Η ηρωίδα μάνα, μάλιστα, που καθημερινά βρίσκεται στο πόστο της στο μικρό παραθαλάσσιο χωριό Αλεποχώρι Αττικής, καθαρίζει όλο το παραλιακό μέτωπο της περιοχής προκειμένου να συνεισφέρει στα βάρη της οικογένειας.
Από Νίκο Νικόλιζα
Έντονη συζήτηση, προβληματισμό αλλά και συγκίνηση προκάλεσε το χθεσινό πρωτοσέλιδο της «Espresso», μέσα από το οποίο αποκαλύψαμε ότι η μητέρα του παγκόσμιου πρωταθλητή της ενόργανης γυμναστικής Βλάση Μάρα, η Αντωνία Παναγάκου, εργάζεται εθελοντικά στον τομέα καθαριότητας του Δήμου Μεγαρέων.

Η ηρωίδα μάνα, μάλιστα, που καθημερινά βρίσκεται στο πόστο της στο μικρό παραθαλάσσιο χωριό Αλεποχώρι Αττικής, καθαρίζει όλο το παραλιακό μέτωπο της περιοχής προκειμένου να συνεισφέρει στα βάρη της οικογένειας. Με δηλώσεις της στην «Espresso» η ίδια αναφέρθηκε με σεβασμό τόσο στην εργασία της όσο και στο πώς βλέπει τη συγκεκριμένη δουλειά στον τομέα της καθαριότητας.
«Η δουλειά δεν είναι ντροπή. Καθαρίζοντας δρόμους, σπίτια και σκάλες κατάφερα να μεγαλώσω τα αγγελούδια μου. Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το επώνυμο του γιου μου, του Βλάση Μάρα, και να μπω μόνιμα σε μια θέση. Δεν το έκανα ποτέ, ούτε θα το κάνω. Και σήμερα καθαρίζω δρόμους, γιατί έτσι έχω μάθει» έλεγε χθες η ίδια, δείχνοντας σεβασμό σε κάθε εργασία.
Σήμερα δύο από τις «χρυσές» ολυμπιονίκες, που έχουν χαράξει με χρυσά γράμματα το όνομά τους στο πάνθεον του ολυμπιακού ιδεώδους, η Πηγή Δεβετζή και η Αθανασία Τσουμελέκα, μιλούν στην «Espresso» και από τη δική τους οπτική γωνία αναφέρονται στο χθεσινό πρωτοσέλιδο, δίνοντας τα εύσημά τους στη μητέρα του συναθλητή τους.

«Από τη δική μου πλευρά, θέλω να εκφράσω στη μητέρα του φίλου μου, του Βλάση Μάρα, τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια. Ο Θεός να της δίνει δύναμη και να της πω ότι όποια εργασία και αν κάνει κάποιος, δεν είναι ντροπή. Επίσης, πρέπει να τονίσω προς όλες τις κατευθύνσεις πως, όταν ένας αθλητής παίρνει χρυσό μετάλλιο, ουσιαστικά τα χρήματα που λαμβάνει δεν του φτάνουν ούτε για το ενοίκιο» λέει η Πηγή Δεβετζή σε αρκετά έντονο ύφος, καθώς, όπως τονίζει, με τα ολυμπιακά μετάλλια και την υπερηφάνεια που φέρνουν οι αθλητές στην Ελλάδα δεν μπορούν… να αγοράσουν ούτε ένα μικρό διαμέρισμα.

«Σε άλλες χώρες η μητέρα του Βλάση Μάρα, η δική μου και οι υπόλοιπες θα κάθονταν και θα απολάμβαναν παχυλούς μισθούς και όλες τις ανέσεις της ζωής, εν αντιθέσει με την Ελλάδα. Οταν εγώ στέφθηκα ολυμπιονίκης, εκείνα τα χρόνια, συντοπίτες μου έβγαιναν και έλεγαν ότι είχα πάρει πολλά λεφτά και ότι θα μπορούσα να ζήσω άνετα για μια ζωή. Αηδίες και ψεύδη, γιατί τα δικά μας αθλήματα είναι φτωχά. Δεν είμαστε ούτε ποδοσφαιριστές ούτε μπασκετμπολίστες για να μπορούμε να παίρνουμε εκατομμύρια.
Από την άλλη, πρέπει να σας πω ότι το δικό μας ολυμπιακό χρυσό μετάλλιο και όλα τα χρόνια προετοιμασίας που κάναμε για να το πάρουμε ισοδυναμεί με ένα νυχτοκάματο τραγουδιστή. Οπότε, δικαίως η μητέρα του κάθε αθλητή θα πρέπει να δουλέψει για να τα βγάλει πέρα» καταλήγει η χρυσή ολυμπιονίκης του μήκους.
Από την πλευρά της, η χρυσή ολυμπιονίκης στο βάδην Αθανασία Τσουμελέκα, συγκινημένη μετά το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα με τη μητέρα του Βλάση Μάρα, λέει στην «Espresso»:
«Εγώ θαυμάζω γυναίκες και επαινώ μαμάδες σαν τη μητέρα του Βλάση. Μια αντίστοιχη κατάσταση είναι και η δική μου ηρωίδα μάνα, η οποία καθάριζε και καθαρίζει ψάρια μέσα στους πάγους και στο κρύο, κι όλα τα παιδιά και τα εγγόνια κάθε καλοκαίρι είμαστε εκεί και τη βοηθάμε. Θεωρώ ότι είναι μια πολύ υγιής κατάσταση όλο αυτό που βιώσαμε και βιώνουμε, και πιστεύω πως, αν δεν μεγαλώναμε έτσι, δεν θα γινόμασταν ολυμπιονίκες. Ο πρωταθλητισμός είναι σκληρός και μέσα από τη βιοπάλη ξέραμε και ξέρουμε να επιβιώνουμε.
Είχε πολλή πλάκα όταν κέρδισα στους Ολυμπιακούς, το 2004. Πήγα στη μάνα μου και της είπα αθώα: “Ξέρεις γιατί οι γνωστοί είναι πλούσιοι τελικά; Γιατί τους τα πληρώνουν όλα”. Έτσι μου τα πλήρωναν και εμένα τότε: ξενοδοχεία, καφέδες, φαγητό. Και κάπου εδώ να συμπληρώσω ότι εγώ δεν ήξερα καν να τρώω με μαχαιροπίρουνα, πόσο μάλλον όταν μου είχαν φέρει μπροστά μου δεκαπέντε διαφορετικά μαχαιροπίρουνα.
Τότε η οικονομική μας κατάσταση ήταν ρούχα από το κινέζικο, πράγματα από το κινέζικο. Όμως, είχαμε πολλή αγάπη. Μέσα σε αυτήν την παράνοια που ζούσα, γνωστοί πήγαιναν στο ψαράδικο της μαμάς μου και της έλεγαν: “Δεν θα ψωνίσουμε από εσάς ψάρια, γιατί εσείς πλέον έχετε χρήματα”».








