Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Αίμα και μυστήριο στη Σύρο: Με κενά η αναπαράσταση, τι ψάχνουν στα κινητά

27/07/2026 - 08:36 | | 5 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Σε θρίλερ χωρίς τέλος εξελίσσεται η υπόθεση του θανάτου της 41χρονης διασώστριας του ΕΚΑΒ στη Σύρο, καθώς η εκδοχή σύμφωνα με την οποία η γυναίκα βρέθηκε στο σπίτι του 41χρονου με σκοπό τη ληστεία εξακολουθεί να συνοδεύεται από μια σειρά ερωτημάτων. Ερωτημάτων που αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τον ισχυρισμό του 41χρονου ότι θεώρησε πως είχε απέναντί του κλέφτη και, στη συμπλοκή που ακολούθησε, τη μαχαίρωσε.

Δολοφονία Σύρος
Το θύμα

Το περιστατικό συνέβη περίπου στις 5 το απόγευμα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Σύρος βρίσκεται στην καρδιά της τουριστικής σεζόν και είναι γεμάτη κόσμο. Η 41χρονη Βάγγη ήταν γνωστή ως διασώστρια του ΕΚΑΒ, ωστόσο εκείνες τις ημέρες βρισκόταν στη Σύρο με άδεια, προκειμένου να γιορτάσει τα γενέθλια της 12χρονης κόρης της.

Διαβάστε επίσης: «Νόμιζα ότι ήταν κλέφτης και τη μαχαίρωσα» λέει ο 41χρονος για τη διασώστρια

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, το απόγευμα του περιστατικού φορούσε παντελόνι της υπηρεσίας της με τις χαρακτηριστικές ανακλαστικές λωρίδες, ένα στοιχείο που, σε συνδυασμό με την ώρα και το γεγονός ότι ήταν γνωστή στο νησί, προσθέτει ακόμη ένα ερώτημα για την εκδοχή της ληστείας που προβάλλει ο 41χρονος. Τα δεδομένα αυτά δεν αρκούν από μόνα τους για να αποκλείσουν οποιοδήποτε ενδεχόμενο.

Δολοφονία Σύρος
Το ζευγάρι που φέρετε να σκότωσε την 41χρονη

Θέτουν, όμως, ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η έρευνα: θα επιχειρούσε κάποιος ληστεία στις 5 το απόγευμα, σε ένα νησί γεμάτο κόσμο, φορώντας ένα τόσο χαρακτηριστικό παντελόνι που θα μπορούσε να διευκολύνει την αναγνώρισή του; Πώς συνδέεται με το σενάριο αυτό το γεγονός ότι η 41χρονη γνώριζε το ζευγάρι και ότι τα παιδιά των δύο οικογενειών έπαιζαν μαζί; Και τι είχε προηγηθεί της παρουσίας της στο συγκεκριμένο σπίτι; Η δικηγόρος της οικογένειας, Μαριζάνα Κικίρη, αμφισβητεί την εκδοχή της ληστείας και στέκεται τόσο στις συνθήκες του περιστατικού όσο και στη σωματική διάπλαση της 41χρονης. «Είναι δυνατόν να πήγε με τη στολή της, στις 5 το απόγευμα, να ληστέψει; Είναι δυνατόν να πήγε μέρα μεσημέρι με το παντελόνι της δουλειάς, με ανακλαστικές λωρίδες, να κλέψει; Ηταν 50 κιλά.

Ούτε να ακινητοποιήσει κάποιον μπορούσε ούτε να τον δέσει σε καρέκλα». Η ίδια περιγράφει μια γυναίκα με έντονο εθελοντικό έργο, η οποία, όπως αναφέρει, μετά το τέλος της βάρδιας της έσπευδε να προσφέρει βοήθεια σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. «Ηταν μια γυναίκα με έντονο εθελοντικό έργο. Τελείωνε τη βάρδια της και έτρεχε να μοιράσει γεύματα. Δεν είχε δώσει ποτέ κανένα δικαίωμα στη δουλειά της. Ηταν μια γλυκύτατη και καλοσυνάτη κοπέλα».

Δολοφονία Σύρος
Ο κατηγορούμενος οδηγείται στην οικία του για την αναπαράσταση

Ανοίγουν τα κινητά

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά πλέον η εξέταση των κινητών τηλεφώνων και των επικοινωνιών που είχαν προηγηθεί. Η 41χρονη γνώριζε το ζευγάρι, ενώ υπήρχε επαφή και μεταξύ των οικογενειών, καθώς τα παιδιά τους έπαιζαν μαζί. Συνεπώς, η έρευνα των ψηφιακών δεδομένων ενδέχεται να δείξει εάν υπήρξε επικοινωνία πριν από τη συνάντηση, ποιος επικοινώνησε με ποιον και, κυρίως, για ποιον λόγο η διασώστρια βρέθηκε εκείνο το απόγευμα στο σπίτι. «Κάτι άλλο έχει γίνει, το οποίο πιστεύω ότι θα μας το πουν τα εγκληματολογικά εργαστήρια από τα κινητά τους» υποστηρίζει η Μαριζάνα Κικίρη. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργαστηριακές εξετάσεις και η έρευνα των ψηφιακών πειστηρίων, τα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Το περιεχόμενο των κινητών και οι επικοινωνίες μεταξύ ανθρώπων που ήδη γνωρίζονταν ίσως αποτελέσουν το κομμάτι που λείπει για να αποσαφηνιστεί τι προηγήθηκε και τι ακριβώς συνέβη εκείνο το απόγευμα στη Σύρο.

Η αναπαράσταση

Το πρωί του Σαββάτου έγινε αναπαράσταση στον χώρο της τραγωδίας, παρουσία των αστυνομικών, του 41χρονου βασικού υπόπτου και της συζύγου του. Η διαδικασία διήρκεσε περίπου τρεις ώρες, με τους δύο συλληφθέντες να οδηγούνται ξεχωριστά από τους αστυνομικούς στον χώρο, προκειμένου να περιγράψουν με λεπτομέρεια όσα εκτυλίχθηκαν. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι καταθέσεις του ζευγαριού δεν παρουσίασαν ουσιαστικές αντιφάσεις.

Δολοφονία Σύρος
Η σύντροφος του 41χρονου με τους αστυνομικούς

Πάντως, οι ερευνητές της ΕΛ.ΑΣ. αναλύουν καρέ καρέ το βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες της περιοχής. Οπως ανέφερε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, το υλικό επιβεβαιώνει σε σημαντικό βαθμό τους ισχυρισμούς των δύο συλληφθέντων. Στα βίντεο, η 41χρονη καταγράφεται να φτάνει έξω από την οικία φορώντας το παντελόνι της στολής του ΕΚΑΒ, γάντια και έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Αφού άφησε το σακίδιό της λίγα μέτρα μακριά, παρέμεινε για αρκετή ώρα έξω από το σπίτι, πριν χτυπήσει το κουδούνι.

Αξιοσημείωτο είναι ότι χρησιμοποίησε μια πλαστική σακούλα για να πιέσει το κουδούνι, παρότι φορούσε ήδη γάντια. Κατά την έρευνα στο σακίδιο της 41χρονης εντοπίστηκαν ένα αεροβόλο όπλο, ένας λοστός και ένα μαχαίρι, το οποίο κρατούσε η ίδια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πριν από μία εβδομάδα είχε γίνει διάρρηξη στο σπίτι του δράστη, στην οποία άγνωστοι κατέστρεψαν ό,τι βρήκαν.

Το διπλό φονικό που συγκλόνισε το νησί πριν από 20 χρόνια

Μνήμες από ένα άγριο έγκλημα, που είχε συγκλονίσει τη Σύρο πριν από περίπου δύο δεκαετίες, επανέρχονται στο νησί, με αφορμή την υπόθεση θανάτου της διασώστριας του ΕΚΑΒ. Η σύνδεση αφορά αποκλειστικά το

οικογενειακό περιβάλλον του 41χρονου που κατηγορείται σήμερα, καθώς συγγενικό του πρόσωπο εξ αγχιστείας είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία ενός ηλικιωμένου ζευγαριού. Τα δύο θύματα, ηλικίας 82 ετών, είχαν εντοπιστεί νεκρά μέσα στην τριώροφη κατοικία τους. Η γυναίκα βρέθηκε στο κρεβάτι του υπνοδωματίου και ο σύζυγός της, συνταξιούχος φούρναρης, στο πάτωμα του πρώτου ορόφου. Παρά την προχωρημένη αποσύνθεση των σορών, η ιατροδικαστική εξέταση είχε καταδείξει βαριά τραύματα στο κεφάλι. Η κλειδωμένη εξώπορτα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ηλικιωμένοι απέφευγαν να ανοίγουν σε αγνώστους, είχε στρέψει από νωρίς τις έρευνες στο περιβάλλον τους. Στο μικροσκόπιο μπήκε τότε ένας 32χρονος, γιος φούρναρη, ο οποίος επισκεπτόταν το ζευγάρι και φέρεται ότι είχε προστριβές μαζί του για οικονομικές διαφορές που αφορούσαν το μίσθωμα. Ο 32χρονος αρχικά ομολόγησε, στη συνέχεια όμως ανακάλεσε, υποστηρίζοντας ότι είχε δεχθεί πιέσεις. Σε

πρώτο βαθμό αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών. Η υπόθεση, ωστόσο, οδηγήθηκε στο Εφετείο, όπου στοιχεία, όπως η υπόδειξη του σιδερολοστού που θεωρήθηκε όπλο του εγκλήματος και αποτύπωμά του στο σπίτι, οδήγησαν στην ομόφωνη καταδίκη του σε δύο φορές ισόβια. Ο 41χρονος της σημερινής υπόθεσης δεν είχε καμία εμπλοκή σε εκείνο το έγκλημα – η μοναδική σύνδεση των δύο υποθέσεων είναι η συγγένεια εξ αγχιστείας.