Το super τεστ που ανιχνεύει το έμφραγμα

Βασίζεται στη μέτρηση της πρωτεΐνης C και είναι πιο έγκυρο από την εξέταση τροπονίνης

Βασίζεται στη μέτρηση της πρωτεΐνης C και είναι πιο έγκυρο από την εξέταση τροπονίνης 

Ενα νέο αιματολογικό τεστ υπόσχεται να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι γιατροί ανιχνεύουν την έναρξη ενός εμφράγματος, προκειμένου να προχωρούν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα στη θεραπεία του σώζοντας ζωές.

Το ανέπτυξαν Βρετανοί επιστήμονες και στη σχετική δημοσίευσή τους στο περιοδικό κλινικής χημείας «Clinical Chemistry» υποστηρίζουν ότι εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη «ευαισθησία» στην ανίχνευση των βιοδεικτών που αποτυπώνουν την έναρξη καταστροφής του καρδιακού μυός έναντι αυτών που έχουν έως σήμερα αναπτυχθεί.

Το συγκεκριμένο τεστ βασίζεται στη μέτρηση της πρωτεΐνης C, η οποία δεσμεύει την καρδιακή μυοσίνη, και αρκεί η ανίχνευση μόλις 0,07 mg κατεστραμμένων καρδιακών κυττάρων -δηλαδή το 0,00002% του μυοκαρδίου- για να δώσει ένδειξη έναρξης εμφράγματος.

Εως σήμερα οι γιατροί στηρίζονταν για τη διάγνωση εμφράγματος στην ανίχνευση της τροπονίνης, μίας άλλης πρωτεΐνης που παράγεται σε περίπτωση βλάβης του μυοκαρδίου, η οποία όμως δίνει τιμές «συναγερμού» μόνον όταν έχει ήδη νεκρωθεί το 0,001% του μυός, δηλαδή 3-9 mg καρδιακών κυττάρων. Ετσι, εάν δεν ανιχνεύσουν τα επίπεδα αυτά (που δίνονται όταν η βλάβη έχει προχωρήσει αρκετά), κατατάσσουν τον ασθενή σε κατηγορία χαμηλού κινδύνου για έμφραγμα. Αν, πάλι, οι τιμές της τροπονίνης δώσουν ενδιάμεση κατηγορία κινδύνου, προχωρούν σε περαιτέρω εξετάσεις χορηγώντας ταυτόχρονα φάρμακα -όπως αντιπηκτικά-, τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας.

Επιβεβαίωση

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου King’s College επιβεβαίωσαν την ακρίβεια του νέου τεστ σε πάνω από 4.000 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στο νοσοκομείο Saint Thomas (είχαν εισαχθεί στα Επείγοντα με πόνο στο στήθος), για τους οποίους διαπίστωσαν πως, με βάση τα επίπεδα τροπονίνης, στην ομάδα υψηλού κινδύνου είχε καταταγεί το 47%, ενώ χρησιμοποιώντας μυοκάρδιο από δωρητές διαπίστωσαν ότι η μέτρηση της καρδιακής μυοσίνης έδινε ταχύτερα αποτελέσματα.

Οπως υπογραμμίζει ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας δρ Τομ Κάιερ, «το νέο τεστ έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο κάνουμε διάγνωση των εμφραγμάτων στον 21ο αιώνα. Θα χάνονται δε λιγότερα εμφράγματα απ’ ό,τι με την τροπονίνη».

offer

{{-PCOUNT-}}12{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ