Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

COVER STORY

Μαριάννα Ζορμπά: Η Eurovision και οι συνεργασίες με «ιερά τέρατα» που την καθόρισαν

20/06/2026 - 12:33 | | 9 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Από το μανταλάκι που χρησιμοποιούσε για μικρόφωνο στην αυλή του σπιτιού της μέχρι τη σκηνή της Eurovision και από τα νυχτερινά σχήματα δίπλα σε θρύλους του ελληνικού τραγουδιού έως τις αίθουσες διδασκαλίας στην Ελλάδα και τη Γερμανία, η ζωή της Μαριάννας Ζορμπά είχε πολλές «στροφές», αλλά πάντα την ίδια «πυξίδα»: τη μουσική.

Από τον Ηλία Μαραβέγια

Η ίδια μιλά στην «Espresso» για όσα έζησε μπροστά και πίσω από τα φώτα, για τον γάμο που γεννήθηκε μέσα από το «Χόρεψε», για τις αλλαγές που τόλμησε και για τη δύναμη που βρίσκει κάθε φορά να ξεκινά από την αρχή.

Ποιο ήταν το πρώτο μεγάλο όνειρο που έκανες ως παιδί και πόσο κοντά βρέθηκες τελικά σε αυτό;

Στο δημοτικό, όταν πήγαινα, έρχονταν οι φίλες μου στο σπίτι και παίζαμε… Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης και Eurovision. Την εποχή του χρόνου που γίνονταν οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις μαζευόμασταν στην αυλή, παίρναμε το σκοινί της μπουγάδας της μάνας μου κι ένα μανταλάκι, και το κάναμε μικρόφωνο (σ.σ.: γέλια). Εκείνη την ώρα φανταζόμουν ότι βρισκόμουν στη σκηνή της Eurovision. Πού να το ήξερα ότι τόσα χρόνια μετά θα εκπροσωπούσα όντως την Ελλάδα στον διαγωνισμό.

Η Μαριάννα Ζορμπά.

Η συνειδητοποίηση ότι θα ασχοληθείς επαγγελματικά με τη μουσική πότε ήρθε; Πήρες ποτέ άλλο δρόμο; Εκανες άλλες σπουδές;

Οχι, ποτέ! Εγώ ξεκίνησα να σπουδάζω μουσική το 1976, όταν με έγραψε ο πατέρας μου πρώτη φορά στο Ωδείο Αθηνών, και μετά συνέχισα στο Εθνικό και στο Ελληνικό Ωδείο. Δεν σταμάτησα στιγμή να σπουδάζω μουσική. Ακόμη και σήμερα συνεχίζω να σπουδάζω και ποτέ δεν ήθελα να κάνω κάτι άλλο. Θυμάμαι ότι σε ηλικία 12 ετών, όταν μας είχαν ρωτήσει σε μια έκθεση τι επάγγελμα θέλαμε να ακολουθήσουμε, εγώ είχα γράψει «δασκάλα πιάνου». Αυτό ήταν το αρχικό μου όνειρο. Το τραγούδι τότε το κρατούσα ακόμη μέσα μου, δεν το εξέφραζα. Από τα 18 μου και μετά κατάλαβα ότι με ενδιέφερε περισσότερο.

Πώς το κατάλαβες;

Με τη βοήθεια του Διονύση Τσακνή. Το 1985, σε ηλικία 18 ετών εγώ, δίδαξα στο Δημοτικό Ωδείο Καρδίτσας και τον είχα μαθητή. Τότε έπαιρνε το πτυχίο Αρμονίας και έπρεπε να παρακολουθήσει υποχρεωτικά πιάνο. Ο Διονύσης με άκουσε να τραγουδώ κάποια στιγμή πριν από το μάθημά μας και μου λέει: «Θα ξεκινήσουμε μια σειρά εμφανίσεων σε ένα μπαράκι. Θέλεις να έρθεις να μας κάνεις φωνητικά και να λες και μερικά τραγούδια;». Δέχτηκα, φυσικά, και τότε συνειδητοποίησα ότι μου αρέσει το τραγούδι. Από εκεί κι έπειτα, άρχισα να το ψάχνω περισσότερο, ξεκίνησα να κάνω μαθήματα κλασικού τραγουδιού, πέρασα από χορωδίες και στην πορεία ήρθαν  όμορφες συνεργασίες με μεγάλα ονόματα.

Οπως;

Ημουν πολύ τυχερή, γιατί συνεργάστηκα με σημαντικούς συνθέτες και τραγουδιστές. Από τις πρώτες μου συνεργασίες ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Μανώλης Λιδάκης, η Σοφία Βόσσου, ο Αντώνης Βαρδής, η Γλυκερία, ο Χρήστος Νικολόπουλος, η Τάνια Τσανακλίδου ο Γιάννης Σπανός, η Κατερίνα Κούκα, η Καίτη Γκρέυ, η Μαίρη Λίντα, η Πόλυ Πάνου. Εκανα απίστευτες συνεργασίες και όλες αυτές μέσα σε ένα διάστημα από το 1993, που έβγαλα τον πρώτο μου δίσκο, μέχρι το 1997, που πήγα στη Eurovision.

Ποιες από αυτές τις συνεργασίες θεωρείς ότι σε καθόρισαν;

Από τις πιο συγκλονιστικές ήταν με την Τάνια Τσανακλίδου, με την οποία κάναμε και παρέα. Ημασταν ο Λιδάκης, η Τσανακλίδου κι εγώ στη «Μέδουσα» το 1995. Η Τάνια είναι «σχολείο». Με βοήθησε να σταθώ στη σκηνή χωρίς να εκτίθεμαι, γιατί προερχόταν από το θέατρο. Με έμαθε να λειτουργώ σαν να βρισκόμουν πάνω στο σανίδι και να παίζω έναν ρόλο σε κάθε τραγούδι. Η δεύτερη καθοριστική για μένα συνεργασία ήταν με τη Γλυκερία, η οποία είναι επίσης «σχολή» από μόνη της στο λαϊκό τραγούδι. Οι αυτοσχεδιασμοί, οι αμανέδες και ο τρόπος που λειτουργούσε ήταν κάτι απίστευτο. Ο τρίτος που με βοήθησε ήταν ο Χρήστος Νικολόπουλος. Καθόταν μαζί μου στο καμαρίνι και μου έδειχνε πράγματα για το λαϊκό τραγούδι, σχετικά με το πώς να χειριστώ τη φωνή μου. Δουλέψαμε μαζί στη «Μέδουσα» το 1996: Σπανός, Νικολόπουλος, Κατερίνα Κούκα και τέσσερα νέα παιδιά, εγώ, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, ο Δημήτρης Μπάσης και η Αννα Μελίτη.

Η Ζορμπά δίπλα στον Χρήστο Νικολόπουλο

Η δισκογραφία πώς μπήκε στη ζωή σου;

Πολύ εύκολα. Ημασταν μια παρέα, ο Θανάσης Ζαχαρόπουλος και ο Γιώργος Λεκάκης, που έγραφε στίχους. Κανονική παρέα, όμως, τρώγαμε ο ένας στο σπίτι του άλλου και γράφαμε τραγούδια. Οταν έγιναν γύρω στα 10 με 12 τα τραγούδια, λέμε: «Δεν πάμε να τα δώσουμε σε καμιά εταιρία;» Ετσι βρεθήκαμε στη Warner, όπου είχε γνωστό παραγωγό ο Γιώργος Λεκάκης, τον Παναγιώτη Κοντοσταυλάκη, ο οποίος είχε μόλις αναλάβει το ελληνικό τμήμα της εταιρίας. Από την άλλη, είχαμε και τον Αγγελο Σφακιανάκη, που ήταν διευθυντής στη Lyra. Πήγαμε, λοιπόν, με τον Θανάση Ζαχαρόπουλο και την κιθάρα του στα γραφεία και των δύο και δειγματίσαμε τα τραγούδια μας. Κάπως έτσι βρεθήκαμε με πρόταση και από τις δύο δισκογραφικές εταιρίες και  καταλήξαμε στη Warner.

Η διδασκαλία της μουσικής «έτρεχε» παράλληλα όλα αυτά τα χρόνια;

Ναι και συνεχίζει να «τρέχει» παράλληλα έως σήμερα. Εγώ είμαι με… το ένα πόδι στο τραγούδι και το performance, και με το άλλο στη διδασκαλία. Από το 1985 ακατάπαυστα μέχρι σήμερα έχω διδάξει σχεδόν σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, μόνο στην Τριτοβάθμια δεν έχω διδάξει κι αυτός είναι ο επόμενός μου στόχος. Εχω διδάξει, επίσης, όργανο και μουσική σε συλλόγους και δημοτικά ωδεία, σε ιδιαίτερα, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Εχω διδάξει και στο εξωτερικό, στη Γερμανία. Είχα πάρει απόσπαση στα ελληνικά σχολεία του κρατιδίου της βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας. Ημουν εκεί από το 2010 έως το 2017, οπότε τελείωσα με το Δημόσιο, κάνοντας χρήση της διάταξης που λέει ότι, όταν έχεις ανήλικο παιδί, μπορείς να φύγεις νωρίτερα – τότε ο μικρότερός μου γιος ήταν ακόμη ανήλικος. Από το 2017 έως το 2022 παρέμεινα στη Γερμανία διδάσκοντας σε γερμανικά σχολεία μουσική. Εχω μόλις τέσσερα χρόνια που γύρισα μόνιμα στην Ελλάδα.

Κεφάλαιο Eurovision. Εκπροσώπησες την Ελλάδα το 1997 με το τραγούδι «Χόρεψε» και πήρες τη 12η θέση. Ενιωσες τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν επάνω σου;

Δεν θα το έλεγα, γιατί εκείνη την εποχή η Eurovision στην Ελλάδα βρισκόταν σε μια κατάσταση… πτώσης, με την έννοια ότι δεν την παρακολουθούσαν τόσο πολύ και η ΕΡΤ απλώς έβγαζε μια υποχρέωση που είχε αναλάβει, επειδή ήταν μέλος της EBU και έκανε τα απολύτως απαραίτητα. Για να καταλάβεις τι εννοώ, όταν μου ανακοινώθηκε από την ΕΡΤ ότι τελικά εγώ θα τραγουδούσα το κομμάτι που είχε επιλεγεί, έτρεξα με χαρά και ενθουσιασμό από το Ραδιομέγαρο στη Warner, την εταιρία μου, για να τους ανακοινώσω το νέο. Η απάντηση που πήρα ήταν: «Καλά, πώς κάνεις έτσι; Μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις κάτι από αυτό». Πραγματικά, δεν είδα κάτι. Δεν μου έγινε καμία πρόταση γυρίζοντας στην Ελλάδα, μόνο δυο συνεντεύξεις έκανα επιστρέφοντας από το Δουβλίνο. Η πρώτη ήταν με τον δημοσιογράφο Γιάννη Βίτσα, με τον οποίο γίναμε φίλοι.

Εσύ, όμως, πώς τη βίωσες τη Eurovision ως εμπειρία;

Είναι κάτι μοναδικό. Εγώ τραγουδούσα σε πολύ κόσμο μέχρι τότε, μέσα από τις συναυλίες που είχα κάνει, αλλά είναι διαφορετικό να εμφανίζεσαι live με ζωντανή ορχήστρα, αυτή της Ραδιοφωνίας του Δουβλίνου, μπροστά σε χιλιάδες κόσμο που χωρούσε το στάδιο και ταυτόχρονα να ξέρεις ότι σε βλέπουν εκατομμύρια τηλεθεατές. Νιώθεις στρες. Εγώ είχα αγχωθεί, μήπως περνούσε κάποια σκέψη από το μυαλό μου και ξεχνούσα τα λόγια. Αυτά που ευχαριστήθηκα προσωπικά ήταν η υποδοχή και ο ενθουσιασμός του κόσμου στο φινάλε. Το ίδιο το τραγούδι, αυτά τα τρία λεπτά της ερμηνείας δηλαδή, δεν μπόρεσα να το χαρώ.

Αγκαλιά με την Κάιτη Γκρέυ to 1993

Σήμερα πώς νιώθεις ακούγοντας το «Χόρεψε»;

Θα σου πω το εξής: όταν βλέπω Eurovision και ξεκινάει το σήμα, νιώθω ένα χτυποκάρδι, γιατί αυτόματα ανακαλώ την ανάμνηση το μυαλό μου. Τώρα, ακούγοντας το τραγούδι, είμαι πια χαλαρή. Πρέπει να σου πω μάλιστα ότι το «Χόρεψε» γενικά δεν το έχω τραγουδήσει πολύ σε συναυλίες μου, γιατί δεν ταίριαζε τόσο με τα υπόλοιπα τραγούδια των προγραμμάτων μου. Ομως, με το που γύρισα στην Ελλάδα από τη Γερμανία και έκανα κάποιες εμφανίσεις, άρχισα να το τραγουδάω πάλι, γιατί είδα ότι υπήρχε κόσμος που το θυμόταν και το ήθελε.

Με τον συνθέτη και στιχουργό του «Χόρεψε», τον Μανώλη Μανουσέλη, αρραβωνιαστήκατε λίγο πριν από τον διαγωνισμό;

Ναι, γνωριστήκαμε δύο μήνες προτού πάμε στη Eurovision. Πολύ σύντομα μου έκανε πρόταση γάμου και, όντως, ανταλλάξαμε βέρες στο Δουβλίνο. Κουμπάρος μας ήταν ο μαέστρος Ανακρέοντας Παπαγεωργίου, ο οποίος έκανε και την ενορχήστρωση του τραγουδιού. Ηταν καρμικό το «Χόρεψε» για εμάς: παντρευτήκαμε, μείναμε μαζί 25 χρόνια, κάναμε δύο παιδιά, δύο γιους. Ο μεγάλος είναι 28 ετών και ζει στη Γερμανία, ο μικρός είναι 26 και ζει στην Ιταλία. Δεν είναι κανένας μουσικός, επέλεξαν και οι δύο να ακολουθήσουν τον εκπαιδευτικό κλάδο.

Κάποια στιγμή βρεθήκατε οικογενειακώς και στην Κρήτη. Σωστά;

Ναι, πριν από τη Γερμανία αυτό. Στην Κρήτη ζήσαμε από το 2000 έως το 2010, που κατεβήκαμε οικογενειακώς, γιατί θεωρήσαμε πως η Αθήνα είναι πολύ κουραστική και θέλαμε να ζήσουμε σε μια άλλη πόλη. Μείναμε στα Χανιά, τόπο καταγωγής του Μανώλη. Είχαμε τα παιδιά μικρά και αποφασίσαμε να εμφανιζόμαστε ως ντούετο με το όνομα Νότιος Ανεμος. Βγάλαμε και έναν δίσκο έτσι, όπου υπάρχει και το «Χόρεψε» με μια πιο παραδοσιακή ενορχήστρωση, με κρητική λύρα, λαγούτο και άλλα όργανα. Και κάναμε κι εκεί συναυλίες…

Και τώρα;

Τώρα βρίσκομαι πια σε μια πολύ δημιουργική φάση της ζωής μου. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, πριν από τέσσερα χρόνια, χώρισα και τώρα βρίσκομαι εγώ με μένα και κάνω πράγματα που μου αρέσουν πολύ. Είναι μια πολύ δημιουργική περίοδος. Ξανάπιασα σπουδές, που είχα αφήσει, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο και φέτος τις ολοκληρώνω. Ταυτόχρονα, ξεκίνησα μετεκπαιδεύσεις στη διδασκαλία του σύγχρονου τραγουδιού και τελειώνω κι αυτές φέτος. Ξανάπιασα έπειτα από 30 χρόνια και το κλασικό τραγούδι, κι οδεύω προς την απόκτηση του διπλώματος. Είμαι σε τρία ωδεία, διδάσκω και κάνω πλέον και κάποιες, λίγες live εμφανίσεις. Γενικά είμαι ένας άνθρωπος που μπορεί να μηδενίσει και να ξεκινήσει από την αρχή. Οπου και να με αφήσεις, θα προσαρμοστώ στο καινούργιο περιβάλλον. Αυτή η προσαρμοστικότητα που έχω είναι που με βοηθά να αντεπεξέρχομαι στις δυσκολίες. Με κάνει να βλέπω το μέλλον αισιόδοξα. Πάντα έβλεπα το ποτήρι μισογεμάτο, ακόμη και στις πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μου.