Καβούρι πριν από το δειλινό, όταν ο ήλιος βάφει πορτοκαλί τον ουρανό και μπλε τη θάλασσα. Η «Espresso» συναντήθηκε για συνέντευξη και φωτογράφιση με τον δεξιοτέχνη σολίστα στο μπουζούκι Διονύση Κουτσόπουλο και ο κόσμος παρακολουθούσε άφωνος έναν πανύψηλο νεαρό με δωρική κορμοστασιά να παίζει πενιές με θέα το απέραντο γαλάζιο. Ο δίμετρος νεαρός μουσικός, ντυμένος στα λευκά, μοιάζει εκπληκτικά με τον Πορτογάλο ποδοσφαιριστή Ρονάλντο και μας μεταφέρει συνειρμικά στα γήπεδα του φετινού Μουντιάλ, όπως παρατηρεί ο φωτογράφος μας Βαγγέλης Μασιάς.
Από τη Μαρία Ανδρέου
Με δάσκαλό του τον σπουδαίο βιρτουόζο του μπουζουκιού Θανάση Πολυκανδριώτη, ο Διονύσης Κουτσόπουλος δεν θα μπορούσε παρά να εξελιχθεί σε έναν άξιο συνεχιστή μιας μεγάλης μουσικής παράδοσης και να διαγράψει μια λαμπρή πορεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Στα 35 του χρόνια διαθέτει ήδη ένα πλούσιο βιογραφικό, αφού έχει συνεργαστεί με την αξέχαστη Μαρινέλλα, τον Γιώργο Μαργαρίτη, την Πέγκυ Ζήνα, την Πάολα, τον Κωνσταντίνο Αργυρό, τον Γιώργο Μαζωνάκη, τη Νατάσα Θεοδωρίδου, τη Σόνια Θεοδωρίδου, τη Φωτεινή Δάρρα.

Το καλοκαίρι ο Διονύσης πραγματοποιεί σόλο εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα, αφού από τον «Αστέρα Βουλιαγμένης» και το θρυλικό «Four Seasons Hotel» μέχρι το Barbarossa στην Πάρο, το Principote στη Μύκονο και το «Seaside» στη Σαντορίνη κάνει τους Έλληνες και τους τουρίστες να σπάνε πιάτα και να χορεύουν με την ψυχή τους.
Παράλληλα, ο Διονύσης τονίζει την ανάγκη να υπάρξουν περισσότερα τηλεοπτικά αφιερώματα σε μεγάλους συνθέτες, στιχουργούς και δεξιοτέχνες λαϊκών οργάνων, όπως το μπουζούκι, το κλαρίνο και το βιολί, ώστε να διασφαλιστεί η ιστορική συνέχεια της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Μια προσπάθεια που, όπως σημειώνει, στηρίζουν ήδη με σημαντικά αφιερώματα το Μέγαρο Μουσικής, το Christmas Theater, το Φεστιβάλ Αθηνών και άλλοι πολιτιστικοί φορείς στους οποίους δίνει το δυναμικό «παρών» του.

Διονύση, τι γίνεται μαζί σου τα τελευταία χρόνια στα δημοφιλή νησιά μας, και όχι μόνο;
Το μπουζούκι είναι το εθνικό όργανο της Ελλάδος. Πρέπει να είσαι δεξιοτέχνης για να το παίξεις. Όπως και το κλαρίνο. Αυτή την ψυχαγωγία, την ορχηστρική, μέσα από το κλαρίνο την ξεκίνησε ο Θανάσης Βασιλόπουλος. Και τώρα έχει κάνει δικό του γκρουπ με ούτι, κανονάκι. Έτσι και μένα αυτά τα κέντρα και τα ξενοδοχεία που αναφέρατε μου έχουν κάνει πρόταση για το μπουζούκι στο πεδίο αυτό, το ορχηστρικό, αλλά και lounge. Το μπουζούκι, το βιολί, το κλαρίνο είναι όργανα που σε βγάζουν μπροστά, σόλο.
Πώς σου έγινε πρόταση να παίξεις στο Ισραήλ; Πλέον οι θαυμαστές σου κλείνουν κέντρα πριβέ στην Ελλάδα για να διασκεδάσουν με πενιές…
Μου έγινε πρόταση από τον μαέστρο Βαγγέλη Βασιλείου, στενό συνεργάτη του Νότη Σφακιανάκη και της Άννας Βίσση. Όταν έπαιζα με τον Γρηγόρη Μπηθικώτση, με είχε ακούσει και μου είχε πει ότι του άρεσα πάρα πολύ. Τότε μου πρότεινε να κατεβούμε στο Ισραήλ να παίξω για τον γνωστό Ισραηλινό τραγουδιστή Σλόμι Σαράνκα, που στο ρεπερτόριό του έχει πάντα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη και του Βασίλη Καρρά.
Πήγα στο Ισραήλ μαζί με την Πίτσα Παπαδοπούλου και είδα τη μεγάλη αγάπη των Ισραηλινών για το ελληνικό τραγούδι. Οι συναυλίες του Σλόμι ήταν sold out. Ο Σλόμι λατρεύει το μπουζούκι. Τα ελληνικά τραγούδια τα ξέρουν απέξω στο Ισραήλ. Πολλοί Ισραηλινοί έρχονται στην Ελλάδα και μας ζητούν να τους παίξουμε μουσική πριβέ, μπουζούκι, σε μαγαζιά που κλείνουν οι ίδιοι στην Ελλάδα. Τους αρέσει πολύ το μπουζούκι και σέβονται τους Έλληνες μουσικούς.
Ο Σλόμι έρχεται αυτές τις ημέρες για να τραγουδήσει στην Ελλάδα. Επίσης, οι εύποροι Έλληνες ομογενείς μάς καλούν να παίξουμε συχνά στο εξωτερικό, όπως και οι Έλληνες εφοπλιστές σε μεγάλες εκδηλώσεις.

Διονύση, τι σε παρακίνησε να ασχοληθείς με το μπουζούκι;
Η έμπνευση ήταν ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου, που άκουγε λαϊκά τραγούδια, Στέλιο Καζαντζίδη, Στράτο Διονυσίου, Δημήτρη Μητροπάνο. Ο παππούς Διονύσης, που πήρα από εκείνον το όνομά μου, ήταν η μεγάλη μου αδυναμία. Και επειδή του άρεσε πολύ το λαϊκό τραγούδι, το αγάπησα και εγώ. Έτσι σε ηλικία δέκα ετών γράφτηκα σε ωδείο στα Ιλίσια. Οι σπουδές μου κράτησαν αρκετά χρόνια γιατί έκανα και θεωρητικά μαθήματα, αρμονία, αντίστιξη, φούγκα. Δώδεκα χρόνια ασχολήθηκα με τις σπουδές και μετά συνάντησα τον Θανάση Πολυκανδριώτη, ο οποίος μου άνοιξε τον δρόμο.
Τι είναι για σένα ο Θανάσης Πολυκανδριώτης;
Τα πάντα. Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης με ανακάλυψε. Θυμάμαι είπε στον πατέρα μου, ο μικρός είναι ταλέντο, τον θέλω στην ομάδα μου, στην ομάδα που φτιάχνω με τα μπουζούκια και την ονομάζω «Οι επόμενοι». Ο Πολυκανδριώτης μού είπε: «Άμα θες να είσαι μαζί μου σε όλες τις συναυλίες που ετοιμάζω, πες το και έγινε». Και από το 2007 είμαι μαζί του. Για μένα ο Πολυκανδριώτης δεν είναι μόνο δάσκαλος, αλλά και σπουδαίος συνθέτης.
Με πήρε κοντά του στα 16 μου χρόνια. Για μένα ο Πολυκανδριώτης είναι η συνέχεια του Ζαμπέτα, του Χιώτη, του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη. Των μεγάλων, των παλαιών. Στην αρχή, όταν με διάλεξε ο Πολυκανδριώτης, ήμουν μαζεμένος, αλλά μου έδωσε θάρρος. Τότε με τον Πολυκανδριώτη κατάλαβα ότι το μπουζούκι, η μουσική για μένα δεν είναι απλώς μεράκι, αλλά θα γίνει το επάγγελμά μου. Και έγινε. Η μουσική έγινε το πάθος μου και δεν ήθελα να κάνω τίποτε άλλο, αλλά μόνο αυτό, να παίζω μελωδίες με το μπουζούκι μου. Πλέον είμαι και δάσκαλος, παραδίδω μαθήματα στο μπουζούκι.

Ποια ήταν η πρώτη σημαντική συναυλία σου;
Με τον Θανάση Πολυκανδριώτη και τον Τόλη Βοσκόπουλο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τότε ήμουν 17 χρόνων. Μετά πήγα στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Πεκίνο και έπαιξα με τον Θανάση Πολυκανδριώτη στη Σαγκάη στο αντίστοιχο Μέγαρο Μουσικής της πόλης, και θυμάμαι ένα κτίριο να πάλλεται από τη μουσική του «Ζορμπά». Οι Κινέζοι ανταποκρίθηκαν και στις μελωδίες του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι. Στη σκηνή ήμασταν σαράντα μουσικοί, συν τα μπουζούκια του Πολυκανδριώτη. Στο τέλος του 2008 ο Πολυκανδριώτης με πήρε και παίξαμε μαζί με τον Παϊτέρη.
Αν και νεαρός, έχεις συνεργαστεί με την αξέχαστη και τεράστια Μαρινέλλα, τον Γιώργο Μαργαρίτη και σχεδόν με όλο το ελληνικό πεντάγραμμο…
Όλα αυτά τα έκανα μαζί με τον Θανάση Πολυκανδριώτη. Η μια συνεργασία έφερνε την άλλη, και μαζί με τον Θανάση Πολυκανδριώτη στην ομάδα του αλλά και κατά μόνας. Σε τηλεοπτικές εκπομπές που μας καλούσαν ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ο Χρήστος Φερεντίνος, είχε πει ο Θανάσης Πολυκανδριώτης ότι μαζί μου έχω τον Διονύση Κουτσόπουλο που είναι μεγάλο αστέρι στο μπουζούκι, και μου άνοιξε τις πόρτες.
Τι θυμάσαι από αυτές τις συνεργασίες;
Η Πάολα έχει ιδιαίτερη φωνή, χροιά. Ήμουν 18 χρόνων και είχα εντυπωσιαστεί από τη λαϊκή φωνή της. Ο Κωνσταντίνος Αργυρός με κάλεσε στα βραβεία MAD γιατί έβγαζε τότε νέα τραγούδια που ήταν ζεϊμπέκικα. Για μένα ο Κωνσταντίνος Αργυρός, ο Φέρρης, ο Οικονομόπουλος είναι μεγάλοι τραγουδιστές. Ο Νίκος Οικονομόπουλος είναι από τους καλύτερους Έλληνες τραγουδιστές. Αν και σήμερα δεν υπάρχει ένας Βοσκόπουλος ή ένας Διονυσίου. Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι σπουδαίος τραγουδιστής και είχα τη χαρά να μου προτείνει να γίνω μόνιμος συνεργάτης και το μπουζούκι του.

Από τη Μαρινέλλα τι πήρες;
Για μένα η Μαρινέλλα ήταν απίστευτος άνθρωπος. Συνεργαστήκαμε μαζί για οκτώ παραστάσεις στο Christmas Theater. Και ευχαριστώ και πάλι τον Θανάση Πολυκανδριώτη που με πρότεινε. Η Μαρινέλλα ήταν τελειομανής. Τα παρατηρούσε όλα. Η Μαρινέλλα διόρθωνε τους μουσικούς της: τον πιανίστα, τον ντράμερ, τον μπουζουκτσή. Είχε πολλή όρεξη σαν 20 χρόνων. Ήταν υπεύθυνη για όλα, μέχρι και για τον φωτισμό. Ήταν όλα στην εντέλεια. Ακόμη παρατηρούσε τις κοπέλες που της έκαναν δεύτερες φωνές. Στην πρόβα έβγαζε πρώτη φωνή, επιτόπου, χωρίς πρόβα και δεν είχε μελετήσει.
Σήμερα στα μπουζούκια ακούμε μπουζούκια;
Όχι. Ελάχιστα λαϊκά τραγούδια ακούμε. Και είναι κρίμα. Το μπουζούκι είναι το εθνικό όργανο της Ελλάδας. Είναι το μουσικό βίωμα των Ελλήνων. Το μπουζούκι έχει εκφράσει τον πόνο, τη χαρά, τη λύπη, τον ξενιτεμό του Έλληνα. Μην ξεχνάμε ότι όταν μελοποιήθηκε η ποίηση, αξιοποίησε πρώτα από όλα το μπουζούκι. Ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης είχαν ως βασικά τους ακούσματα τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη. Εμπνεύστηκαν από αυτούς. Για μένα ο ήχος του είναι επαναστατικός. Σου δημιουργεί μια έξαρση. Γιατί έχει οξύ ήχο που διαπερνά τις καρδιές. Και όταν ο οργανοπαίκτης είναι καλός, ο ήχος αυτός συγκινεί ή σε κάνει να πάλλεσαι με μια ηθική ανάταση.
Ο Χιώτης, από την άλλη μεριά, πήρε το μπουζούκι και το έβαλε στα σαλόνια. Το εξέλιξε. Του χρωστάμε πολλά. Για μένα σήμερα υπάρχουν πολλοί καλοί μπουζουκτσήδες, όπως ο Δράμαλης, ο Λιόλιος, ο Στεργίου, ο Καραντίνης και οι γιοι τους.
Ποιοι τραγουδιστές επιμένουν στο μπουζούκι;
Ο Γιώργος Νταλάρας αγαπάει πολύ το μπουζούκι. Και σέβεται πολύ τους μουσικούς του. Ο Γιάννης Πάριος. Μου είπε ένας φίλος μου, που παίζει βιολί, ότι για να τον πάρει στο σχήμα του ο Γιάννης Πάριος, του ζήτησε να του παίξει μια φαντασία. Κάτι από το μυαλό του. Τον δοκίμασε, ήθελε να τον καταλάβει μουσικά.
Ένας καινούργιος τραγουδιστής μπορεί να μην αφήσει τον μουσικό του ούτε πάνω στη σκηνή να εκφραστεί μουσικά, να αυτοσχεδιάσει μπροστά στο κοινό. Οι παλιοί τραγουδιστές ήθελαν τους μουσικούς τους για πέντε τουλάχιστον λεπτά να παίζουν τη δική τους μουσική, να σολάρουν, να δείχνουν τη φαντασία τους. Μέσα σε μια ολόκληρη βραδιά πρέπει οι μουσικοί να ακούγονται. Οι παλιοί τραγουδιστές υπολόγιζαν τα μπουζούκια τους.
Η νύχτα έχει δικούς της κανόνες;
Εγώ έπαιξα σε πίστα από 17 χρόνων. Οι γονείς μου δεν φοβήθηκαν γιατί ξέρανε πώς με μεγάλωσαν και με τι αξίες. Η νύχτα είναι πιο δύσκολη από την ημέρα. Αυτό που λείπει από τη νύχτα είναι η ευγένεια. Υπάρχει μια έλλειψη κοινωνικής παιδείας ακόμη και στους μουσικούς, σε μάνατζερ, σε επιχειρηματίες.
Στην ταινία «Υπάρχω» είδαμε ξεκάθαρα γιατί ο Στέλιος Καζαντζίδης ήθελε να αποχωρήσει από τη νύχτα και σε πολλά πράγματα τον έχω νιώσει. Και εγώ έχω νιώσει κάποιες στιγμές άβολα, όταν θα πρέπει να παίξω μετά από πέντε ώρες πρόγραμμα, όταν μου έχει επιβληθεί. Οι μουσικοί παίζουν με ένταση. Μετά από τρεις ώρες συνεχούς εργασίας πέφτει η απόδοσή τους. Γι’ αυτό και όλες οι συναυλίες κρατάνε δύο ώρες. Για να παίζεις ώρες, χρειάζεται πολλή εξάσκηση. Το νυχτοκάματο είναι δύσκολο. Αλλά βιοπορίζεσαι αν έχεις όρεξη για δουλειά.
Δεν είναι μόνο οι συναυλίες. Είναι και τα μπουζούκια, τα ρεμπετάδικα, οι μουσικές σκηνές, σε πάλκα, σε μπουάτ, σε μεζεδοπωλεία, σε μικρές πίστες, σε φοιτητικά έντεχνα στέκια, σε μοντέρνα λαϊκά σχήματα. Το θέμα είναι τι δέχεσαι μουσικά. Αν τα βλέπεις τα πράγματα πολύ κλειστά, ότι θες να παίζεις μόνο ρεμπέτικα, θα δυσκολευτείς.








