διάφορα που μου έβγαιναν αυθόρμητα.

Αλλαξες τα δεδομένα της συμπεριφοράς των τραγουδιστών στα κέντρα με το να υποδέχεσαι διά χειραψίας τον κόσμο στην πόρτα.
Κάποιοι συνάδελφοι με κατηγόρησαν ότι έκανα τον πορτιέρη κι ότι έστελνα λουλούδια στον κόσμο. Αυτό αισθανόμουν, αυτό έκανα. Κάθε βράδυ γέμιζε το μαγαζί με χίλια άτομα και όλους τους φώναζα από το μικρόφωνο με το όνομά τους, τους χαιρετούσα προσωπικά. Ημουν ο Λευτεράκης τους κι έρχονταν στα μαγαζιά όπου δούλευα σαν να ήταν το καφενεδάκι τους. Επί δέκα χρόνια στα «δεύτερα μαγαζιά» είχα φτιάξει το κοινό μου με το να διατηρώ προσωπικές σχέσεις μαζί τους. Ερχονταν οι πελάτες, έπαιρνα τα τηλέφωνά τους, μάθαινα τις δουλειές τους, πότε γιορτάζουν. Ετσι πήγαινα στα μαγαζιά τους και ψώνιζα -δεν έχει σημασία αν τα πράγματα που έπαιρνα τα χρειαζόμουν-, τους έστελνα λουλούδια και το βράδυ έρχονταν στον Λευτεράκη τους. Τους υποδεχόμουν στην πόρτα με το «Καλησπέρα, καλώς ήλθατε» και στο τέλος, ιδρωμένος και τελειωμένος από την κούραση, τους έλεγα: «Καληνύχτα, ευχαριστούμε πολύ που μας τιμήσατε».

Εβγαλες άρωμα, σειρά ρούχων, μπρελόκ και σπίρτα, κρασί όλα με το όνομά σου.
Εκανα πρωτόγνωρα πράγματα για την Ελλάδα, εμπνεόμενος πάντα από τα πολλά ταξίδια μου στο εξωτερικό, όπου παρακολουθούσα μεγάλους καλλιτέχνες σε φανταστικά σόου. Για παράδειγμα, είδα τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν στο Λας Βέγκας με τον επιχειρηματία Γιάννη Παπαθεοχάρη. Μια σπουδαία περφόρμερ κι απλός άνθρωπος. Η συμβουλή που μου έδωσε ήταν να είμαι ο εαυτός μου.

Σε αποκαλούν «μετρ των δημοσίων σχέσεων»
Θα έλεγα ότι κάνω ανθρώπινες ή, αν θέλετε, κοινωνικές σχέσεις. Πάντως, δεν αφήνω τίποτα στην τύχη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν έβγαλα τον πρώτο μου δίσκο με τίτλο «Παράνομος κι αν είναι ο δεσμός μας», υπήρχαν μόνο τα κρατικά κανάλια, τα οποία πρόβαλλαν τραγουδιστές άλλου στιλ από μένα. Τι έκανα, λοιπόν; Εβαζα διαφήμιση του άλμπουμ μου σε ερασιτεχνικούς σταθμούς, με αποτέλεσμα να ακούς «Οικόπεδα στο Χαλκούτσι» ή «Ο κλειδαράς επτά επτάρια» κι αμέσως μετά τραγούδια μου. Επίσης, πήγα στον πρόεδρο των ταξιτζήδων της Αθήνας και του έδωσα δώρο δέκα χιλιάδες αντίτυπα του δίσκου μου σε κασέτες, για να παίζονται στα κασετόφωνα των ταξιτζήδων. Οταν έβγαλα τη δουλειά με τίτλο «Θέλεις;», είχα φτιάξει μια τεράστια αφίσα με αυτή τη λέξη -γύρω στα εξήντα μέτρα ύψος και τριάντα πλάτος- και την είχα βάλει στην πρόσοψη του καταστήματος Κάπα Μαρούσης στην Αθήνα.

Ολα αυτά ποιος τα σκεφτόταν;
Ο… μάνατζερ Λευτέρης σκεφτόταν και συνεχίζει να σκέφτεται για την καριέρα του τραγουδιστή Πανταζή.

Με άλλα λόγια, το αστέρι σου μόνος σου το γυαλίζεις!
Για μένα, όταν δεν έχεις δουλειά τη δημιουργείς μόνος σου, κι όταν δεν γίνεται φασαρία γύρω από το όνομά σου την κάνεις εσύ. Μόνο έτσι μπορείς να επιβιώσεις. Δηλαδή, για να είναι φωτεινό το αστέρι σου πρέπει να έχεις έναν κουβά κι ένα σφουγγάρι και να το γυαλίζεις συνέχεια. Ποιος θα το κάνει αυτό καλύτερα από σένα; Εγώ και τώρα να έβγαινα στο τραγούδι, πάλι θα σκαρφιζόμουν πράγματα. Δεν το βάζω κάτω ποτέ, κι αυτό συμβουλεύω και τους νέους καλλιτέχνες.

Ποιο ήταν το τίμημα για όλο αυτό το κυνηγητό;
Είμαι ο Βέγγος Νο 2. Οταν οι άλλοι σταματούν, εγώ συνεχίζω και τρέχω. Παλιά είχα πάθει κήλη αλλά και κιρσούς από την ορθοστασία κι έκανα εγχείρηση. Πριν από τρία χρόνια από υπερκόπωση πέρασα ένα μικρό ισχαιμικό επεισόδιο. Είχα ξεχάσει τον Λευτέρη και νόμιζα ότι είμαι… Σούπερμαν. Ομως μη μου πεις να σταματήσω. Θα πεθάνω! Δεν είναι οικονομικό το ζήτημα. Είμαι και του σαλονιού και του λιμανιού, και μπορώ να ζήσω και με αστακό και με φασολάδα, αλλά αυτό το τρέξιμο για τη δουλειά με ζει. Πάντως, όλη αυτή η εργασιομανία μού στέρησε το παιδί μου, που δεν το χάρηκα, όσο κι αν ήμουν από πάνω του συνέχεια. Το μεγάλωσε η μητέρα του και την ευχαριστώ. Επίσης, δεν κοιμήθηκα καλά, κι ακόμη δεν παντρεύτηκα ποτέ λόγω του ότι αγαπούσα τη δουλειά μου. Αυτή ήταν το «ωραιότερο κορίτσι» για μένα κι αυτό δεν μου το συγχωρούσαν οι γυναίκες που ήταν μαζί μου. Η σειρά που έβαζα στα πράγματα ήταν: η δουλειά μου, το παιδί μου, οι γονείς μου και τέλος οι σχέσεις μου.

Συνέβη κάτι, για το οποίο σκέφτηκες πως θα μπορούσε να πλήξει την καριέρα σου;
Το 1992 είπα το τραγούδι του Γιάννη Καραλή «Μείνε μαζί μου έγκυος, είμαι πολύ φερέγγυος», το οποίο με χιουμοριστικό τρόπο μιλούσε για την υπογεννητικότητα στη χώρα μας. Βγήκαν κάτι οργανώσεις γυναικών και με κυνήγησαν, ενώ ακυρώθηκαν και χοροί που είχαμε στο Απόλλων Palace. Για να… στρώσω τα πράγματα ύστερα από αυτό το τραγούδι, είπα κομμάτια των Βασίλη Τσιτσάνη, Μίμη Πλέσσα, Νίκου Τερζή και Νίκου Καρβέλα.

Ποιους θα ευχαριστούσες για την επιτυχία σου;
Αρχικά θα ευχαριστούσα κάποιους που με οποιονδήποτε τρόπο έβαλαν ένα λιθαράκι στην καριέρα μου και μετά θα ευχαριστούσα τον Λευτέρη, που προσέχει σαν τα μάτια του τον Πανταζή. Πλέον δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν και δεν είναι εγωιστικό να πω ότι έκανα πολλά και πρωτοποριακά πράγματα, και είμαι κλασικός. Και συνεχίζω να κάνω ωραία πράγματα, όπως είναι τα καινούργια τραγούδια μου, που αρέσουν στον κόσμο, αλλά και οι φετινές συνεργασίες μου σε μαγαζιά με τον Νίνο και τον Πάνο Καλίδη.

{{-PCOUNT-}}36{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ