Σε γενική ύφεση βρίσκεται η μεγάλη πυρκαγιά που δοκιμάζει για πέμπτο συνεχόμενο 24ωρο τη Δυτική Αττική, χωρίς όμως να έχει σημάνει λήξη συναγερμού για τις πυροσβεστικές δυνάμεις, καθώς οι αναζωπυρώσεις εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή.
Σύμφωνα με την τελευταία επιχειρησιακή ενημέρωση, οι προσπάθειες επικεντρώνονται σε τρία βασικά μέτωπα. Το πρώτο βρίσκεται βορειοανατολικά, στις περιοχές Κρύο Πηγάδι, Αγία Παρασκευή και Άγιος Νεκτάριος. Το δεύτερο, όπου καταγράφεται και η μεγαλύτερη επιχειρησιακή πίεση, εκτείνεται από την Ψάθα προς τη Λούμπα, ενώ το τρίτο εντοπίζεται στη νοτιοανατολική πλευρά, στις περιοχές Κανδήλι και Αγία Σκέπη.

Ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της Πυροσβεστικής, Γιάννης Αρτοποιός, υπογράμμισε ότι το μεγαλύτερο στοίχημα της ημέρας θα δοθεί μετά τη 13:30, όταν η θερμοκρασία θα αυξηθεί και η υγρασία θα μειωθεί, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για νέες αναζωπυρώσεις. Όπως σημείωσε, η εμπειρία της προηγούμενης ημέρας έδειξε πως εκείνες οι ώρες ήταν οι πιο δύσκολες για την εξέλιξη της φωτιάς.
Στην περιοχή επιχειρούν εκατοντάδες πυροσβέστες, δασοκομάντος, εθελοντές, υδροφόρες και μηχανήματα έργου, ενώ από το πρώτο φως της ημέρας πραγματοποιούν συνεχείς ρίψεις νερού τα εναέρια μέσα, με στόχο να περιορίσουν τις ενεργές εστίες πριν ενισχυθούν οι καιρικές συνθήκες που ευνοούν την εξάπλωση της φωτιάς. Παράλληλα, συνδράμουν πυροσβέστες από τη Γαλλία και τη Ρουμανία, καθώς και δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το μέγεθος της καταστροφής είναι ήδη τεράστιο. Οι μέχρι στιγμής εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 132.900 καμένα στρέμματα σε Αττική και Βοιωτία, με εκτεταμένες ζημιές σε κατοικίες, καλλιέργειες και περιουσίες. Την κατάσταση χαρακτήρισε «ολική καταστροφή» και ο αντιδήμαρχος Πολιτικής Προστασίας Μεγάρων.
Την ίδια ώρα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι συνέπειες μιας τόσο μεγάλης πυρκαγιάς δεν σταματούν με την κατάσβεση των φλογών. Ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, επισήμανε ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η επικίνδυνη τέφρα μπορούν να επηρεάζουν το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία για πολλούς μήνες μετά το τέλος της φωτιάς.









