Η "Συνοικία το όνειρο" ξαναζωντανεύει στον Ασύρματο

Η "Συνοικία το όνειρο" ξαναζωντανεύει στον Ασύρματο

Μικρά κι ανήλιαγα στενά / και σπίτια χαμηλά μου /
βρέχει στη φτωχογειτονιά / βρέχει και στην καρδιά μου…

Πάντα βρέχει στην περιοχή του Ασυρμάτου στα Ανω Πετράλωνα; Εβρεχε με το τουλούμι όταν πήγαμε με τον φωτορεπόρτερ Ηλία Κουτουλογένη να απαθανατίσουμε «μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά», που ξέμειναν από την τενεκεδούπολη της «Συνοικίας το όνειρο». Ξεναγός μας ο Βελισσάριος Κοσσυβάκης της κινηματογραφικής εταιρείας Νewstar, ο οποίος είχε την έμπνευση για την επετειακή επανέκδοση της ταινίας του Αλέκου Αλεξανδράκη.

Στις 9 Ιουνίου θα δοθεί η πρεμιέρα στον κινηματογράφο «Ζέφυρος» επί της οδού Τρώων στα Ανω Πετράλωνα -από τα λίγα θερινά σινεμά που έχουν απομείνει στο κλεινόν άστυ- για να τιμηθεί η περιοχή όπου γυρίστηκε η θρυλική ταινία πριν από ακριβώς πενήντα χρόνια. Την εβδομάδα που θα κυκλοφορήσει θα διοργανωθούν παράλληλες πολιτιστικές εκδηλώσεις στην περιοχή και αλλού.

Μισός αιώνας πέρασε από τότε που ο νεαρός Αλέκος Αλεξανδράκης κατέγραψε στο σελιλόιντ αυτήν τη φτωχογειτονιά της Αθήνας. Τον Ασύρματο, το κέντρο του κόσμου για τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανέχεια. Οι χαρακτήρες του αντι-ήρωες, υποφέρουν, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, είναι πάμπτωχοι, απόκληροι της κοινωνίας, μικροκακοποιοί, όμως υπάρχουν και διεκδικούν και αυτοί μία θέση στο όνειρο, ένα όνειρο που φαίνεται να έχει φτιαχτεί μόνο για άλλους.

«Η “Συνοικία το όνειρο” είναι μια ταινία που έχει γράψει ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο. Μία από τις λίγες ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν στο ύφος του ιταλικού νεορεαλισμού, πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένη, άψογη ηθογραφία των φτωχότερων περιοχών της Αθήνας, επεισοδιακή στην πρώτη προβολή της και χτυπημένη βαριά από τη λογοκρισία της εποχής» μας λέει ο κ. Κοσσυβάκης μιλώντας με ενθουσιασμό για το αριστούργημα που άφησε ο Αλέκος Αλεξανδράκης, τον οποίο είχα την τύχη να γνωρίσω. Σε μεγαλύτερη ηλικία, βέβαια, αλλά πάντα θυμάμαι πως μου άνοιγε την καρδιά του κάθε φορά που συναντιόμασταν.

Γνήσιος και αυθεντικός όπως στη ζωή του, έτσι και στον ρόλο του σκηνοθέτη ο Αλεξανδράκης ανέλαβε το 1961 να δείξει μια Αθήνα «πολύ μακριά από την επίσημη, ωραιοποιημένη και τουριστική εικόνα της». «Ο Αλεξανδράκης διαχειρίζεται την εικόνα με ανθρωπιά, αγάπη, αξιοπρέπεια και έτσι αφήνει να διαφανούν η απίστευτη τραγικότητα της ζωής των φτωχών κατοίκων, η ματαιότητα των ονείρων τους, η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν, οι άθλιες συνθήκες, η μιζέρια, οι κοινωνικές ανισότητες που υφίστανται, οι διαφορετικές ευκαιρίες, η κοινωνική αδικία, η απελπισία τους και το αδιέξοδό τους» σχολιάζει ο κ. Κοσσυβάκης.

Οι κάτοικοι θυμούνται

Πολλές αναμνήσεις από τα γυρίσματα έχουν κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι εκείνα τα χρόνια ως παιδιά πήγαιναν από περιέργεια να τα παρακολουθήσουν.

Ο Χρήστος Τηλίρος, μέλος του περίφημου τρίο των χορευτών που συνόδευε τον Γιώργο Ζαμπέτα στην πίστα και γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε πολλές ελληνικές ταινίες, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή, θυμάται: «Ημουν δεκαεπτά χρόνων τότε. Θυμάμαι τον Αλέκο Αλεξανδράκη, ένα πολύ καλό και ευγενικό παιδί, ιδιαίτερα αγαπητό στον κόσμο. Το ίδιο και η Αλίκη Γεωργούλη, ο μεγάλος έρωτάς του. Ο Αλέκος φερόταν πολύ καλά στον κόσμο, αλλά ήταν απαιτητικός με τους συντελεστές. Πολλές φορές γύριζε και ξαναγύριζε μία σκηνή μέχρι να επιτύχει το καλύτερο αποτέλεσμα. Τα περισσότερα γυρίσματα έγιναν στην παραγκούπολη, μέσα στα φτωχόσπιτα όπου ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλο. Θυμάμαι και τον Μίκη Θεοδωράκη που κατέβηκε στην ταβέρνα του Δεδιώτη στην πλατεία Μερκούρη για να παρακολουθήσει τον Μπιθικώτση, ο οποίος τραγούδησε το “Βρέχει στη φτωχογειτονιά”».

Ο Λάκης Καραπιπέρης, σε πολύ μικρή ηλικία τότε, ξετυλίγει τις δικές του μνήμες: «Τα γυρίσματα άρχισαν το 1958. Για τις ανάγκες της ταινίας ο Αλεξανδράκης χρησιμοποίησε πολλούς κομπάρσους από την παραγκούπολη, περισσότερο γριούλες και μικρά παιδιά. Ολοι αυτοί συμμετείχαν στις σκηνές της κλοπής της βίλας του Κατράκη στο Αστεροσκοπείο. Στα διαλείμματα, θυμάμαι, ο Αλεξανδράκης και η Γεωργούλη κατέβαιναν στην ταβέρνα του Δεδιώτη και τσίμπαγαν κάνα μαριδάκι, κάνα κεφτεδάκι. Θυμάμαι τη Φωτεινή, μια πολύ ωραία γυναίκα, που χόρεψε το ζεϊμπέκικο στην ταβέρνα και χάιδευε το κεφάλι του Αλέκου. Η ομορφιά της άφησε εποχή. Εγιναν και πολλά νυχτερινά γυρίσματα. Με έπαιρνε η μητέρα μου από το χέρι και πηγαίναμε και τα παρακολουθούσαμε».

Ο κ. Βασίλης Νικολάου παντρεύτηκε με προξενιό την όμορφη Αννα που έπαιξε στην ταινία και καμαρώνει. Και όλοι μαζί μιλούν για τον Ερρίκο, κατά κόσμον Βασίλη Ευστρατίου, ο οποίος σήμερα ζει στα Κάτω Πετράλωνα: «Στο σπίτι του έγιναν τα περισσότερα γυρίσματα. Ο Ερρίκος είναι το παιδί που κρατούσε τον χαρταετό στην τελευταία σκηνή της ταινίας και ο Αλέκος Αλεξανδράκης τού κράτησε τα ζύγια για να τον βοηθήσει να τον πετάξει».

Θύελλα αντιδράσεων

Η πρώτη προβολή τής ταινίας στις αίθουσες προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς, σύμφωνα με τον υφυπουργό Τύπου της ΕΡΕ κ. Τριανταφυλλάκο, δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας. Σε συνέντευξή του στα «Νέα» ο Αλέκος Αλεξανδράκης είχε πει: «H “Συνοικία το όνειρο” λογοκρίθηκε και ένας αστυνομικός διευθυντής που σταμάτησε την προβολή της μας είχε πει: “Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα”. Ευτυχώς που διαμαρτυρήθηκε η Ελένη Βλάχου και επετράπη τελικά η προβολή της ταινίας, έστω και πετσοκομμένης».

Στην πρώτη προβολή έγιναν πολλά επεισόδια, καθώς η Αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθησή της ουσιαστικά κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης. Η ταινία δεν προβλήθηκε στις επαρχιακές πόλεις -ειδικά στις «εθνικά ευαίσθητες περιοχές» εκδόθηκε αυστηρή διαταγή απαγόρευσης- παρά μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά τελικά τιμήθηκε με δύο βραβεία στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Προβλήθηκε επίσης στην ΕΣΣΔ, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία το 1962, και σημείωσε μεγάλη επιτυχία.

Οι κριτικοί της εποχής χαρακτήρισαν την ταινία αριστούργημα και μίλησαν πολύ κολακευτικά και για την υπέροχη μουσική επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη. Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε για τη συγκεκριμένη ταινία εξαιρετικές μελωδίες, οι οποίες έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη μας. Την ερμηνεία τους ανέλαβε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Με την αυθεντική λαϊκή φωνή του και τη δραματικότητά του, περιγράφει τον σπαραγμό αυτών των άμοιρων ανθρώπων.

Το τραγούδι «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» σε στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη που μαζί με τον Κώστα Κοτζιά έγραψε το σενάριο, έγινε «ύμνος» της φτωχολογιάς και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες λαϊκές στιγμές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Από τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών ξεχωρίζει η εκπληκτική του αείμνηστου Μάνου Κατράκη, αυτού του γίγαντα του ελληνικού θεάτρου.

Η υπόθεση της ταινίας

Ο Ρίκος, που μόλις αποφυλακίστηκε, προσπαθεί να βγάλει χρήματα την ίδια στιγμή που η αγαπημένη του βλέπει άλλους άνδρες και ο αδερφός της προσπαθεί να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας. Ο Ρίκος θα σκαρφιστεί μια δουλειά, αλλά θα ξοδέψει τα συγκεντρωμένα χρήματα. Ενας από τους «συνεταίρους» του θα αυτοκτονήσει. Ο Ρίκος, η αγαπημένη του και ο αδερφός της, ηττημένοι και απογοητευμένοι εξαιτίας των προσδοκιών που δεν ευοδώθηκαν ποτέ, θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν με την ωμή πραγματικότητα. Πρόκειται για μια ταινία γυρισμένη πάνω στα νεορεαλιστικά πρότυπα, με ένα πολύ δυνατό καστ ηθοποιών, η οποία εντυπωσίασε λόγω της ευαίσθητης σκηνοθετικής ματιάς του Αλέκου Αλεξανδράκη και των δυνατών κοινωνικών μηνυμάτων που μετέδωσε στους σινεφίλ της εποχής, μηνύματα τόσο επίκαιρα και στις μέρες μας.


ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΑΝΟΥ
Φωτ.: ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΟΥΛΟΓΕΝΗΣ