Σε πλήρη εγκατάλειψη το ιστορικό λεπροκομείο της Χίου

Το λωβοκομείο που ιδρύθηκε από τους Γενουάτες το 1378 έχει χαρακτηριστεί μνημείο, αλλά από κει και πέρα ουδέν.

Σε πλήρη μαρασμό και εγκατάλειψη βρίσκεται το μακροβιότερο υγειονομικό ίδρυμα στην Ελλάδα, το περίφημο Λωβοκομείο Χίου. Ο χαρακτηρισμός του ως μνημείου από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, τον Σεπτέμβριο του 2011, δεν στάθηκε ικανός να το σώσει… Ζωντανό κομμάτι της ιστορίας του νησιού, το λεπροκομείο της Χίου, γνωστό και ως λωβοκομείο, ιδρύθηκε από τους Γενουάτες το 1378, την εποχή που η Χίος αποτελούσε τμήμα της Δημοκρατίας της Γένοβας. Αιτία για τη δημιουργία του δεν ήταν άλλη από την εμφάνιση και την ανησυχητική διάδοση της λέπρας που κατά την περίοδο του Μεσαίωνα άρχισε να εξαπλώνεται από την Ασία στην Ευρώπη με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Μάλιστα υπαίτιοι για την εξάπλωση της νόσου είχαν θεωρηθεί οι μετανάστες αλλά και όσοι φυλακισμένοι είχαν καταγωγή από την Ασία, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν πως η λέπρα οφειλόταν στη βρώση παστών ψαριών κατά την περίοδο της νηστείας των χριστιανών ή ακόμη και πως αποτελούσε τιμωρία του Θεού προς τους αμαρτωλούς. Γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε οι καλόγεροι ήταν οι μόνοι που στέκονταν στο πλευρό των αρρώστων και τους φρόντιζαν, ακόμη και στα πρώτα χρόνια εμφάνισης της νόσου, όταν δεν υπήρχαν ιδρύματα και οι λεπροί ήταν αναγκασμένοι να ζουν απομονωμένοι σε ερημικές τοποθεσίες, μακριά από τις οικογένειές τους. Από την ίδρυσή του μέχρι και το 1959, οπότε έκλεισε για πάντα τις πόρτες του, το Λωβοκομείο Χίου, για το οποίο έγινε και εκτενές αφιέρωμα με φωτορεπορτάζ από τη φωτογράφο Κέλλυ Κατσαρού στη βρετανική εφημερίδα «Daily Mail», είχε συνεχή λειτουργία. Μοναδική περίοδος διακοπής, τα έτη 1822 και 1835, όταν οι Τούρκοι προχώρησαν στη σφαγή 20.000 Χιωτών και στην εξορία άλλων 23.000, με αποτέλεσμα την ερήμωση του νησιού αλλά και του ιδρύματος, που τα επόμενα χρόνια συνέχισε τη λειτουργία του υπό άθλιες για τους ασθενείς συνθήκες.

Ο σεισμός του 1881

Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, συγκεκριμένα το 1881, η Χίος σείεται από τον μεγάλο, καταστροφικό σεισμό που αφήνει πίσω του περισσότερους από 7.500 νεκρούς, διαλυμένα χωριά και ανυπολόγιστες ζημιές στο κτίριο του λεπροκομείου, το οποίο τελικά θα ανοικοδομηθεί στις αρχές του 20ού αιώνα με τη γενναία συνδρομή εύπορων χιώτικων οικογενειών που ζούσαν στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό πως ύστερα από έρανο που διοργανώθηκε για τον συγκεκριμένο σκοπό συγκεντρώθηκε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 4.000 λιρών Αγγλίας! Παράλληλα ο Μιλτιάδης Καλβοκορέσης, που από την πρώτη στιγμή μπήκε μπροστά στον αγώνα για την επαναλειτουργία του λεπροκομείου, ανέλαβε προσωπικά την ετήσια καταβολή του ποσού των 100 λιρών που προορίζονταν για τη διατροφή των δεκάδων ασθενών. Το 1911 οι εργασίες έχουν πλέον ολοκληρωθεί και το ανακαινισμένο λεπροκομείο παραδίδεται στους ασθενείς πιο σύγχρονο και πιο πολυτελές από ποτέ, αφού τα υλικά κατασκευής, όπως τα τούβλα και τα κεραμίδια, έχουν έρθει με ειδική παραγγελία από το Λονδίνο, τη Μικρά Ασία και τη Μασσαλία. Τα νέα κτίρια δεν θυμίζουν σε τίποτα τα παλιά, αφού είναι αντισεισμικά, με δίκτυα παροχής νερού στις κουζίνες αλλά και στα λουτρά, καθώς και με ολοκαίνουργιο αποχετευτικό σύστημα. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το κεραμιδί και η ώχρα, ενώ οι ενδιάμεσοι χώροι που συνδέουν τις μονάδες είναι διακοσμημένοι με μοντέρνα έπιπλα. Παράλληλα το νέο λεπροκομείο διαθέτει δύο εκκλησίες, τον Αγιο Λάζαρο και την Παναγία της Αγίας Επισκοπής που καταστράφηκε δύο φορές, μία το 1822 από τους Τούρκους και μία ακόμη το 1881 από τον μεγάλο σεισμό, καθώς και στάβλο, αλλά και ειδικό χώρο για το πλύσιμο των ρούχων. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του το νέο λεπροκομείο φιλοξένησε περισσότερους από 250 χανσενικούς, οι οποίοι μάλιστα έτυχαν εξαιρετικών για τα δεδομένα της εποχής παροχών, αφού τα μπάνια είχαν πάντα παροχή ζεστού νερού, ενώ τα στρώματα στα υπνοδωμάτια είχαν έρθει από το Λονδίνο κατόπιν παραγγελίας και ήταν κατασκευασμένα από κοκοφοίνικα προκειμένου να αναπνέει το δέρμα. Το 1959 το Λεπροκομείο Χίου, μέσα στο οποίο έζησαν και «έσβησαν» εκατοντάδες χανσενικοί, έκλεισε οριστικά τις πόρτες του. Σήμερα, πενήντα τέσσερα χρόνια ύστερα από εκείνη την ημέρα, το πανέμορφο αρχιτεκτονικό σύνολο των δεκαέξι αυτόνομων μονάδων έχει αφεθεί στη μοίρα του και βρίσκεται υπό κατάρρευση. Πλέον τα εγκαταλειμμένα δωμάτια φιλοξενούν λιγοστούς σκελετούς σιδερένιων κρεβατιών, απομεινάρια μιας εποχής που κανείς δεν θέλει να θυμάται. Οσα έπιπλά του διασώθηκαν από τους επιτήδειους, στέκουν χαλασμένα και ξεφτισμένα, οι πόρτες είναι ετοιμόρροπες, ενώ το ξύλινο δάπεδο έχει σαπίσει και είναι γεμάτο διάσπαρτες τρύπες. Παρ’ όλα αυτά κάθε καλοκαίρι δεν είναι λίγοι οι επισκέπτες του νησιού που κάνουν τον κόπο να ανέβουν στις παρυφές της πόλης, στο πευκοδάσος της περιοχής Κοφινάς, για να δουν από κοντά το πάλαι ποτέ υπερσύγχρονο λεπροκομείο, το οποίο σβήνει παίρνοντας μαζί του τις αγωνίες, τις προσευχές, τα δάκρυα αλλά και τα όνειρα των ανθρώπων στους οποίους έλαχε να ζήσουν «συντροφιά» με τη νόσο του Χάνσεν.

Οι δύο Αγιοι της Ορθοδοξίας που έζησαν στο ίδρυμα

Στο Λεπροκομείο Χίου έζησαν και δύο μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας, ο Αγιος Ανθιμος Βαγιανός και ο Οσιος Μοναχός Νικηφόρος ο Λεπρός, που πρόσφεραν σημαντικό έργο και βοήθεια στους χανσενικούς του ιδρύματος. Ο Οσιος Νικηφόρος γεννήθηκε το 1890 στην Κρήτη και μπήκε από νωρίς στα βάσανα της ασθένειας. Προσπαθώντας να κρύψει τα σημάδια που εμφανίζονταν στο σώμα του είχε καταφύγει από την Κύπρο στην Αίγυπτο και στη συνέχεια στη Χίο, όπου τον υποδέχτηκε ο Αγιος Ανθιμος Βαγιανός που ήταν επικεφαλής της αποικίας και ο οποίος το 1916 τον έκειρε μοναχό. Οταν ο Αγιος Ανθιμος απεβίωσε, ο πατήρ Νικηφόρος συνέχισε το έργο, παρά τα προβλήματα που του είχε προκαλέσει η νόσος. Κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του ο Οσιος Νικηφόρος παραμορφώθηκε, έμεινε τυφλός και παράλυτος, αλλά σε καμία στιγμή δεν έχασε το κουράγιο του και την πίστη του στον Θεό. Ο π. Νικηφόρος κατέγραψε πολλά θαύματα του γέροντος Αγίου Ανθίμου, ενώ όταν έκλεισε το λεπροκομείο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο λοιμωδών νόσων στην Αγία Βαρβάρα, στο Αιγάλεω. Στις 4 Ιανουαρίου του 1964 έφυγε από τη ζωή, κηδεύτηκε στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων κι ετάφη στο εκεί κοιμητήριο. Κατά την ανακομιδή των τίμιων λειψάνων του τα οστά του ευωδίασαν.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΞΙΩΤΗΣ

{{-PCOUNT-}}8{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ