Πώς η Γιάννα Αγγελοπούλου είχε «σκιαγραφήσει» τη λατρεμένη μητέρα της, που «έφυγε» σε ηλικία 95 ετών
Η Μαρίκα Δασκαλάκη ξεχώριζε για τη διακριτική αλλά ουσιαστική προσφορά της στην τοπική κοινωνία του Ηρακλείου Κρήτης
Στην Κρήτη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, η Γιάννα Αγγελοπούλου, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της Θεόδωρο Αγγελόπουλο, τα παιδιά, τα εγγόνια και την αδελφή της, Ελένη Δασκαλάκη, αποχαιρέτησε στις αρχές Ιουνίου την αγαπημένη της μητέρα, που ως το τέλος φρόντιζαν οι κόρες της.
Όμως και η τοπική κοινωνία του Ηρακλείου αποχαιρέτησε με θλίψη τη Μαρίκα Δασκαλάκη, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 95 ετών, αφήνοντας πίσω της έντονο κοινωνικό και ανθρώπινο αποτύπωμα.

Η εκλιπούσα, που πλέον αναπαύεται δίπλα στον σύζυγό της Φρίξο Δασκαλάκη, ξεχώρισε για τη διακριτική αλλά ουσιαστική προσφορά της στην τοπική κοινωνία.
Ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης στάθηκε στο πλευρό οικογενειών που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα διαβίωσης, προσφέροντας βοήθεια μέσω του Εργατικού Κέντρου και στηρίζοντας ανθρώπους που είχαν ανάγκη.
Επιθυμία της οικογένειας ήταν, αντί στεφάνων, όσοι το επιθυμούσαν να ενισχύσουν το κοινωνικό έργο φιλανθρωπικών σωματείων και φορέων της Κρήτης.
Αξίζει να θυμίσουμε ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου είχε σκιαγραφήσει μέσα από τρυφερά λόγια και τον φωτογραφικό φακό της τη μητέρα της, Μαρίκα, το 2013, στο βιβλίο της με τίτλο «Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη».

Εκεί, έγραφε μεταξύ άλλων: «Η Μαρίκα Παπαδάκη, η μητέρα μου, ήταν κόρη μιας εύπορης ηρακλειώτικης οικογένειας. Η μητέρα μου ήταν καλή μαθήτρια και, έχοντας μάθει αγγλικά στο σχολείο, βρήκε δουλειά ως η μόνη γραμματέας του μοναδικού Ινστιτούτου Αγγλικών στο Ηράκλειο. Την ίδια περίπου εποχή, ο πατέρας μου προσπαθούσε να βελτιώσει τα αγγλικά του. Μόλις μπήκε στη σχολή ξένων γλωσσών, τον τράβηξε η ελκυστική και χαριτωμένη κοπέλα που τον υποδέχθηκε…

Τον Ιανουάριο του 1955, με τον ίδιο σε ηλικία 45 ετών και τη μητέρα μου στα μισά του χρόνια, παντρεύτηκαν. Ύστερα από λίγους μήνες έγγαμου βίου, η μητέρα μου διαπίστωσε ότι είχε μείνει έγκυος – σε εμένα. (…) Η αδερφή μου ακολούθησε τον Σεπτέμβριο του 1958. Η μοίρα της μητέρας μου -τουλάχιστον μέχρι πολύ αργότερα στη διαδρομή της ζωής της- ήταν πια εκείνη της παραδοσιακής ζωής μιας συζύγου και μητέρας στην Κρήτη της εποχής. Γλυκιά γυναίκα από τη φύση της και ολόψυχα αφιερωμένη στις κόρες της, ήταν όμως απόλυτα αμετακίνητη όταν επρόκειτο για την εμπέδωση των παραδοσιακών ρόλων της Ελληνίδας γυναίκας.

“Κάποτε θα ’χω στο σπίτι μου υπηρέτες και δεν θα κάνω τέτοιες δουλειές” ήταν η επωδός μου. Ψύχραιμη η μητέρα μου, ούτε που ασχολείτο να αμφισβητήσει τη βασική υπόθεση εργασίας. Της αρκούσε να μου λέει: “Ακόμη και αν έχεις υπηρέτες, θα πρέπει να ξέρεις πώς να ελέγχεις το νοικοκυριό σου, να βλέπεις αν κάνουν σωστά τη δουλειά τους”. Τα μαθήματα εκείνα μου φάνηκαν χρήσιμα πολύ αργότερα…»








