Η Μάρω Κοντού υπήρξε από τις γυναίκες που δεν χρειάστηκε ποτέ να καταφύγουν στον θόρυβο για να τραβήξουν πάνω τους τα βλέμματα. Της αρκούσε η παρουσία. Στη μεγάλη οθόνη, στο θέατρο, αλλά και στη ζωή, κινήθηκε πάντα με εκείνη τη σπάνια αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που ήξερε καλά τι άξιζε, ακόμη κι όταν οι έρωτες δεν της φέρθηκαν με την ίδια γενναιοδωρία.
- Από τη Βάσω Λιόκαυτου

Η προσωπική της ζωή είχε πάθος, γάμους, απογοητεύσεις, αλλά και μια καθαρή, σχεδόν αφοπλιστική αποδοχή του χρόνου. Η ίδια δεν έκρυψε ποτέ ότι αγάπησε, πληγώθηκε, έζησε τον έρωτα στην έντασή του και, κάποια στιγμή, αποφάσισε πως δεν είχε πια τίποτα να περιμένει από αυτόν. Σπάνιο πράγμα για δημόσιο πρόσωπο: να μιλά χωρίς μελό, χωρίς δραματικές κορδέλες και χωρίς να πουλάει πληγές με το μέτρο.
Ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής της ήταν ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, διευθυντής φωτογραφίας της Finos Film, με τον οποίο παντρεύτηκε όταν ήταν 25 ετών. Ο γάμος τους κράτησε επτά χρόνια, όμως σημαδεύτηκε από έντονα συναισθήματα και δύσκολες στιγμές. Η ίδια είχε παραδεχθεί σε συνεντεύξεις της ότι εκείνος υπήρξε ο πιο δυνατός έρωτας της ζωής της, αλλά και ένας έρωτας που την πόνεσε βαθιά.

Η σχέση τους πέρασε στη σφαίρα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου όχι μόνο λόγω της δικής της λάμψης, αλλά και εξαιτίας όσων ακολούθησαν. Η Μάρω Κοντού είχε μιλήσει με χαρακτηριστική ευθύτητα για την απιστία που βίωσε, αναφερόμενη στη σχέση του τότε συζύγου της με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, σε μια περίοδο που, όπως είχε εξηγήσει, ο γάμος τους είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από την αρχική του θερμοκρασία.
«Μόλις έγινα γνωστή ηθοποιός και νοικοκυρούλα και χαλάρωσα, μου βάρεσε ένα ωραίο κερατάκι. Το πήρα χαμπάρι και δεν το σήκωσα. Νόμιζα ότι ήταν το πρώτο, αλλά είχε φοβερό σουξέ στις γυναίκες. Χωρίσαμε, παραμείναμε όμως πάντα φίλοι. Η Βουγιουκλάκη έκανε σχέση με τον Αριστείδη, αλλά είχαμε απομακρυνθεί, ήμασταν όμως ακόμα παντρεμένοι.
Όταν μου είπε ο Αριστείδης ότι έκανε σχέση με την Αλίκη, στην αρχή ένιωσα περίεργα και πέρασα δύσκολα. Δεν κράτησε πολύ η σχέση τους, η Αλίκη παντρεύτηκε με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Παρόλο που η Αλίκη είναι πάρα πολύ γοητευτική γυναίκα, εγώ δεν θα την θεωρούσα ποτέ επικίνδυνη. Και σημειώστε αυτό που θα σας πω. Αν εγώ θέλω να κρατήσω έναν άντρα, είμαι απολύτως σίγουρη ότι δεν πρόκειται να μου τον πάρει καμία άλλη. Επομένως, αν μου τύχει να μου έχει πάρει μια γυναίκα έναν άντρα θα πει ότι εγώ τον άφησα πρώτη. Σας παρακαλώ αυτό να το γράψετε έτσι ακριβώς», είχε πει σε συνέντευξή της.
Ο δεύτερος γάμος της έγινε αργότερα, στα 45 της χρόνια, με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα, γιο του λογοτέχνη και ποιητή Τάκη Δόξα. Ήταν μια διαφορετική περίοδος της ζωής της, πιο ώριμη, πιο συνειδητή, ίσως και πιο απαλλαγμένη από τις αυταπάτες της νεότητας. Η Μάρω Κοντού έκανε συνολικά δύο γάμους, χωρίς όμως να εγκλωβιστεί ποτέ στον ρόλο της γυναίκας που ορίζεται από τους άνδρες της ζωής της. Αν κάτι τη χαρακτήριζε, ήταν ότι παρέμεινε πάντοτε αυθύπαρκτη.
Είχε μιλήσει επίσης για τη σχέση που είχε κάποτε με έναν ηθοποιό παντρεμένο που ποτέ δεν αποκάλυψε το όνομά του.
«Στα 60 χρόνια καριέρας είχα μόνο με έναν ηθοποιό μια σχέση, αλλά δε θα πω ποτέ ποιος ήταν. Ήταν παντρεμένος, δε ζει σήμερα, οπότε ποιος ο λόγος να το πω; Ήταν μια ιστορία που ίσως πόνεσε κάποια γυναίκα, δεν ξέρω… Δεν θέλω να το πω. Ήταν δύσκολη κατάσταση. Εκείνος χώρισε κι εγώ δεν το δέχτηκα, έπαθα ψυχοσωματικά. Ένιωθα τύψεις κι ενοχές ότι διέλυσα ένα σπίτι. Τελικά το σπίτι δε διαλύθηκε».

Με τα χρόνια, η ηθοποιός μιλούσε για τον έρωτα όχι σαν κάποια που είχε πικραθεί, αλλά σαν άνθρωπος που είχε κλείσει έναν κύκλο. Είχε αποκαλύψει ότι ο τελευταίος της έρωτας ήρθε στα 67 της χρόνια, ξεκαθαρίζοντας πως από τότε δεν ένιωσε ξανά την ανάγκη να ερωτευτεί. Όχι επειδή της έλειψε η τρυφερότητα, αλλά επειδή, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί, είχε ήδη ζήσει όσα είχε να της δώσει αυτό το συναίσθημα.
Τα τελευταία χρόνια, η στάση της απέναντι στη συντροφικότητα ήταν απολύτως ξεκάθαρη. Δεν αναζητούσε σύντροφο, δεν ένιωθε κενό και δεν αντιμετώπιζε τη μοναξιά ως ήττα. Αντιθέτως, την περιέγραφε ως επιλογή, ως προσωπικό χώρο και ως ηρεμία. Σε παλαιότερη τηλεοπτική της εξομολόγηση είχε πει ότι δεν ήθελε άνθρωπο μέσα στο σπίτι της και πως ήταν καλύτερα μόνη της, μια δήλωση που, μέσα στην εποχή της μόνιμης συναισθηματικής έκθεσης, ακούγεται σχεδόν επαναστατική.
Η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε ποτέ η γυναίκα που περίμενε να τη συμπληρώσει κάποιος άλλος. Αγάπησε, παντρεύτηκε, προδόθηκε, ξαναστάθηκε όρθια και συνέχισε. Και αυτό, τελικά, ίσως να ήταν το πιο γοητευτικό στοιχείο της: δεν έκανε τον έρωτα βιογραφική ταμπέλα, ούτε τη μοναξιά προσωπική ήττα. Τα έζησε όλα, τα είπε με το όνομά τους και προχώρησε.
Σε μια δημόσια ζωή γεμάτη σκηνοθετημένες εξομολογήσεις και πλαστικές ευαισθησίες, η δική της αλήθεια είχε κάτι σπάνιο: ήταν κομψή, αιχμηρή και χωρίς περιττές υποκλίσεις. Όπως ακριβώς και η ίδια.









