Αντώνης Κυρίτσης: Ο παραδοσιακός τραγουδιστής δεν πρέπει να λέει άλλα είδη

Αυθεντικός ερμηνευτής του δημοτικού, ο Αντώνης Κυρίτσης αποκαλύπτει στην «Espresso» την πορεία του στον χώρο και δηλώνει περήφανος που «υπηρετεί» τα ήθη και τα έθιμα του τόπου

Με τον Αντώνη Κυρίτση μάς ενώνουν το κοινό επώνυμο και η αγάπη για το δημοτικό τραγούδι. Θεσσαλός εκείνος (κατάγεται από το χωριό Κοσκινάς της Καρδίτσας), από τη Φθιώτιδα εγώ, βρήκαμε «κοινό τόπο» στις νότες του ηπειρώτικου, γι’ αυτό συναντηθήκαμε στη γειτονιά του, στον Αγιο Ελευθέριο, προκειμένου να μιλήσουμε για την παραδοσιακή μουσική και τις στιγμές που έχει ζήσει στην πίστα. 

Κάποια στιγμή την κουβέντα μας διακόπτει μια κοπελίτσα του γυμνασίου. «Είστε τραγουδιστής;» τον ρωτάει και συνεχίζει: «Σας έχω δει στην τηλεόραση». Εκείνος -σεμνός- απαντάει θετικά, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.

Από την
ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ ΚΥΡΙΤΣΗ
Φωτό: Χρήστος Ζήνας

Ο γιος του, ο Θωμάς, του τηλεφωνεί για κάποιες τελευταίες διευθετήσεις (το ίδιο βράδυ έχουν πρεμιέρα στο Half Note). Μου μιλάει για την εγγονή του, τη Ναταλία, που χωρίς ντροπές ανέβηκε στη σκηνή του Βοτανικού και τραγούδησε το παραδοσιακό «Στης πικροδάφνης τον ανθό», επειδή ήθελε να το αφιερώσει στον παππού της. Μου δείχνει και βίντεο και το χαμόγελό του φτάνει έως τ’ αυτιά.

Με εκπλήσσει όταν μου αναφέρει το… βέτο που έθεσαν Ηπειρώτες τραγουδιστές στον δήμαρχο Ιωαννίνων, με αφορμή μια εκδήλωση στην πόλη, να μην του επιτραπεί να ερμηνεύσει τραγούδια του τόπου τους, «γιατί είναι Θεσσαλός»! Ιντριγκες και στον παραδοσιακό χώρο; Βέβαια! Μιλάει για τη γνωριμία του με τον -επίσης σπουδαίο- Πετρολούκα Χαλκιά, τον βιρτουόζο του κλαρίνου, με τον οποίο συμπληρώνουν σχεδόν σαράντα χρόνια ως ντουέτο, με αποτέλεσμα να είναι ένα βήμα από το βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες. «Τα δημοτικά τραγούδια αποτελούν το ξέσπασμα της ψυχής του λαού, όταν συγκλονίζεται από χαρά, λύπη ή άλλα συναισθήματα.

Με τη θαμπωτική τους ομορφιά, τη δύναμη, τη ζωντάνια που αναβλύζουν από στίχους μάς πλημμυρίζουν με έντονη συγκίνηση. Είμαστε περήφανοι που υπηρετούμε τη δημοτική μας παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας» δηλώνει και επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι αυτές τις μέρες δεν υπάρχει πασχαλιάτικο τραπέζι και παρέα που δεν γλεντάει χορεύοντας τα τραγούδια του.

Πώς ήταν η ζωή σας στο χωριό, όταν ήσασταν παιδί;
Δεν μπορώ να πω ότι είχα άσχημα παιδικά χρόνια, ο πατέρας μου είχε κτήματα και σπέρναμε διάφορα αγροτικά προϊόντα, όπως σιτάρι, και περνούσαμε όμορφα. Ημουν εγώ κι άλλα δύο αδέρφια.

Το τραγούδι πώς το αρχίσατε;
Από μικρός είχα ταλέντο, από την α’ δημοτικού ο δάσκαλος με έβαζε μπροστά να λέω τα τραγούδια και τα ποιήματα στις εθνικές γιορτές. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και ψάλτης, και θυμάμαι ότι με έπαιρνε από το χεράκι και πηγαίναμε στην εκκλησία, όπου κρατούσα το «ίσο». Είχα, δηλαδή, πολλά μουσικά βιώματα. Επίσης, και η μητέρα μου, η Φωτεινή, τραγουδούσε πολύ καλά, αλλά και ο μεγάλος μου αδερφός, ο οποίος έπαιζε και μπουζούκι. Κανείς από τους δύο αδερφούς μου δεν ασχολήθηκε με τη μουσική. Εγώ ξεκίνησα παίζοντας λαϊκά στο μπουζούκι, ενώ στον Στρατό άρχισα να τραγουδάω ηπειρώτικα. Ετσι, «έμπλεξα», χωρίς να το καταλάβω.

Παρ’ όλα αυτά, αρχικά τουλάχιστον, δεν θέλατε να γίνετε τραγουδιστής, έτσι δεν είναι;
Ηθελα να γίνω δάσκαλος, όπως ο πατέρας μου. Ομως, από τότε που ήμουν μικρός και κάναμε γλέντια στο χωριό εγώ πήγαινα και καθόμουν απέναντι από τους μουσικούς, πέντε ετών πιτσιρίκι, και τους παρακολουθούσα. Μου άρεσε πάρα πολύ! Επίσης, άκουγα τον πατέρα μου που τραγουδούσε στις γιορτές, στα σπίτια. Αυτά τα βιώματα με έκαναν να αγαπήσω ακόμη περισσότερο το δημοτικό τραγούδι.

Κι έτσι άλλαξαν τα πλάνα, τελικά.
Ηρθα στην Αθήνα και σπούδασα βυζαντινή μουσική σε ωδείο, έκανα ορθοφωνία, τα πάντα. Ξεκίνησα από ένα μικρό μαγαζάκι στην Πλάκα παίζοντας μπουζούκι και τραγουδώντας ακόμη και κομμάτια του Μίκη Θεοδωράκη, τα οποία τότε ήταν στην επικαιρότητα. Παράλληλα, βέβαια, έκανα κι άλλες δουλειές: δούλευα ως βοηθός στο μπακάλικο του θείου μου.

Επαγγελματικά πώς ξεκινήσατε να τραγουδάτε ηπειρώτικα;
Ημουν φαντάρος και είχα έρθει στην Αθήνα με άδεια. Βρήκα κάποιους συχωριανούς μου και πρότειναν να πάμε να ακούσουμε στο κέντρο Σούλι την Μπροχοπούλου, η οποία τότε ήταν κορυφαία τραγουδίστρια. Εγώ ήμουν πολύ ντροπαλός, κάτι που το έχω ακόμα, και με παρότρυναν να τραγουδήσω. Ηξερα κάνα δυο κομμάτια, ένα ηπειρώτικο και την «Ιτιά». Ανέβηκα, τα είπα και ο κόσμος φώναζε από κάτω: «Κι άλλο, κι άλλο». Ηρθε, λοιπόν, ο μαγαζάτορας και με ρώτησε πότε απολύομαι. Του απάντησα πως ήθελα ακόμα έξι μήνες. «Μόλις απολυθείς, έλα από δω» μου είπε. Πραγματικά, έτσι έγινε και το 1970 ξεκίνησα δειλά δειλά, με την Μπροχοπούλου. Από το Σούλι είχαν περάσει μεγάλα ονόματα του δημοτικού τραγουδιού. Ο Αλέκος Κιτσάκης εμφανιζόταν εκεί, όταν ήταν νέος, μόλις είχε κατέβει από το χωριό.

Ερχονταν και «επώνυμοι» της εποχής να σας ακούσουν;
Ναι, πολλοί ηθοποιοί. Μάλιστα, ήταν κοντά το θέατρο Περοκέ και μόλις τελείωναν από τις παραστάσεις τους έρχονταν στο Σούλι.

Τότε υπήρχαν σπουδαία μαγαζιά με ηπειρώτικα, έτσι δεν είναι;
Ναι, ύστερα από δύο τρία χρόνια που έμεινα στο Σούλι πήγα στην Τζαβέλαινα. Εκανα εντατικές πρόβες, ήθελα να μάθω τραγούδια πολλά. Οχι μόνο της Ηπείρου, αλλά και άλλα δημοτικά. Η αλήθεια είναι πως δούλευα μόνο σε κέντρα με ηπειρώτικη μουσική, ωστόσο έχω γυρίσει όλη την επικράτεια. Θράκη, Μακεδονία, έχω ερμηνεύσει τραγούδια απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Εχω πει ηπειρώτικα, επειδή δουλεύω περισσότερο στην Ηπειρο (η γυναίκα μου, η Γεωργία, η οποία ήταν διευθύντρια στον ΟΤΕ, κατάγεται από τα Γιάννενα).

14g346her6ht

Πού τη γνωρίσατε;
Στην Τζαβέλαινα, όπου τραγουδούσα. Είχε έρθει να με ακούσει. Είμαστε μαζί 45 χρόνια, από μικρά παιδιά. Είχαμε, όμως, το μυαλό και μείναμε μαζί.

Η σύζυγός σας έχει αντέξει τόσα χρόνια δίπλα σας, με τέτοιο πρόγραμμα. Σας ακολουθεί;
Την παίρνω πάντα μαζί μου, γιατί ξέρω πως όταν λείπω από το σπίτι στενοχωριέται, αλλά με στηρίζει πάρα πολύ. Είναι πολύ καλή σύντροφος, γι’ αυτό προκόψαμε ως οικογένεια και έχουμε ευγενικά παιδιά κι εγγόνια.

Αρα, και τα παιδιά σας από μικρά έρχονταν μαζί σας;
Ναι, κανονικά στις περιοδείες! Εχω έναν γιο, τον Θωμά, που ακολουθεί τα βήματά μου και μία κόρη, τη Φωτεινή, η οποία είναι δασκάλα χορού και διδάσκει σε σχολεία. Ο γιος μου είναι κανονικά καθηγητής Φυσικής Αγωγής, αλλά δεν διορίστηκε, έχει εξαιρετική φωνή και έτσι του είπα: «Ελα εδώ μαζί μου». Του άρεσαν τα δημοτικά τραγούδια, αν και ήθελε να δουλέψει πάνω στο αντικείμενό του. Σιγά σιγά όμως και εξ ανάγκης άρχισε να τραγουδάει – άλλωστε, είχε αυτά τα ακούσματα από μικρός.

Ποιο είναι το μυστικό για να κρατήσει ένας γάμος;
Χρειάζεται να υπάρχει απόλυτη οικειότητα, να μην παρασύρεται το ζευγάρι από διάφορες καταστάσεις. Σαφώς και υπάρχουν διαφωνίες -αλλιώς δεν περνάει η ζωή-, αλλά να μη φτάνουμε στα άκρα.

Εχετε δουλέψει με πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και με την Ελένη Βιτάλη στα πρώτα της βήματα.
Ναι, ήταν μικρή, 17 ετών. Την έφερνε η μαμά της και την έπαιρνε μετά το πρόγραμμα. Ηταν ντροπαλό κορίτσι, αλλά πεισματάρικο και τραγουδούσε πάρα πολύ ωραία τα δημοτικά. Επίσης, έχω συνεργαστεί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο και με τον Χρήστο Νικολόπουλο, που μου έγραψε παραδοσιακά. Εχω δουλέψει και με Ινδούς και Αφρικανούς μουσικούς και τον Ιρλανδό Ρος Ντέιλι. Ολοι μαζί κάναμε πολλές συναυλίες.

Αυτή η συνεργασία πώς προέκυψε;
Υπήρχε εδώ, στην Αθήνα, ένας μάνατζερ, που τους έφερνε κατά καιρούς, και επέλεξε εμένα και τον Πετρολούκα Χαλκιά, ώστε να «παντρέψουμε» την ινδική με την ελληνική μουσική. Πραγματικά, το αποτέλεσμα ήταν το κάτι άλλο! Μάλιστα, στη συναυλία στον Λυκαβηττό είχε τόσο πολύ κόσμο, που κάποιοι έμειναν έξω, γιατί δεν τους χωρούσε!

Με τον Πετρολούκα Χαλκιά πώς «δέσατε»; Πόσα χρόνια δουλεύετε μαζί;
Κοντεύουμε τα 40 χρόνια συνεργασίας! Ο Πετρολούκας ήταν στην Αμερική όταν εγώ άρχισα να τραγουδάω στην Ηπειρο και πολλοί μού έλεγαν «εσύ, Αντώνη, μόνο με τον Χαλκιά θα ταιριάξεις». Κι εγώ τους ρωτούσα: «Γιατί, ρε παιδιά;» «Αν τον γνωρίσεις, θα δεις» μου απαντούσαν. Επιστρέφοντας το 1979 από τις ΗΠΑ ήρθε στην Τζαβέλαινα, όπου δούλευα, γνωριστήκαμε και την επόμενη χρονιά δουλέψαμε μαζί στο κέντρο Ελληνικό Χωριό. Αμέσως δείξαμε ότι έχουμε καλή χημεία. Είναι άνθρωπος ήπιων τόνων, πολύ καλός συνεργάτης, ό,τι μου έλεγε ή ό,τι του έλεγα το συμφωνούσαμε. Δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ. Μάλιστα, θέλουν να μας βάλουν στο βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες, επειδή δουλεύουμε συνεχόμενα τόσα χρόνια. Εχουμε γυρίσει μαζί όλο τον κόσμο, Αυστραλία, Αμερική, Αφρική, Ευρώπη…

Πώς αντιδρούν οι Ελληνες του εξωτερικού στις εμφανίσεις σας αλλά και οι ξένοι που έρχονται να σας ακούσουν;
Η αλήθεια είναι ότι κάναμε πολλές συναυλίες για ξένους, μια από αυτές στο αντίστοιχο Μέγαρο Μουσικής του Αμστερνταμ για τους Ολλανδούς και ήξεραν τα ελληνικά άπταιστα! Επίσης, εμείς γράφαμε τους στίχους των τραγουδιών που λέγαμε, ήταν ηπειρώτικα μοιρολόγια, στη γλώσσα τους. Τα διάβαζαν και έκλαιγαν. Μας έδιναν συγχαρητήρια! Πολλές φορές μπερδευόμασταν και τους ρωτούσαμε από ποιο μέρος της Ηπείρου κατάγονται. Και μας έλεγαν: «Ολλανδοί είμαστε»!

Θυμάστε κάποιο περιστατικό που σας έχει συγκινήσει;
Ναι, το 1990 ήμουν στη Βόρεια Καρολίνα για συναυλία και πέθανε η μάνα μου στην Ελλάδα. Χωρίς να το ξέρω, ένιωθα κάτι μέσα μου και δεν μπορούσα να τραγουδήσω. Με ρωτούσαν τι έπαθα και τους έλεγα ότι δεν μπορούσα καθόλου, είχα ένα βάρος που με πλάκωνε. Βγήκε τελικά το πρόγραμμα, δύσκολα, και μετά το έμαθα. Από τις πιο χαρούμενες, όμως, ήταν όταν γεννήθηκε ο γιος μου.

Θυμόσαστε επικίνδυνα περιστατικά; Γιατί κάποιες φορές εκεί «ανάβουν τα αίματα».
Εχω αντιμετωπίσει πάρα πολλά τέτοια περιστατικά: Αλλος έπινε περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε, άλλος έσπαγε ποτήρια, έρχονταν και τα γυαλιά πάνω μας, τσακώνονταν για τον χορό. Τότε ο κόσμος δεν χόρευε όλος μαζί, αλλά κάθε παρέα είχε νούμερο για τη σειρά χορού. Ετσι, κάποιοι δεν προλάβαιναν και έκαναν φασαρία.

«Ζημιές» με πολλά χρήματα γίνονταν;
Ναι, ναι, υπήρχαν πολλοί που σκορπούσαν πολλά λεφτά. Είχαν, όμως, τότε χρήματα. Σε έναν γάμο στην Καρδίτσα ένας από τους συγγενείς είχε βάλει ούτε που ξέρω πόσα -δεκαπέντε, είκοσι- πεντοχίλιαρα σε αράδα και μου τα πέρασε στον λαιμό, για εφέ!

Είχε ο κόσμος τότε χρήματα και διασκέδαζε;
Ειδικά στη Θεσσαλία δεν υπήρχε ανεργία, γιατί είχαν τα χωράφια, η γη ήταν εύφορη. Τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα. Αλλαξε και το γλέντι.

Επειδή είστε από τους δημοφιλείς του χώρου, κλείνετε από νωρίς το πρόγραμμα της σεζόν;
Βέβαια, από τον Σεπτέμβριο φτιάχνουμε το πρόγραμμά μας. Εγώ τώρα είμαι κλεισμένος έως το καλοκαίρι. Κι αυτό γιατί ξέρουν οι ενδιαφερόμενοι ότι πρέπει να επικοινωνούν νωρίς, γιατί είμαστε περιζήτητοι.

Στα talent shows, πάντως, δεν ακούμε πολλά δημοτικά τραγούδια. Μπορεί κάποιος να τραγουδήσει στην οντισιόν, αλλά μετά τίποτα! Εσείς θα πηγαίνατε ως κριτής σε τέτοια εκπομπή;
Μου έχουν ζητήσει να πάω σε κάποια που κάνουν τα τοπικά κανάλια της Στερεάς και της Θεσσαλίας, αλλά έχω αρνηθεί, γιατί οι υπεύθυνοι ασκούν πίεση ώστε να κάνεις αυτό που θέλουν εκείνοι, γιατί κάποιος παίκτης είναι γνωστός τους ή οτιδήποτε!

Αν σας το ζητούσαν από το «The Voice» ή το «X-Factor»;
Δεν θα έλεγα «όχι», αλλά θα το σκεφτόμουν καλά πρώτα, γιατί είναι δύσκολα τα πράγματα.

Θα ήταν καλή ευκαιρία για την ανάδειξη νέων παραδοσιακών τραγουδιστών…
Ναι, θα ήταν, αλλά δυστυχώς οι νέοι έχουν διαφορετική εικόνα για το δημοτικό σε σχέση με τους παλιούς. Χρειάζεται ένα υπόβαθρο, όχι μόνο φωνή.

Πάντως, από τις καλύτερες στιγμές ήταν όταν ο Θανάσης Αλευράς σάς μιμήθηκε στο «Your Face Sounds Familiar». Είχατε μιλήσει μαζί του;
Ναι, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Κύριε Αντώνη, σκέφτομαι να κάνω αυτό». «Να το κάνεις, Θανάση μου. Θα το κάνεις καλά, δεν θα έχεις πρόβλημα» του απάντησα.

Τι νομίζετε πως φταίει και οι νέοι δεν είναι κοντά στο δημοτικό τραγούδι;
Κι όμως, είναι. Το καλοκαίρι έχουμε πολλά νέα παιδιά στα πανηγύρια. Θέλουν να ακούσουν, βέβαια, και τα δικά τους. Οσο για τους τραγουδιστές της νέας γενιάς, αυτοί βγάζουν εμπορικά δημοτικά κομμάτια. Είναι πιο τσιφτετελέ, να το πούμε έτσι. Προτιμούν την ανατολίτικη μουσική. Κάποια στιγμή νομίζω πως θα… προσγειωθούν και θα ακολουθήσουν το γνήσιο δημοτικό.

Εχετε ζήσει ανταγωνισμό και ίντριγκα στον χώρο σας;
Είχα ανταγωνισμό στην Ηπειρο. Οι Ηπειρώτες τραγουδιστές δεν με ήθελαν εκεί, γιατί είμαι Θεσσαλός! Λάθος, βέβαια, αλλά δεν ξέρω πώς σκέφτονταν. Μάλιστα, σε μια συναυλία που κάναμε στα Γιάννενα, στο θέατρο Φρόντζου, ήταν παρόντες όλοι οι Ηπειρώτες τραγουδιστές και ,μόλις είδαν ότι θα τραγουδούσα και εγώ, πήγαν στον δήμαρχο και του είπαν πως «αν τραγουδήσει ο Κυρίτσης, εμείς θα φύγουμε». «Γιατί, ρε παιδιά;» τους ρώτησε. «Γιατί αυτός δεν είναι Ηπειρώτης, είναι ξένος» του απάντησαν. «Τον Κυρίτση εγώ τον έφερα, όποιος θέλει να φύγει ας φύγει» τους είπε, αλλά εκείνοι συνέχισαν, ζητώντας να πω μόνο τραγούδια της Θεσσαλίας. Ελα, όμως, που κι αυτοί στο ρεπερτόριό τους είχαν θεσσαλικά! Ετσι τους λέω, για να τους πειράξω, «αφού λέτε εσείς θεσσαλικά, θα πω κι εγώ ηπειρώτικα». Τελικά, λύθηκε το θέμα. Εγώ δεν είμαι άνθρωπος που κατηγορώ.

Με ποιον από τους καλλιτέχνες με τους οποίους έχετε συνεργαστεί θα θέλατε να ξαναδουλέψετε;
Η αλήθεια είναι πως μεγαλύτερη αγάπη έχω για τη συνεργασία μου με τον Πετρολούκα. Δεθήκαμε τόσο και μας αγάπησε ο κόσμος. Εχω δουλέψει με τα καλύτερα κλαρίνα της Ηπείρου, ήμουν τυχερός.

Τι θα συμβουλεύατε έναν καλλιτέχνη που θα ήθελε να ασχοληθεί με το δημοτικό τραγούδι;
Καταρχάς, να κάνει σπουδές μουσικής, ώστε να έχει μια σωστή φωνή. Επίσης, να μάθει ένα μουσικό όργανο – αυτό είναι βασικό, γιατί βοηθάει πάρα πολύ.

15e5u6ru

Ξεχωρίζετε κάποιον από τους καλλιτέχνες του δημοτικού της εποχής μας;
Ναι, τον Αλέξανδρο Αρκαδόπουλο, ο οποίος είναι εξαιρετικός κλαρινίστας, τον Νίκο Φιλιππίδη, τον Γιώργο Κωτσίνη, είναι πολύ καλοί και ως μουσικοί, αλλά -κυρίως- ως άνθρωποι.

Πότε θα πείτε «έως εδώ ήταν»;
Οσο μπορώ, θα συνεχίζω. Πρέπει, όμως, να φύγω με το κεφάλι ψηλά, όχι να λένε οι άλλοι «κρίμα». Βέβαια, έχω και τη γυναίκα μου, η οποία μου λέει πως, αν δει ότι δεν μπορώ, θα μου πει να σταματήσω!

Σας προσέχει!
Είναι σαν μάνατζερ! Κάποιες φορές μού λέει «αυτό δεν το τραγούδησες καλά» και την ακούω.

Εχετε και εγγόνια, όμως.
Ναι, τρία, ένα από τον Θωμά και δύο από τη Φωτεινή.

Καταλαβαίνουν τι δουλειά κάνετε και ότι είστε γνωστός;
Ναι, βέβαια, αφού η εγγονή μου, η Ναταλία, μου λέει «παππού, είσαι πολύ διάσημος». Αλλά έχει κι αυτή μια φωνή! Πήρε το ταλέντο μας!

Θα τη βάζατε κι εκείνη στο δημοτικό τραγούδι;
Μα, τραγούδησε από μόνη της σε μια συναυλία! Ανέβηκε στη σκηνή κι είπε: «Θέλω να πω ένα τραγούδι για τον παππού μου, τον Αντώνη». Θρασύτατη! Ηταν στον Βοτανικό πριν από δυο χρόνια, μας έκαναν μια εκδήλωση με τον Πετρολούκα για τα τόσα χρόνια συνεργασίας μας. Ηταν έξι ετών, ανέβηκε και είπε το «Στης πικροδάφνης τον ανθό» και το ερμήνευσε τόσο ωραία!

Είναι έτοιμη, έτσι;
Στο σχολείο είναι πρώτη στο τραγούδι και στον χορό! Επίσης, έχει κιθάρα και μαντολίνο, και είναι θαρραλέα.

Η κρίση σάς έχει επηρεάσει;
Ολον τον κόσμο και τα επαγγέλματα. Εχει πέσει και σε εμάς το μεροκάματό μας.

Δεν υπάρχουν πια μαγαζιά με δημοτικά, όμως.
Δύο υπάρχουν, κι αυτά όμως δεν είναι αμιγώς παραδοσιακά, είναι λαϊκοδημοτικό το ρεπερτόριο.

Τι θεωρείτε, μέσα σε όλα, ότι έχει χάσει η χώρα μας;
Την αγάπη για τα ήθη και τα έθιμα, που πρέπει όμως να τα κρατήσουμε σαν κόρην οφθαλμού. Μας χρειάζονται, είναι η ιστορία μας, η Ελλάδα μας.

Αρα, εσείς τα ακολουθείτε;
Ναι, προσπαθώντας να είμαι μέσα στο πνεύμα της παράδοσης. Ακόμη και όταν σε πανηγύρια ή γάμους μού παραγγέλνουν άλλα τραγούδια, όχι παραδοσιακά, εγώ τους λέω «παιδιά, δεν λέω τέτοια κομμάτια, εγώ μόνο παραδοσιακά».

Πρέπει να είσαι σοβαρός σ’ αυτό που κάνεις, να μην ξεφεύγεις, τουλάχιστον εμείς που τραγουδάμε την παράδοση να μένουμε στο είδος μας. Ο παραδοσιακός τραγουδιστής δεν πρέπει να λέει κι άλλα είδη.

Θα σκεφτόσασταν να μείνετε εκτός Αθηνών όταν αποσυρθείτε;
Μπα, όχι, δεν θα μπορούσα! Πάμε καμιά εβδομάδα για διακοπές στο χωριό και θέλουμε να φύγουμε!

Δεν υπάρχει πια κόσμος να πούμε μια «καλημέρα».

offer

{{-PCOUNT-}}53{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ