Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ήρθε στον κόσμο την Παρασκευή 5 Ιουνίου 1898, σε ένα χωριό της Ανδαλουσίας, μέσα σε μια οικονομικά άνετη οικογένεια. Όταν ήταν 10 ετών, μετακόμισε με τους δικούς του στη Γρανάδα, την πόλη που θα συνδεόταν βαθιά τόσο με τη ζωή όσο και με τον θάνατό του.
Αφού φοίτησε σε καθολικό σχολείο, συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας. Η ακαδημαϊκή του διαδρομή δεν ήταν σύντομη, καθώς χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να την ολοκληρώσει.

Αρχικά, ο Λόρκα έδειχνε να προορίζεται για τη μουσική. Ήταν ιδιαίτερα ικανός πιανίστας και είχε σκεφτεί σοβαρά να ασχοληθεί με τη σύνθεση. Ωστόσο, από τα τελευταία χρόνια της εφηβείας του άρχισε να στρέφεται όλο και περισσότερο στη λογοτεχνία και τη συγγραφή.
Το 1919 εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη για να συνεχίσει τις σπουδές του και έμεινε στη γνωστή Φοιτητική Εστία της πόλης, έναν χώρο με φιλελεύθερο και προοδευτικό πνεύμα. Εκεί γνώρισε τον Σαλβαδόρ Νταλί, με τον οποίο ανέπτυξε στενή σχέση και από τον οποίο επηρεάστηκε έντονα, αλλά και τον Λουίς Μπουνιουέλ, όπως και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο Λόρκα άρχισε να δοκιμάζει μικρότερες και πιο συμπυκνωμένες ποιητικές φόρμες. Αντλούσε έμπνευση από το ισπανικό λαϊκό τραγούδι, αλλά και από μορφές όπως το ιαπωνικό χαϊκού. Από το 1925 και μετά, η επαφή του με τον Νταλί τον οδήγησε σε πιο τολμηρούς πειραματισμούς, ανάμεσα στους οποίους και ο σουρεαλισμός, χωρίς όμως ο ίδιος να ενταχθεί πλήρως σε κάποιο συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ρεύμα.
Το 1928 κυκλοφόρησε το «Romancero gitano» («Τσιγγάνικα τραγούδια»), μία από τις πιο γνωστές ποιητικές συλλογές του. Το έργο περιλάμβανε δεκαοκτώ μπαλάντες, εμπνευσμένες από την ισπανική ποιητική παράδοση, αλλά με μια γλώσσα και μια εικόνα ξεκάθαρα σύγχρονες για την εποχή τους.

Η συλλογή γνώρισε τεράστια επιτυχία και έκανε τον Λόρκα ευρύτερα γνωστό στην Ισπανία. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε μέσα σε έναν χρόνο, ενώ το έργο του ενέπνευσε αργότερα και άλλους δημιουργούς. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος μελοποίησε ποιήματά του.
Η απότομη δημοσιότητα, όμως, είχε και βαρύ τίμημα. Ο Λόρκα ένιωσε ότι έχανε την ιδιωτικότητά του, ενώ η διάρρηξη της στενής σχέσης του με τον Νταλί τον επηρέασε βαθιά. Εκείνη την περίοδο βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρή ψυχολογική πίεση και αναζήτησε νέα ερεθίσματα ταξιδεύοντας στη Νέα Υόρκη και στην Κούβα τη διετία 1929 με 1930.

Στην Κούβα έγραψε ένα πιο σύνθετο και εξπρεσιονιστικό έργο, μέσα από το οποίο εξερεύνησε τη φύση του ομοφυλοφιλικού πάθους. Επιστρέφοντας στην Ισπανία, συνέχισε να κινείται σε πιο τολμηρές καλλιτεχνικές κατευθύνσεις, επιχειρώντας να ξεφύγει από τα όρια της συμβατικής δραματουργίας.
Παράλληλα, ανέλαβε τη διεύθυνση μιας περιοδεύουσας φοιτητικής θεατρικής ομάδας. Το 1933 έκανε πρεμιέρα ο «Ματωμένος Γάμος», μία τραγωδία που αντλεί στοιχεία από την αρχαία ελληνική, την αναγεννησιακή και την μπαρόκ θεατρική παράδοση.
Με τον «Ματωμένο Γάμο», ο Λόρκα γνώρισε την πρώτη μεγάλη θεατρική του επιτυχία και συνέβαλε σε μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδο για το ισπανικό θέατρο. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο Μπουένος Άιρες, όπου επέβλεψε παραστάσεις έργων του και έδωσε διαλέξεις.
Το 1934 παρουσίασε τη «Γέρμα», τη δεύτερη από τις ανδαλουσιανές τραγωδίες του, ενώ ολοκλήρωσε και το πρώτο προσχέδιο για «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», ένα από τα πιο γνωστά θεατρικά του έργα.
Την επόμενη χρονιά ασχολήθηκε με ένα από τα πιο πολιτικά έργα του, «Το όνειρο της ζωής», το οποίο συνδεόταν με τις ταραγμένες εξελίξεις στην Ισπανία.
Την Κυριακή 16 Αυγούστου 1936, ενώ ο Ισπανικός Εμφύλιος είχε ήδη ξεσπάσει, ο Λόρκα συνελήφθη στη Γρανάδα από εθνικιστικές δυνάμεις. Οι φιλελεύθερες απόψεις του και η ομοφυλοφιλία του τον είχαν καταστήσει στόχο. Φυλακίστηκε χωρίς να δικαστεί.
Λίγες ημέρες αργότερα, μεταφέρθηκε σε απομονωμένη περιοχή έξω από την πόλη και δολοφονήθηκε. Το 1986, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, η ισπανική κυβέρνηση τίμησε τη μνήμη του με την ανέγερση μνημείου στον τόπο της δολοφονίας του.








