Η τηλεοπτική μεταφορά της «Μεγάλης χίμαιρας» δεν αφορά μόνο τη μεταφορά ενός κλασικού μυθιστορήματος, αλλά και μια ιδιαίτερη προσωπική σύνδεση, καθώς στη σειρά συμμετέχει ο Δημήτρης Τάρλοου, εγγονός του Μ. Καραγάτση, ο οποίος κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον τηλεοπτικό κόσμο που δημιούργησε ο παππούς του.
- Από τη Σπυριδούλα Τριάντου
Σκηνοθέτης, ηθοποιός, μεταφραστής και καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Πορεία, με πολυετή και καθοριστική παρουσία στη σύγχρονη ελληνική σκηνή, ο Δημήτρης Τάρλοου αποτελεί ένα από τα πρόσωπα που εμφανίζονται στη «Μεγάλη χίμαιρα», πλάι στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, τη Φωτεινή Πελούζο, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου και τον Δημήτρη Κίτσο.

Οπως έχει εξηγήσει ο ίδιος, αποδέχτηκε να γίνει μέρος της τηλεοπτικής μεταφοράς του εμβληματικού μυθιστορήματος, γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη συμμετοχή θα είχε για εκείνον ένα ιδιαίτερο προσωπικό βάρος. Στη «Μεγάλη χίμαιρα» υποδύεται έναν πλούσιο, κοσμοπολίτη και γοητευτικό άνδρα, ο οποίος λειτουργεί ως καταλύτης στην ψυχολογική και συναισθηματική εξέλιξη της ηρωίδας, επηρεάζοντας καθοριστικά τις αποφάσεις της.
Ο Δημήτρης Τάρλοου γεννήθηκε το 1966, έξι χρόνια μετά τον θάνατο του παππού του, και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αθήνα. Το 1976 εγκαταστάθηκε με τους γονείς του, τον Νεοϋορκέζο ζωγράφο Φίλιππο Τάρλοου και τη Μαρίνα Καραγάτση, στην Ανδρο, αλλά μετά το διαζύγιο των γονιών του επέστρεψε με τη μητέρα του στην Αθήνα.
Ακολούθησαν οι σπουδές του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, με δασκάλους τον Ιάκωβο Ψαρρά, την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Αλέξη Διαμαντόπουλο.
Εχει δύο κόρες και έναν γιο, που είναι πρωτοετής στο πανεπιστήμιο. Η μεγάλη του κόρη, η Μανιώ, τελειώνει το σχολείο, ενώ η μικρή είναι τεσσάρων ετών και για να την κοιμίσει της λέει συνεχώς την ιστορία της Μαρίνας Καραγάτση, στο σπίτι στη Σπάρτης 14, στην πλατεία Αμερικής: ποιος ερχόταν, τι γινόταν, τα αστεία, τα γατιά.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην ΕΡΤ, αναφερόμενος στον σπουδαίο συγγραφέα και παππού του Μ. Καραγάτση, είπε: «Δεν γνώρισα τον παππού μου. Ο παππούς μου πέθανε το 1960, τον Σεπτέμβριο του ’60, και εγώ γεννήθηκα το ’66. Ο,τι γνώρισα είναι μέσω της μάνας μου, μέσω της γιαγιάς μου, που δεν ήθελε να το πολυσυζητάει, ήταν πολύ χαμηλών τόνων και πολύ κρυφός άνθρωπος η Νίκη Καραγάτση.
Η σχέση της μάνας μου με τον Καραγάτση ήταν μια τραυματική σχέση, η οποία έληξε απότομα και δεν έδωσε το περιθώριο της επανόρθωσης ή της επούλωσης. Γιατί η μάνα μου ήταν 24 χρονών όταν πέθανε ο Καραγάτσης, ήταν πολύ μικρή. Είχε να δώσει πολλά περισσότερα».
