Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

SHOWBIZ

Πού βρήκαμε τη Χαρούλα Λαμπράκη;

09/06/2026 - 21:00 | | 7 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Η φωνή της, ακόμα και στον καθημερινό λόγο, κουβαλά την ίδια συγκίνηση που έκανε γενιές να δακρύσουν. Σήμερα, στα 79 της χρόνια, με την ίδια φλόγα στα μάτια, μιλά στην «Espresso» για το παρελθόν και ονειρεύεται το επόμενο βήμα, γιατί, όπως παραδέχεται, η σκηνή δεν έφυγε ποτέ από μέσα της.

Από τον Στέργιο Σαμαρτζή 

Στο διαμέρισμα της Χαρούλας Λαμπράκη στην Καλλιθέα, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει κάπου ανάμεσα σε νότες και σε ιστορίες που «μυρίζουν»… νύχτα. Με υποδέχτηκε με εκείνη τη ζεστασιά που έχουν μόνο οι άνθρωποι που έζησαν τα πάντα, τις μεγάλες σκηνές, τις δύσκολες στιγμές, τις θριαμβευτικές επιστροφές. Η φωνή της, ακόμα και στον καθημερινό λόγο, κουβαλά την ίδια συγκίνηση που έκανε γενιές να δακρύσουν. Σήμερα, στα 79 της χρόνια, με την ίδια φλόγα στα μάτια, μιλά στην «Espresso» για το παρελθόν και ονειρεύεται το επόμενο βήμα, γιατί, όπως παραδέχεται, η σκηνή δεν έφυγε ποτέ από μέσα της.

Ας γυρίσουμε πίσω, στην αρχή της διαδρομής σας. Πώς ένα κορίτσι από τον Κακόβατο της Ηλείας φτάνει να διεκδικεί μια θέση στο λαϊκό τραγούδι της Αθήνας;

Ημουν ακόμα στην Ζ’ Γυμνασίου, όταν πήρα την απόφαση να κυνηγήσω το όνειρό μου και να έρθω στην Αθήνα. Πήγα να μείνω σε μια θεία μου, που ήταν φίλη με τον συνθέτη Μπάμπη Μπακάλη, και την παρακαλούσα να μου τον γνωρίσει γιατί ήξερα μέσα μου ότι θέλω να γίνω τραγουδίστρια. Την ημέρα που πήγα στην Columbia να τον συναντήσω, ήταν εκεί και ο Βαγγέλης Περπινιάδης, που με ρώτησε τι τραγούδια λέω και του απάντησα με θράσος «όλα». Τους άρεσα πολύ και τους ζήτησα να μου κάνουν συμβόλαιο.

Σε εκείνη την απόφαση να φύγετε τόσο μικρή για την Αθήνα και να κυνηγήσετε το όνειρό σας, είχατε τη στήριξη των γονιών σας ή υπήρξαν αντιδράσεις;

Οι γονείς μου δεν έφεραν καμία αντίρρηση. Τους είπα ότι θα πάω στην Αθήνα να προσπαθήσω για δύο χρόνια και, αν δεν τα καταφέρω, θα επιστρέψω. Ομως, έπρεπε να αποδείξω ότι μπορώ να τα καταφέρω, και τα κατάφερα. Στην Columbia μου έκαναν συμβόλαιο 8 ετών, για να με εκμεταλλεύονται όπως εκείνοι θέλουν, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων… Με ανάγκαζαν να πω τραγούδια που δεν μου άρεσαν, αλλά δεν μπορούσα να τα αρνηθώ – ήμουν δεσμευμένη από το συμβόλαιο. Υστερα από λίγα χρόνια φρόντιζαν τους νέους καλλιτέχνες και εμένα με παραμελούσαν. Οταν συμπληρώθηκαν τα 8 χρόνια, τους είπα «ή θα μου δώσετε τραγούδια ωραία ή θα φύγω». Ζήτησα από τον διευθυντή το απαλλακτικό μου κι έφυγα.

Φεύγοντας από την Columbia, αισθανθήκατε ότι ξεκινούσατε ουσιαστικά από την αρχή;

Ναι, γιατί δεν είχα κάνει όσα θα ήθελα. Μέχρι που πήγα στη Philips – εκεί μου έδωσαν το «Μια τού κλέφτη» κι έγινε ο κακός χαμός. Αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο, έπαιζε μέχρι και στο εξωτερικό. Ετσι με έμαθε ο κόσμος.

Εκείνη την περίοδο γνωρίσατε τον σπουδαίο Βασίλη Τσιτσάνη. Ηταν για εσάς απλώς μια σημαντική συνεργασία ή ο άνθρωπος που σας βοήθησε να βρείτε ξανά την καλλιτεχνική σας ταυτότητα;

Ο Βασίλης ήταν μεγάλος δάσκαλος και με πίστεψε πολύ. Μου έδινε τα αγαπημένα του τραγούδια, με τα οποία έγινα γνωστή και με αγάπησε ο κόσμος. Θυμάμαι, όταν έκανε μια τεράστια συναυλία στο Καλλιμάρμαρο, μου είπε «νινί, περίμενε, θα τραγουδήσουμε μαζί». Με ανέβασε στη σκηνή και είπαμε το «Δεν ρωτώ ποια είσαι». Από τότε ήμουν συνέχεια σπίτι του, μέχρι που έφυγε από τη ζωή.

Εχετε περάσει αμέτρητες νύχτες στο πάλκο, ζώντας από κοντά όλη τη μαγεία, αλλά και την απρόβλεπτη πλευρά της νυχτερινής ζωής. Υπήρξε κάποιο απρόοπτο που δεν θα ξεχάσετε ποτέ;

Μου έχουν συμβεί πολλά απρόοπτα. Θυμάμαι ότι ένα βράδυ είχε έρθει στο μαγαζί η Μάρθα Καραγιάννη με παρέα μεγάλη. Κάποια στιγμή σηκώθηκε να χορέψει και, πάνω στο κέφι, μου πέταξε κατά λάθος ένα μπουκάλι στο γόνατο. Πήγα να λιποθυμήσω από τον πόνο, το γόνατό μου πρήστηκε, αλλά προσπάθησα να μην το δείξω. Μια άλλη φορά, όταν τραγουδούσαμε με τον Πάνο Γαβαλά, κάποιος θαμώνας φώναζε «πείτε μας αυτό το τραγούδι, πείτε μας το άλλο», μέχρι που ο Γαβαλάς, νευριασμένος, πήρε το μικρόφωνο και του το έφερε στο κεφάλι. Είχα σοκαριστεί, αλλά δεν είπα κάτι.

Σε μια εποχή που η νυχτερινή ζωή είχε στοιχεία έντασης, απρόβλεπτες αντιδράσεις

και συχνά δύσκολες συνθήκες, βρεθήκατε ποτέ μπροστά σε δυσάρεστα περιστατικά;

Ποτέ δεν βρέθηκα αντιμέτωπη με δυσάρεστα περιστατικά, ούτε στα πανηγύρια. Εγώ ήθελα να γίνομαι φίλη με τους θαμώνες. Ο Γαβαλάς μού έλεγε να μην κοιτάζω ποτέ τον πελάτη στα μάτια, διότι, αν πει κάτι που δεν θα μου αρέσει, θα στεναχωρηθώ και θα μαλώσω. Αν προκαλέσεις, γίνεται φασαρία – αν δεν προκαλέσεις, η βραδιά κυλά όμορφα.

Στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού, ειδικά εκείνες τις δεκαετίες, όπου οι καλλιτέχνες συνυπήρχαν, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός. Εσείς νιώσατε ποτέ ανταγωνισμό από άλλους συναδέλφους;

Οι συνάδελφοί μου ποτέ δεν με έκριναν αρνητικά, όμως από κάποιους ένιωσα μια ψυχρότητα. Για να είμαι ειλικρινής, κάποτε για τη μαρκίζα αντάλλαξα κουβέντες. Ενας συνάδελφος, λιγότερο γνωστός από εμένα,

ήθελε ντε και καλά να μπει πρώτος στη μαρκίζα. Πήγα στον επιχειρηματία και του είπα «αν το βλέπεις σωστό, βάλ’ το έτσι». Την επόμενη μέρα την άλλαξε και έβαλε εμένα μπροστά. Πολλές φορές δεν μιλούσα και, όταν γυρνούσα σπίτι, θύμωνα με τον εαυτό μου. Δεν μιλούσα, γιατί με ένοιαζε πολύ να είμαι αγαπητή.

Υπήρχαν τραγούδια άλλων καλλιτεχνών που θαυμάζατε και θα θέλατε να τα είχατε πει εσείς;

Εχω ζηλέψει πολλά τραγούδια άλλων καλλιτεχνών, με την καλή έννοια. Ενα από αυτά είναι του Στέλιου Καζαντζίδη, το «Γυάλινος κόσμος» – θα ήθελα πολύ να το είχα πει εγώ. Τα έλεγα πολύ καλά τα ζεϊμπέκικα.

Με το πάλκο να σας κρατά ξύπνια τις νύχτες και τις οικογενειακές υποχρεώσεις να «τρέχουν», πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε

ανάμεσα σε αυτές τις δύο πλευρές της ζωής σας;

Οταν παντρεύτηκα τον σύζυγό μου και κάναμε τη Μαριλενίτσα μας, την πρόσεχε ο μπαμπάς της κι εγώ πήγαινα στο μαγαζί. Εκεί ήμουν η τραγουδίστρια και δεν σήκωνα μύγα στο σπαθί μου – ήθελα να είμαι λαμπερή. Στο σπίτι ήμουν μια ευαίσθητη μητέρα, είχα άλλη συμπεριφορά. Κατάφερα να το ισορροπήσω άξια. Οταν πήγαινα στο μαγαζί ξεχνούσα τις υποχρεώσεις του σπιτιού και έλεγα «τώρα είμαι εδώ». Ενώ τραγουδούσα για δεκαετίες, είχα κάθε βράδυ άγχος μέχρι να βγω στη σκηνή. Οταν πατούσα το πόδι μου στη σκηνή, με συνέπαιρνε η μουσική και τραγουδούσα με την ψυχή μου. Οταν τραγουδάς με την ψυχή σου δεν μπορείς να κάνεις λάθος.

Πώς βλέπετε τη σημερινή μουσική σκηνή; Σας εκφράζει ο τρόπος που εξελίχθηκαν το τραγούδι και οι νέοι καλλιτέχνες ή νιώθετε

ότι έχει αλλάξει πολύ σε σχέση με το παρελθόν;

Τα σημερινά τραγούδια δεν μου αρέσουν τόσο, δεν έχουν καν νόημα οι στίχοι τους. Από τη νέα γενιά τραγουδιστών, μου αρέσει η Τάνια Μπρεάζου. Εγώ δεν τη «βρίσκω» με τα σημερινά τραγούδια. Εχει αλλάξει πολύ η διασκέδαση. Πλέον δεν υπάρχουν μεγάλοι συνθέτες, ούτε μεγάλοι τραγουδιστές. Καζαντζίδης, Γαβαλάς και Αγγελόπουλος δεν θα υπάρξουν ξανά. Χαίρομαι που οι νέοι ακούν τα τραγούδια μου ύστερα από τόσα χρόνια.

Επειτα από τόσα χρόνια παρουσίας στο πάλκο, υπάρχει νοσταλγία για τη σκηνή; Σας λείπει η επαφή με το κοινό;

Σταμάτησα το 2022, γιατί είχα ένα ατύχημα στο πόδι, αλλά θέλω να συνεχίσω να τραγουδάω. Τώρα το καλοκαίρι ίσως αρχίσω ξανά. Μου έχουν λείψει η σκηνή, ο κόσμος και τα πανηγύρια. Ειδικά τα πανηγύρια τα λατρεύω!

Ξυπνάω και κοιμάμαι με τις πίστες στο μυαλό μου. Αν υπήρχε κάποιο ωραίο τραγούδι, θα το δισκογραφούσα σήμερα κιόλας. Ακόμα ακούω και ψάχνω τραγούδια.