Ο Κομαντάντε που ήθελε να γίνει παίκτης του μπέιζμπολ

Η ζωή και το τέλος του Ούγκο Τσάβες, μιας από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της διεθνούς πολιτικής σκηνής.

Παιδικό του όνειρο ήταν να γίνει ζωγράφος ή παίκτης του μπέιζμπολ. Η ζωή όμως είχε άλλα σχέδια για το μικρό αγόρι από τις πεδιάδες της Μπαρίνια, που έμελλε να εξελιχθεί σε μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Ο θάνατος του «σοσιαλιστή showman», όπως συνήθιζαν να αποκαλούν τα media τον Ούγκο Τσάβες, προκάλεσε θλίψη στα λαϊκά στρώματα, ανακούφιση στην αριστοκρατία και βύθισε μια ολόκληρη χώρα στην αβεβαιότητα.

Οταν ο υπολοχαγός Τσάβες εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις τηλεοπτικές οθόνες της Βενεζουέλας, το πρωινό της 4ης Φεβρουαρίου του 1992, ως ένας μυστηριώδης αξιωματικός του στρατού ο οποίος είχε μόλις αποπειραθεί -και αποτύχει- να ρίξει τον εκλεγμένο πρόεδρο Κάρλος Αντρέ Πέρεζ, κανείς δεν φαντάζονταν τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε λίγο αργότερα στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Μιλώντας ωστόσο live στον λαό, πέτυχε να παρουσιάσει την παράδοσή του στις αρχές ως ένα περίεργο είδος νίκης. Οι καρποί της οποίας απέδωσαν τελικά επτά χρόνια αργότερα, όταν πέρασε το κατώφλι του προεδρικού μεγάρου ως ο νέος εκλεγμένος ηγέτης της χώρας.

Ο άντρας με τον κόκκινο μπερέ των αλεξιπτωτιστών και τη στολή παραλλαγής που έκανε το ντεμπούτο του εκείνη τη μέρα στη μικρή οθόνη είχε γεννηθεί τριάντα οχτώ χρόνια νωρίτερα στην επαρχιακή πόλη Σαμπανέτα. Οι γονείς του ήταν δάσκαλοι στο επάγγελμα, όμως το δικό του πάθος για το μπέιζμπολ τον έκανε να γραφτεί στη Στρατιωτική Ακαδημία της χώρας, σε ηλικία 17 ετών. Πολύ σύντομα ωστόσο απογοητεύεται από τις ένοπλες δυνάμεις και το σύστημα που υπηρετούν. Η διαφθορά και οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων τον ωθούν να ταυτιστεί περισσότερο με τους αντάρτες εναντίον των οποίων μαχόταν, γι’ αυτό και αποφασίζει να δημιουργήσει τη δική του επαναστατική οργάνωση. Ο μεγαλύτερος αδερφός του, Αντάν, τον φέρνει σε επαφή με ηγέτες ανταρτών, με τους οποίους συνωμοτεί για περισσότερο από μία δεκαετία, πριν ξεκινήσει τελικά την εξέγερσή του χωρίς αυτούς. Αν και καταφέρνει να καταλάβει πολλές στρατιωτικές βάσεις τη μέρα του πραξικοπήματος, αποτυγχάνει να κάνει το ίδιο και στο προεδρικό μέγαρο, με αποτέλεσμα ο Πέρεζ να διαφύγει κι εκείνος να φυλακιστεί για 2,5 χρόνια.

Μετά από καιρό, πείθεται να ακολουθήσει την εκλογική οδό και θέτει υποψηφιότητα για την προεδρία, υποσχόμενος στον λαό να «καθαρίσει» την παλιά φρουρά, να ξαναγράψει το Σύνταγμα και να αντιμετωπίσει τη διαφθορά. Τον Φεβρουάριο του 1999 ορκίζεται πρόεδρος της χώρας με ποσοστό 56% και εντός του ίδιου έτους επιτυγχάνει την έγκριση του νέου Συντάγματος, το οποίο μεταξύ άλλων προβλέπει επέκταση της προεδρικής θητείας στα έξι χρόνια, με περιθώριο άμεσης επανεκλογής. Η κακή πορεία της οικονομίας ωστόσο οδηγεί σε πρόωρες εκλογές το 2000, τις οποίες και κερδίζει, όμως δύο χρόνια αργότερα εξαναγκάζεται σε παραίτηση επειδή επιχειρεί να επιβάλει κομματικό έλεγχο στην κρατική εταιρεία πετρελαίων. Σε λιγότερο από δύο μέρες όμως επιστρέφει θριαμβευτής στην εξουσία.

Το 2004 καταφέρνει να κερδίσει δημοψήφισμα για την παραμονή του στην προεδρία με υψηλό ποσοστό, κάτι που επαναλαμβάνεται με ακόμα καλύτερα αποτελέσματα και το 2006. Εχοντας πάρει θάρρος από την εκλογική του νίκη, προχωρά στο κλείσιμο του RCTV, του παλαιότερου τηλεοπτικού σταθμού της χώρας και βασικότερου επικριτή του καθεστώτος του, αλλά και σε ακόμα μια δικτατορικού ύφους αναθεώρηση του Συντάγματος. Για τα επόμενα χρόνια προτείνει -και περνάει- συνεχώς νέες τροπολογίες που του επιτρέπουν απεριόριστο αριθμό θητειών, μέχρι που το 2010 το Σοσιαλιστικό Κόμμα του διατηρεί μεν την πλειοψηφία των εδρών στο κοινοβούλιο, όμως ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης εξασφαλίζει περισσότερο από το ένα τρίτο των εδρών, δυσκολεύοντας την παντοδυναμία του.

Το 2011 ο Τσάβες παραδέχεται ότι έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στην Κούβα για την αφαίρεση καρκινικού όγκου στη διάρκεια τηλεοπτικού διαγγέλματος, ενώ τον περασμένο Ιούλιο, μόλις τρεις μήνες πριν τις νέες εκλογές, ανακοινώνει την πλήρη ίασή του. Τις εκλογές τις κερδίζει, χάνει όμως τη μάχη με τον καρκίνο. Αν και οι απόψεις διίστανται σχετικά με το αν θα έπρεπε να χαρακτηριστεί δικτάτορας, δημοκράτης σίγουρα δεν ήταν. Ηρωας για πολλούς, ειδικά για τους φτωχούς, χάρη στα δημοφιλή σοσιαλιστικά του προγράμματα, εκμεταλλευόταν τον έλεγχο που ασκούσε στη δικαστική εξουσία για να φυλακίζει ή ακόμα και να εξορίζει τους πολιτικούς αντιπάλους του.

Ο ισχυρός άντρας και το ασθενές φύλο

Δύο γάμους και πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις είχε στο βιογραφικό του ο Ούγκο Τσάβεζ. Πρώτη φορά γαμπρός ντύνεται με τη Νάνσι Κολμενάρες, με την οποία αποκτά τα τρία μεγαλύτερα παιδιά του, Ρόζα Βιρτζινία, Μαρία Γκαμπριέλα και Ούγκο Ραφαέλ. Ο Τσάβες και η Κολμενάρες παντρεύτηκαν το 1974 και παρέμειναν μαζί για δεκαοχτώ χρόνια. Εκείνος, ωστόσο, δεν παρέμεινε πιστός καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου τους. Για διάστημα εννέα ολόκληρων ετών (από το 1984 μέχρι το 1993) διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με τη Χέρμα Μάρκσμαν, μία νεαρή ιστορικό, στην κατοικία της οποίας στο Καράκας συνήθιζε να συναντιέται με τους συνωμότες του για την προετοιμασία του πραξικοπήματος. Μετά την αποφυλάκισή του το 1994, ωστόσο, διαλύει τις σχέσεις του και με τις δύο και δημιουργεί δεσμό με τη δεύτερη σύζυγό του, τη δημοσιογράφο Μαριζαμπέλ Ροντρίγκεζ, στο πλευρό της οποίας περνάει πρώτη φορά το κατώφλι του προεδρικού μεγάρου το 1999. Ο γάμος τους, καρπός του οποίου είναι η κόρη του Ροζίνες, μπορεί να μη στιγματίστηκε από κάποια εξωσυζυγική σχέση, όμως υπήρξε τρικυμιώδης, καθώς η Μαριζαμπέλ είχε πολιτικές φιλοδοξίες και απαιτούσε να έχει γνώμη επί παντός επιστητού. Το πολύκροτο διαζύγιό τους εκδόθηκε το 2004.

ΠΕΤΡΙΝΑ ΚΑΛΑΜΒΟΚΙΔΗ

{{-PCOUNT-}}12{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ