Ο Μίμης Πλέσσας στα βάθη μιας ζωής

Βούλιαξε στη φτώχεια, βασανίστηκε από τους Γερμανούς, επέζησε και έμαθε τον έρωτα της μουσικής και τα μυστικά του σύμπαντος. Ο Μίμης Πλέσσας σε μια εξομολόγηση ψυχής

Εζησε πλούσια παιδικά χρόνια, βούλιαξε -οικογενειακώς- στη φτώχεια κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, ωστόσο κανείς δεν μπόρεσε να του στερήσει τη δίψα για μάθηση και για δημιουργία. Ο Μίμης Πλέσσας δεν είναι απλά ένας μεγάλος συνθέτης, είναι ένας άνθρωπος της γνώσης, ο «πατέρας» της τζαζ στην Ελλάδα. 

ΑΠΟ ΤΗΝ
ΤΕΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΠΑ
[email protected]
Φωτό: Χρήστος Ζήνας

Εγραψε γνωστά και αγαπημένα τραγούδια για το θέατρο και τον κινηματογράφο (και όχι μόνο), ενώ παράλληλα μπορεί για ώρες να μιλάει για τη θεωρία της σχετικότητας και το αντισύμπαν. Διαθέτει μια μεγάλη συλλογή ήχων, δώρο του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ενώ για να χαλαρώσει φτιάχνει υπέροχα έργα τέχνης από απλά υλικά, τα οποία συλλέγει μανιωδώς: από ξυλάκια για… σουβλάκια, μέχρι αποκαΐδια που άφησε πίσω της η πυρκαγιά η οποία απείλησε πριν από λίγο καιρό το σπίτι του.

Ο σπουδαίος δημιουργός γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1924 στην Αθήνα, φοίτησε στο Λεόντειο Λύκειο και στη συνέχεια σπούδασε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σε πολύ μικρή ηλικία έγινε ο πρώτος σολίστ πιάνου στην Ελληνική Ραδιοφωνία. Το 1952, σε ηλικία μόλις 27 ετών, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο μουσικής του πανεπιστημίου της Μινεσότα και την επόμενη χρονιά κατετάγη πέμπτος πιανίστας στις ΗΠΑ.

Η καλλιτεχνική και συνθετική δραστηριότητά του καλύπτει, τα τελευταία 50 χρόνια, όλους τους τομείς της μουσικής, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Εχει τιμηθεί επανειλημμένα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ποιος θα ξεχάσει τα τραγούδια «Τόσα καλοκαίρια», «Εκλαψα χθες», «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι», απειροελάχιστο δείγμα της δουλειάς του, που έχει όμως αποτυπωθεί στο ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο, αφού «έντυσαν» μελωδικά κάποιες από τις πιο δημοφιλείς κινηματογραφικές σκηνές.

Ο δεύτερος γάμος

Η μεγάλη αγάπη του, ωστόσο, δεν είναι ούτε η μουσική ούτε η χημεία, αλλά τα δύο παιδιά του: Ο Αντώνης, 57 ετών, από τον πρώτο του γάμο, και η 17,5 ετών Ελεάννα, την οποία απέκτησε με τη δεύτερη σύζυγό του Λουκίλα Καρρέρ – Πλέσσα, η οποία υπήρξε -και παραμένει- φανατική θαυμάστριά του. Οι δυο τους ήρθαν πιο κοντά όταν εκείνη του ζήτησε πρόσβαση στο αρχείο του, ώστε να προσθέσει στη συλλογή της κάποια στοιχεία που της έλειπαν.

Η αγάπη τους για τη μουσική -και η κοινή καταγωγή τους από τη Ζάκυνθο- μετουσιώθηκε σε έρωτα ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα ο συνθέτης να πάρει την απόφαση να παντρευτεί για δεύτερη φορά. Στις 2 Ιουλίου ο σπουδαίος συνθέτης θα ξεκινήσει τη φετινή περιοδεία του, με αφετηρία το Κηποθέατρο Παπάγου και με τη συμμετοχή των Μαίρης Λίντα, Δάκη, Ανδριάνας Μπάμπαλη, Μαυρίκιου Μαυρικίου, Τάσου Χαλκιά, σε κείμενα της Λουκίλας Καρρέρ – Πλέσσα. Ακολουθούν στάσεις σε Θήβα, Χαλκίδα, Πάτρα, Ρόδο, Κω, Σαντορίνη, Τήνο, Ανδρο, Αρχαία Ολυμπία, Αίγιο, Σπέτσες, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη, Φλώρινα, Αμφίπολη, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά, ενώ στο Ναύπλιο ο Μίμης Πλέσσας θα συναντήσει τον Στέφανο Κορκολή.

Κύριε Πλέσσα, πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
Υπήρξα παιδί μιας αστικής οικογένειας, πρωτότοκος σε 15 αδέρφια εν ζωή. Στη Ζάκυνθο δεν υπήρχε περίπτωση να μη γίνει νονός ο παππούς και να δώσει στο βαφτιστήρι-εγγόνι το ίδιο όνομα. Ετσι το «Δημήτριος» μου δόθηκε από τον σιορ Μίμη, τον παππού μου. Αν οι δικοί μου άφηναν να με βαφτίσει ο Ευγενίδης -ο οποίος δεν είχε παιδιά και λάτρευε τη μητέρα μου-, αυτή τη στιγμή θα είχα το Ευγενίδιο Ιδρυμα στη δούλεψή μου! Ευτυχώς οι άνθρωποι που το δουλεύουν είναι πάρα πολύ φίλοι μου, σπουδαίοι άνθρωποι. Εγώ, άλλωστε, ήμουν πάντα δοτικός και δεν διανοούμαι ακόμη πως θα πάρω κάτι. Εψαχνα πού μπορώ να βοηθήσω, να δώσω, κι αυτό ήταν το μότο σε όλη μου τη ζωή. Ετσι πορεύτηκα, από τη μία κυνηγώντας το όνειρο και από την άλλη κοιτάζοντας σε αυτό το κυνήγι να μη βλάψω κανέναν. Εχω την εντύπωση ότι αυτή τη διαγωγή μου εισπράττω τώρα πολλαπλά πίσω, όταν με σταματούν οικογένειες στον δρόμο και μου ζητάνε να βγάλω μια φωτογραφία με το παιδάκι τους ή να το ακουμπήσω για να το… ευλογήσω. Αυτή τη δικαίωση δεν την είχα φανταστεί ούτε στα καλύτερα όνειρά μου.

Εσείς πώς ήσασταν ως παιδί;
Κακομαθημένο! Μέναμε στην πίσω πλευρά του Εθνικού Μουσείου. Οταν οι γονείς μου με ρώτησαν κάποια χρονιά τι ήθελα για τα γενέθλιά μου, τους απάντησα «ένα ποδήλατο». Μου το πήραν και την άλλη μέρα το καβάλησα στον κήπο του μουσείου κι επειδή δεν ήξερα έφαγα και την πρώτη μου μεγαλοπρεπή τούμπα. Αυτό με βοήθησε να δαμάσω το ποδήλατο, να ξέρω πώς ακριβώς ισορροπεί σε δυο ρόδες, ενώ αργότερα, με μια πολυκαιρισμένη μηχανή που είχε φάει όλη τη Σαχάρα, την οποία αγόρασα από έναν φίλο, πέρασα δύσκολες ημέρες μεγάλης φτώχειας, γιατί η αστική οικογένειά μου καταστράφηκε.

Πώς συνέβη αυτό;
Οι δικοί μου ήταν καπελάδες και στη Ζάκυνθο υπήρχε ένα πολύ ωραίο έθιμο. Δύο φορές τον χρόνο οι άνθρωποι έσπαγαν τα ψαθάκια τους κι αγόραζαν καινούργια. Βλέποντάς το αυτό, η οικογένεια αποφάσισε να φτιάξει ένα εργοστάσιο καπελοποιίας. Ομως ήταν η λάθος εποχή, γιατί το καπέλο άλλαξε κι έγινε τραγιάσκα. Κι έμειναν οι Πλεσσαίοι να κάνουν συγκλονιστικά καπέλα, αλλά το συγκεκριμένο αξεσουάρ είχε πια καταργηθεί και εθεωρείτο αστική πολυτέλεια. Ηρθαν οι Γερμανοί, κάμανε κατοχή στο εργοστάσιο, πήραν τα μηχανήματα, τα έστειλαν στη Γερμανία και τα μετέτρεψαν σε κανόνια. Οι Ιταλοί, δε, έβαλαν εκεί τα άλογά τους. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, σε τι κατάσταση βρέθηκε αυτή η βιομηχανία και πώς μια οικογένεια από 15 παιδιά εν ζωή έφτασε να ζει μεγάλη φτώχεια. Και ποιος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αντώνη Πλέσσα; Ο Μίμης, δηλαδή εγώ, που χρειάστηκε για πάρα πολλά χρόνια να ζω και να βοηθάω όλες αυτές τις οικογένειες που είχαν φτάσει στα όριο της εξαθλίωσης.

«Η Λουκίλα ήξερε απέξω όλο μου το έργο. Τραγούδια που δεν θυμόμουν καν ότι είχα γράψει μου τα έφερνε και μου τα… σύστηνε κι επέμενε για τη διαχρονικότητά τους»

Στα σχέδια της οικογένειας ήταν να σπουδάσετε στο Χημικό, όμως εσείς γίνατε μουσικός. Πώς το καταφέρατε;
Αγαπούσα τη μητέρα μου με ένα πάθος συγκλονιστικό, και μάλιστα είναι ίδια η κόρη μου. Η μανούλα μου, λοιπόν, η Ελένη, ήταν 39 ετών, μια πανέμορφη γυναίκα, και πήγα και της εκμυστηρεύτηκα ότι ήθελα να γίνω μουσικός. Δεν έχετε δει πιο μαύρο μάτι αγριεμένο! Με κοίταξε, με κεραυνοβόλησε και μου είπε: «Παιδί μου, ευχή και κατάρα των γονιών σου, μη γίνεις μουζικάντης». Το είπε αυτό, γιατί απέναντί μας ήταν ο κήπος του μουσείου, όπου έπαιζαν οι συγκλονιστικότεροι μουσικοί που υπήρχαν την εποχή εκείνη και περνούσε το πράσινο τραμ το οποίο έτριζε.

Κι έπαιζε ο Κανελλίδης ένα σόλο, το οποίο θα έπρεπε να είναι στο μεγαλύτερο κονσερβατόριο, και κανένας δεν γύριζε ή δεν σταματούσε να μιλάει ή δεν σκέφτηκε να πάει να ρίξει λίγο λάδι στις γραμμές, να μην τρίζει το τραμ. Υπό αυτές τις συνθήκες, είχε δίκιο που δεν ήθελε να γίνω μουζικάντης, και δεν έγινα. Εκανα, όμως, τους μουζικάντηδες μουσικούς! Και αυτό το έχω για μεγάλο καμάρι. Αν με ρωτήσεις ποια είναι τα δύο σπουδαιότερα πράγματα για τα οποία άξιζε η οποιαδήποτε θυσία, είναι τα θέλω σου να γίνουν πρέπει κι αυτά τα πρέπει να σε κάνουν περήφανο. Και είμαι πάρα πολύ περήφανος, γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ σήμερα όχι μόνο ο μουσικός δεν είναι μουζικάντης, ο μουσικός είναι καλλιτέχνης και ο καλλιτέχνης είναι αυτός που ορίζει τον τρόπο με τον οποίο στο μέλλον θα σωθούν τα όνειρα των παιδιών μας.

Ωστόσο, και Χημεία σπουδάσατε και επίτιμος διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο γίνατε. Ποιο ήρθε πρώτο και ποιο δεύτερο;
Δεν υπάρχει ούτε πρώτο ούτε δεύτερο, κι αλίμονο σε εκείνον που έχει σπουδάσει και δεν χρησιμοποιεί την επιστήμη του για την τέχνη του και την τέχνη του για την επιστήμη του. Εγώ αυτό έκανα σε όλη μου τη ζωή. Ημουν επιστήμων στην τέχνη μου και καλλιτέχνης στην επιστήμη μου!

Πώς έγινε; Βρισκόμουν στην Αμερική και κέρδισα, χωρίς να το καταλάβω, το πρώτο βραβείο μουσικής στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Ωστόσο, ήμουν στο Ντουλούθ για να αγοράσω μηχανήματα για ένα κατεστραμμένο στούντιο κι ως νέος -και τρελός!- αντί να χαρώ που πήρα το βραβείο, την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησα και πήγα στο πανεπιστήμιο της πόλης. Θυμάμαι ακόμα πόσο είχε κρυώσει ο… ποπός μου, γιατί φορούσα ένα ανοιξιάτικο κουστουμάκι που είχα από την Ελλάδα, κι εκεί είχε θερμοκρασία -33 βαθμούς. Καταφέρνω και γλιστράω και φτάνω στον πρύτανη, έναν ψηλό Σουηδοδανό, dr. Passer λεγόταν, τον βλέπω και του συστήνομαι. «Κέρδισα το πρώτο βραβείο μουσικής χτες» του είπα και μου απάντησε: «Το ξέρω, ήμουν εκεί». «Μόνο που εγώ δεν ξέρω από μουσική, μπορώ να αλλάξω τη μουσική μου υποτροφία σε χημεία;» τον ρώτησα. Βάζει τότε κάτι γέλια, που κόντευε να ραγίσει ο φεγγίτης. «Αν αποδείξεις ότι παίζεις τη χημεία όσο καλά έπαιζες μουσική χτες, θα σε πάρω μόνος μου και θα σε πάω στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου να κάνεις το διδακτορικό σου» μου ανταπάντησε.

Αρα η τύχη ήταν με το μέρος σας;
Ακριβώς. Με κράτησε τέσσερις μήνες, πήρα το μάστερ μου και αποδείχτηκε καλή κίνηση να μείνω εκεί τότε, γιατί μετά την Κατοχή δεν είχαμε πια τα χρήματα για σπουδές. Εδώ έσπαγες έναν δοκιμαστικό σωλήνα και πηγαίναν πίσω τα εργαστήρια έξι μήνες, ενώ εκεί οι Αμερικανοί έλεγαν «σπάσ’ το, παιδί μου» κι αμέσως έφερναν δέκα σωλήνες να έχουμε.

Αυτή η ευκαιρία με έκανε δυνατό. Μετά φοίτησα στο πανεπιστήμιο Cornel -που ήταν το μεγαλύτερο την εποχή εκείνη- στη Νέα Υόρκη κι έκανα το διδακτορικό μου μέσα σε οκτώ μήνες. Βέβαια, κόντεψα να πεθάνω από την πείνα και τη μελέτη. Ηρθε στιγμή που έπιανα τα μαλλιά μου και φεύγανε από το άγχος και την πίεση. Αλλά τελείωσα. Εδωσα εξετάσεις για να μπω και τα κατάφερα με 99 στα 100, γιατί στη μόνη ερώτηση που είχα κάνει λάθος ήταν στη… χημεία. Ολες οι άλλες ήταν εύκολες για έναν Ευρωπαίο. Οπως ποια είναι η πόλη των επτά λόφων. Εγώ αμέσως απάντησα και η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη. Μπήκα μετ’ επαίνων και τελείωσα έχοντας ένα διδακτορικό, που για την εποχή εκείνη ήταν πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι σήμερα, και «πολύ μπροστά».

Στην Αμερική λατρέψατε και την τζαζ. Πολλά κομμάτια σας, μάλιστα, έχουν αυτόν τον ήχο.
Οχι πολλά, όλα. Σε αυτό θα είμαι όχι προπετής, αλλά με τη μύτη ψηλά. Οταν διεύθυνα την ορχήστρα του Γκιλέσπι, μου είχε πει: «Αυτό που εμείς αποκαλούμε σήμερα με τόση αγάπη τζαζ θα είναι η κλασική μουσική τον επόμενο αιώνα». Και πράγματι αυτό ισχύει σήμερα.

Πώς έγινε η γνωριμία σας με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ;
Είχα κάνει τη μουσική για μια ταινία του Ερρίκου Ανδρέου με σύγχρονη τεχνολογία, σπουδαίους σολίστες και πολυκάναλη. Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να την απλοποιήσουμε κι έτσι τη στείλαμε στο Αvator Studio του Σπίλμπεργκ στην Αμερική, όπου τα πολλά κανάλια μπορούσαν να γίνουν δύο. Την ώρα που ένας τεχνικός έκανε τη μετατροπή, περνούσε από τον διάδρομο ο Αμερικανός σκηνοθέτης, σταμάτησε, τον πλησίασε και τον ρώτησε: «Τι ακούμε;» Ο τεχνικός σταμάτησε, διάβασε τις ετικέτες και του είπε: «Κάποιος Μίμης Πλέσσας από την Αθήνα της Ελλάδας». Εφυγε ο Σπίλμπεργκ, με έψαξε, δεν ξέρω ποιους ρώτησε, είχα όμως πολύ καλό όνομα στην Αμερική ως τζαζίστας. Υστερα από μία εβδομάδα, λοιπόν, έλαβα την ηχοθήκη του Στίβεν Σπίλμπεργκ, δηλαδή όλους τους ήχους που χρησιμοποιούσε στις εκπληκτικές ταινίες του.

Είναι αλήθεια ότι σας αρέσει να μελετάτε νέες έρευνες;
Ναι, και το επόμενο ψάξιμό μου το οφείλω στον συγκλονιστικό Δημήτρη Νανόπουλο, ο οποίος είναι ο πρόεδρος της Ακαδημίας του CERN στη Γενεύη, όπου υπάρχει αυτό το υπερμηχάνημα, ο μεγάλος επιταχυντής ανδρονίων. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που ψάχνω αποδεικνύει ότι όλα αυτά που πιστεύαμε μέχρι σήμερα δεν είναι σωστά. Οτι δεν είναι η ταχύτητα του φωτός το όριο. Υπάρχουν τα χιόνια που… τρέχουν περισσότερο από το φως. Εμείς, με τη θεωρία του Αϊνστάιν, έχουμε αυτό το όριο, γιατί ξέρουμε ότι οποιοδήποτε σώμα τείνει να φτάσει την ταχύτητα του φωτός καταλαμβάνει το σύμπαν, έτσι τουλάχιστον λέει η θεωρία της σχετικότητας.

Τώρα έχουν κάνει τις μετρήσεις και ξέρουν ότι όση ώρα μιλάμε έχουν δημιουργηθεί δύο εκατομμύρια γαλαξίες κι ότι καθένας από αυτούς έχει δύο δισεκατομμύρια αστέρια. Από την άλλη μεριά, εμείς εξακολουθούμε να μπορούμε να αφουγκραζόμαστε αυτές τις αλήθειες, ενώ κατοικούμε σε μια φτωχογειτονιά με έναν… ψωροήλιο που έχει τη Γη να γυρίζει γύρω του, και σαν να μην έφτανε αυτό έχουμε και ένα Φεγγάρι, το οποίο θεωρούμε πολύ σπουδαίο ότι κάποια στιγμή το πατήσαμε. Αυτά είναι αποδεδειγμένα. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε δυο τρεις διαφυγές και αυτές είναι οι μαύρες τρύπες που «καταπίνουν» ακόμα και το φως. Από την άλλη πλευρά, τι είναι εκεί; Το αντισύμπαν; Αρα είχε δίκιο ο Αϊνστάιν, ο οποίος προείπε πως εκεί δεν ισχύει τίποτα από τους δικούς μας νόμους της βαρύτητας.

Για να επιστρέψουμε στη μουσική, πολλές δουλειές σας είναι πιο γνωστές στο εξωτερικό απ’ ό,τι στην Ελλάδα.
Πολύ σωστά, και μάλιστα έτσι έπρεπε. Επίσης, ξέρετε πόσοι μεγάλοι τζαζίστες είναι Ελληνες; Εχετε ακούσει για τον Χάρι Τζέιμς; Είναι ένας τρομερός τρομπετίστας, Χαρίδημος Δημητριάδης είναι το όνομά του. Ενας από τους καλύτερους ντραμίστες την εποχή εκείνη ήταν ο Τζέιμς Κρούπερ ή Ευγένιος Κορουπίδης.

«Ο Σπίλμπεργκ με έψαξε, δεν ξέρω ποιους ρώτησε, είχα όμως πολύ καλό όνομα ως τζαζίστας. Μία εβδομάδα μετά μου έστειλε όλους τους ήχους από τις ταινίες του»

Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα την κάνουμε. Ποια δουλειά σας έχετε ξεχωρίσει;
Θα απαντήσω με μια ερώτηση: Αν είχατε τέσσερα παιδιά, θα τα ξεχωρίζατε; Θα υπήρχε κάποιο που θα το αγαπούσατε πιο λίγο; Εγώ όλα μου τα «παιδιά» τα αγαπώ το ίδιο και είμαι έτοιμος να υποστηρίξω με σθένος εκείνο το οποίο πλήττεται από την ηλιθιότητα αυτών που πιστεύουν ότι μπορούν την τέχνη τη δική μου να την περνάνε χαλαρά και να βγάζουν λεφτά με έναν τρόπο που δεν ανήκει σε αληθινό καλλιτέχνη. «Χαλαρά» δεν μπορεί να παίξει κανείς με τη δική μου ευαισθησία.

Και γι’ αυτό κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω λέω πως ό,τι κι αν μου συμβεί ή οτιδήποτε κι αν χρειαστεί να περάσω -όπως η κρίση που ζούμε σήμεραγια μένα είναι μια… οπερετίτσα. Γιατί έχω περάσει κι επιβιώσει από αληθινή πείνα. Ξέρω πώς είναι να σου βγάζουν τα νύχια και τα δόντια, γιατί στην Κατοχή με πήραν και με βασάνισαν. Αλλά σήμερα θα ήμουν έτοιμος να περάσω τα ίδια, αν επρόκειτο να σωθούν αλήθειες για τα παιδιά μου.

Τι σας δίνει χαρά σήμερα;
Ξέρετε τι μου δίνει μεγαλύτερη ευχαρίστηση; Ενα χαμόγελο της κόρης μου. Μου θυμίζει τη μητέρα μου, κι από την άλλη έχει μια ωριμότητα δυσανάλογη με την ηλικία της, γιατί είναι μόλις 17,5 ετών. Αυτή τη «μουδιασμένη» εποχή, έτσι κι ανοίξει το στόμα της και μιλήσει, ακόμη κι αν πρόκειται να κριτικάρει τα έργα του πατέρα της, έχει μια ματιά διεισδυτική. Την έχω πιάσει να κρυφοκαμαρώνει για κάποιες δουλειές μου ή να θέλει να ακούσει και το παρακάτω σε άλλα έργα μου, ωστόσο μου φέρεται σαν να είμαι ο μικρός Δημητράκης.

Δεν ξεπέρασε ποτέ -όπως κι εγώ- το παιχνίδι που παίζαμε, με εκείνη να είναι η κακιά δασκάλα και εγώ ο μικρός Δημητράκης, ο οποίος τραβούσε των παθών του τον τάραχο περνώντας κάτω από τραπέζια και καρέκλες!

Ως μπαμπάς είσαστε πολύ τρυφερός, γι’ αυτό σας έκανε ό,τι ήθελε!
Και ακόμη με κάνει, αλλά να μην τα λέμε αυτά και τα ακούει (γέλια).

Η Ελεάννα ακολουθεί τα δικά σας χνάρια;
Οχι, ακολουθεί τα δικά της, και όταν το λέω αυτό το εννοώ. Κάποια στιγμή μού είπε πως ήθελε να μάθει πιάνο. Ως χαζομπαμπάς που είμαι, πήγα την άλλη μέρα και της πήρα το πιάνο για να έχει να μελετάει. Να μη χρειάζεται το δικό μου, γιατί εγώ συνεχώς δουλεύω. «Θα σου πάρω», της είπα, «και μια δασκάλα που ξέρω ότι είναι πάρα πολύ καλή». «Γιατί, εσύ είχες δάσκαλο;» μου απάντησε. Από τότε έκλεισε το πιάνο και ούτε το ξανάνοιξε ποτέ, πήρε κιθάρα και μια μέρα με φώναξε γιατί ήθελε να της κουρδίσω τις νότες.

Καθόταν στον υπολογιστή της και παρακολουθούσε μαθήματα από το διαδίκτυο. Την κοίταξα, είχε πολύ ωραία νύχια -έχει άλλωστε και πολύ ωραία χέρια- και ήταν βαμμένα. Δεν πατούσε τις νότες σωστά και της είπα: «Κορίτσι μου, έτσι δεν γίνεται. Αν θες να την ακούσεις να κελαηδάει, θα πρέπει να τα κόψεις». Εκείνη το σκέφτηκε κι απάντησε: «Τότε θα πρέπει να περιμένει η κιθαρίτσα μου την ώρα που θα μπορώ να κόψω τα νύχια μου». Αντε να βρεις άκρη με ένα τέτοιο παιδί, το οποίο όμως είναι έτοιμο να μαλώσει πολύ με όποιον με πειράξει. Θα σας εξομολογηθώ το πιο τρυφερό σκηνικό. Κάποια στιγμή με κορόιδευαν επειδή δεν έχω μαλλιά. Εκείνη, που δεν είχε πει ακόμη το «ρ», ήρθε και τους μάλωσε!

Πόσο σημαντικό ρόλο έχει παίξει ο έρωτας στη ζωή σας; Τα καλύτερα έργα τα έχετε γράψει ύστερα από χωρισμό ή εξαιτίας μίας μεγάλης αγάπης;
Η μουσική είναι έρωτας, όπως και η ίδια η επιστήμη. Ο έρωτας είναι ένας άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται η σύγχρονη και η κλασική επιστήμη και τέχνη, οι επιφυλάξεις που μπορεί να έχουν όλοι οι αντιρρησίες. Σας επιτρέπω να έχετε τη μεγαλύτερη επιφύλαξη σε όσα λέω. Να το κάνετε, όμως, με αγάπη.

Ετσι γεννήθηκε και η αγάπη για τη ζωγραφική.
Τα έργα μου είναι από καμμένα υλικά, τα οποία είχα στο σπίτι μου από την τρίτη πυρκαγιά που μας έβαλαν, μετά τις δασικές φωτιές στη Πεντέλη. Τα αποκαΐδια τα μάζεψα. Εκείνη τη φορά η φωτιά… είχε χιούμορ, άλλαξε κατεύθυνση λόγω αέρα την τελευταία στιγμή.

Ξέρουμε πολλά για τον σύνθετη και δημιουργό Μίμη Πλέσσα, αλλά λίγα για την προσωπική του ζωή. Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε στη Λουκίλα Καρρέρ και προχωρήσατε σε δεύτερο γάμο;
Η Λουκίλα ήταν φανατική συλλέκτρια και ήξερε απέξω όλο μου το έργο. Τραγούδια που δεν θυμόμουν καν ότι είχα γράψει μου τα έφερνε και μου τα… σύστηνε κι επέμενε για τη διαχρονικότητά τους. Συχνά στις συναυλίες επέμενε -και εξακολουθεί να το κάνει- να συμπεριλάβουμε τραγούδια που εγώ θεωρούσα ότι δεν τα ήξερε κανείς και βεβαίως το αποτέλεσμα τη δικαίωνε πάντα, γιατί τα τραγουδούσαν όλοι! Μέσω αυτής της της αγάπης για το έργο μου με έκανε να το ανακαλύψω εκ νέου κι εγώ. Της χρωστάω την αναβίωσή του. Σε αυτό βοήθησαν, βέβαια, και οι εκπομπές που κάνει σχεδόν 30 χρόνια στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα και κατέληξαν σε μία γεμάτη σεβασμό και αγάπη 25χρονη σχέση.

{{-PCOUNT-}}39{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ