ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Η θυελλώδης ζωή του Φωκά σε 240 σελίδες!

❱❱ Στο φως «πιπεράτα» περιστατικά με πρωταγωνιστή τον Ελληνα στον οποίο υποκλίθηκε ο πλανήτης ΧόλιγουντΑπό την
ΤΕΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΠΑ 

Ερωτες, πάθη, δόξα, ίντριγκες και χολιγουντιανά μυστικά. H βιογραφία του Σπύρου Φωκά είναι γεγονός και θα κυκλοφορήσει στις αρχές Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Οστρια. Ο Δημήτρης Μπούκουρας, συγγραφέας και καλός φίλος του Ελληνα σταρ, ξετυλίγει σε 240 σελίδες τη θυελλώδη και μυθιστορηματική ζωή του.

«Το να γράψεις τη βιογραφία ενός θρυλικού προσώπου και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο δεν είναι δα και τόσο εύκολη υπόθεση» αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογό του και συνεχίζει: «Πρέπει να μπεις μέσα στη ζωή και τη σκέψη του αφηγητή, να ταυτιστείς με αυτόν, να καταλάβεις τα πρώτα του όνειρα, να τα ενστερνιστείς και να τον ακολουθήσεις βήμα προς βήμα στην αστραφτερή ζωή του. Να μπεις μαζί του στη μεγάλη περιπέτεια ακολουθώντας τα καλλιτεχνικά του βήματα από την Ελλάδα στη Ρώμη και από εκεί στην Αμερική».

Η «Espresso» εξασφάλισε κατ’ αποκλειστικότητα αποσπάσματα από τη βιογραφία του Σπύρου Φωκά με τίτλο «Ενα πέρασμα…», τα οποία και προδημοσιεύουμε σήμερα.

Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για στιγμιότυπα από τη δύσκολη συνεργασία που είχε με τον Σιλβέστερ Σταλόνε στην ταινία «Ράμπο 3», λεπτομέρειες για τη φιλία του με τον Μάικλ Ντάγκλας και τον Ντάνι ντε Βίτο, αποκαλύψεις για όσα πλήγωναν στην Ελλάδα τη Μις Υφήλιος 1964 Κορίνα Τσοπέη, αλλά και για την αντιπάθεια που έτρεφε η φίλη του Καρολίνα του Μονακό για τον Ωνάση. Και επειδή τον Σπύρο Φωκά τον λάτρεψαν κυρίως οι γυναίκες, προδημοσιεύουμε αποσπάσματα του βιβλίου που αφορούν τρεις από τις λαμπερές κυρίες που παντρεύτηκε: τη Νία, τη Ρενέ και την τωρινή σύζυγό του Λίλιαν.

Η Μις Υφήλιος και οι μπηχτές της πριγκίπισσας του Μονακό για τον Ωνάση

Η συζήτηση για τον κροίσο και η μοίρα που σημάδεψε τις δύο οικογένειες

Στην Αμερική είχαμε λίγες γνωριμίες και ακόμα λιγότερους στενούς φίλους λόγω της φύσης της δουλειάς μου. Καλή παρέα κάναμε με την Κορίνα Τσοπέη, τη Μις Υφήλιο. Ηταν και είναι μία από τις ομορφότερες γυναίκες που είδα στη ζωή μου. Μετά την εκλογή της ήρθε στην Αμερική, η οποία έγινε πλέον μόνιμη διαμονή της. Η γνωριμία της με τον Σπύρο Σκούρα τη βοήθησε να κάνει διάφορες οντισιόν και τελικά να γυρίσει μερικές αξιόλογες ταινίες, με καλύτερες τις «Ο άνθρωπος που τον έλεγαν άλογο» και «Η κοιλάδα με τις κούκλες».

Μετά παντρεύτηκε έναν πλαστικό χειρουργό και ύστερα από τη γέννηση του πρώτου της αγοριού εγκατέλειψε το σινεμά λέγοντας: «Εγώ δεν κάνω γι’ αυτά».

Αργότερα γνώρισε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον παραγωγό και ατζέντη Φρέντι Φιλντς. Θαύμαζα πάντα το τεράστιο φιλανθρωπικό έργο της. Εχει ιδρύσει ή συμμετάσχει ενεργά σε διάφορους συλλόγους που έχουν σχέση με παιδιά, όπως παιδιά με λευχαιμία, παιδιά κακοποιημένα, παιδιά άπορα. Θυμάμαι, τη στενοχωρούσαν πολλά πράγματα για την Ελλάδα, όπως τότε που -όπως διηγείται- στο αεροπλάνο περίμεναν μέσα στον καύσωνα έναν άνθρωπο της κυβέρνησης για να ξεκινήσει η πτήση. Φαινόταν ότι μόλις είχε κάνει το μπάνιο του, ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες υπέφεραν από τη ζέστη. Μα πιο πολύ την πείραξε η κακεντρέχεια των ανθρώπων που έφτασαν να πουν ότι κέρδισε το τίτλο της Σταρ Ελλάς λόγω των προσβάσεων του αξιωματικού πατέρα της, τον οποίο λάτρεψε και είναι περήφανη για τη μανιάτικη καταγωγή του… Πάντως, όλα αυτά τα κακόβουλα ανατράπηκαν όταν κέρδισε πανάξια τον μεγάλο τίτλο τής Μις Κόσμος. Εκεί, βέβαια, δεν σηκώνει μέσα και χατιράκια…

Μια άλλη καλή μας φίλη ήταν και η πριγκίπισσα του Μονακό. Η Καρολίνα. Ηταν πολύ όμορφη γυναίκα και, βέβαια, είχε μια φυσική ευγένεια, στην κυριολεξία πριγκιπική. Ηταν πολύ κινηματογραφόφιλη. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού ήταν κόρη της θεάς Γκρέις Κέλι; Το σινεμά είχε περάσει στο DNA της… Είχε δει και τον «Ρόκο» και το «Διαμάντι», για το οποίο με ρωτούσε πώς γυρίστηκε. Τη δεύτερη φορά που ήρθε στο σπίτι μας μου είπε χωρίς περιστροφές: «Σπύρο, μου είσαι πολύ συμπαθής… Αλλη ιδέα είχα εγώ για τους Ελληνες».

«Δηλαδή;» «Να, νόμιζα ότι όλοι είναι σαν τον Ωνάση!» Και μου είπε ότι από οικογενειακές συζητήσεις είχε ακούσει πολλά κακά γι’ αυτόν. Για τις διαμάχες που είχε με τον πατέρα της, για την απληστία του σχετικά με το καζίνο και τα ξενοδοχεία και τις διαφωνίες που είχαν ως προς την αξιοποίηση του κρατιδίου. «Μου μιλάς τώρα για έναν σπουδαίο Ελληνα» της είπα. «Σπουδαίος! Ας γελάσω… Ενας πειρατής ήταν… Να τι ήταν…» Θυμάμαι ότι είχαμε μεγάλη συζήτηση γύρω από τον βίο και την πολιτεία του κροίσου. Για το πώς κατέστρεψε τη Μαρία Κάλλας, για την αποκοτιά του να παντρευτεί την Τζάκι και γι’ αυτά που επιφύλαξε η μοίρα για την οικογένειά του… «Ναι… η μοίρα είναι ο μεγάλος δικαστής που αποφασίζει για όλα… Πότε δίκαια, πότε άδικα» μου είχε πει όταν αναφέρθηκα στον θάνατο του γιου του, του Αλέξανδρου, που ήταν και η αιτία για τον μετέπειτα μαρασμό του Ωνάση, και συνέχισε λέγοντας ότι η μοίρα αυτή είχε αποφασίσει και για τη δική της οικογένεια. Είχαν περάσει δύο ή τρία χρόνια από τον τραγικό θάνατο της μάνας της και το γεγονός αυτό την είχε σημαδέψει…

Επειτα από δύο χρόνια συνέβη και ο τραγικός θάνατος της Χριστίνας Ωνάση, και η Καρολίνα, γυρίζοντας πίσω σε αυτήν την παλιά μας κουβέντα, μου είχε πει ότι τώρα ο κύκλος έκλεισε. «Η μοίρα είχε τελειώσει το έργο της».

Η αρρώστια του Ντάγκλας και το χιούμορ του Ντε Βίτο

Με τον Μάικλ Ντάγκλας δεν ξαναβρεθήκαμε. Ηταν από τους πιο πολυάσχολους ανθρώπους του πλανήτη. Μιλούσαμε κάπου κάπου στο τηλέφωνο και με είχε καλέσει στα βαφτίσια του γιου του. Χάρηκε πολύ που με είδε και όλο με φώναζε συνταγματάρχη. Στενοχωρήθηκα όταν άκουσα για την περιπέτεια που είχε με την υγεία του και του τηλεφώφνησα ευχόμενος να πάνε όλα καλά. Οταν τέλειωσε κι αυτό, με πήρε πίσω για να με ευχαριστήσει…

Με τον Ντάνι ντε Βίτο είχαμε συχνότερες επαφές. Και αυτός ήταν πολυάσχολος. Τα έκανε όλα: παραγωγές, σκηνοθεσία, ηθοποιία. Είχε σκηνοθετήσει και τον «Πόλεμο των Ρόουζ», τη μεγάλη επιτυχία με τον Μάικλ και την Κάθλιν Τέρνερ. Με τον Μάικλ ήταν φιλαράκια και κάποτε μοιράστηκαν και το ίδιο διαμέρισμα, όταν σπούδαζαν υποκριτική. Ηταν ο κανόνας σε αυτό που λέει ο λαός «όσο μπόι τού λείπει τόσο μυαλό έχει». Πανέξυπνος, ποτέ δεν έχανε το χιούμορ του, ακόμα και όταν σατίριζε τον εαυτό του.

«Ούτε να χορέψω με τα κορίτσια που μου άρεσαν δεν μπορούσα, επειδή το πρόσωπό μου έφτανε στο επίμαχο σημείο του σώματός τους, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προχωράω πολύ γρήγορα» συνήθιζε να λέει σκωπτικά για τη φυσική του αυτή ατέλεια.

Σταλόνε: «Είσαι κι εσύ πουτ… γιος;»

«Σου έχω κλείσει ραντεβού με τον παράξενο» μου είπε ο ατζέντης μου εκείνο το απόγευμα στο τηλέφωνο. «Κοίτα να του αρέσεις γιατί είναι καλή η δουλειά για την οποία σε θέλει»… «Και τι να κάνω; Να κάτσω μπροστά του και να παίρνω πόζες;» «Οχι, βρε συ… Απλά να προσέξεις γιατί είναι δύσκολος τύπος»…

Ο «παράξενος» και ο «δύσκολος» δεν ήταν άλλος από τον Σιλβέστερ Σταλόνε και τώρα ήμουν μπροστά του στα γραφεία της εταιρίας παραγωγής… Η ταινία για την οποία με ήθελε ήταν η συνέχεια της σειράς «Ράμπο». Το «Ράμπο 3».

«Λοιπόν, από πού είσαι;» με ρώτησε, όταν άκουσε να του μιλάω με κάποια προφορά. «Ελληνας είμαι» του απαντάω… «Είσαι κι εσύ πουτ… γιος όπως ο άλλος;»

Σε κάποιο από τα προηγούμενα έργα του, την «Κόμπρα», είχε μια κακιά συνεργασία με τον Ελληνα σκηνοθέτη Τζορτζ Κοσμάτος. Αυτά, βέβαια, μου τα είπε αργότερα. Τώρα περίμενε την αντίδρασή μου.

Εγώ, που δεν είχα ιδέα για το γεγονός αυτό, αποφάσισα να αντεπιτεθώ: «Πολύ χειρότερος» του απαντάω στον ίδιο τόνο… «Καλά… Μου κάνεις… Η ταινία που κάνω γυρίζεται στο Ισραήλ. Θέλεις να έρθεις; Αν ναι, τότε λέω στη γραμματέα μου να τα κανονίσει με τον ατζέντη σου». Δώσαμε τα χέρια, γύρισα σπίτι και την άλλη μέρα ετοιμάστηκα για ταξίδι, καθώς με πήρε ο ατζέντης μου στο τηλέφωνο καταχαρούμενος για να μου πει πως η δουλειά είχε κλείσει.

Εφτασα και κατέλυσα στο υπερπολυτελές ξενοδοχείο «Βασιλιάς Δαυίδ» της Ιερουσαλήμ. Η ταινία «Ράμπο 3» είναι πασίγνωστη. Δεν θα γράψω κάτι για την υπόθεση, παρά μόνον ότι, ενώ υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται στο Αφγανιστάν, γυρίστηκε στο Ισραήλ, το οποίο διαθέτει τοπία ανάλογα. Ακόμα, μερικές σκηνές γυρίστηκαν στην Αριζόνα και είχα την ευκαιρία να δω από κοντά τα υπέροχα τοπία της.

«Μου βγήκε η πίστη»

Αυτό που μου έχει μείνει από αυτήν την ταινία όπου εγώ έπαιζα τον Μασούντ, τον αρχηγό των μουτζαχεντίν, είναι ότι μου βγήκε η πίστη στη δουλειά. Ο Σιλβέστερ Σταλόνε είναι ο πιο εργασιομανής τύπος που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Αν για όλους μας η μέρα έχει 24 ώρες, γι’ αυτόν έχει 26! Εκτός τούτου, ήταν και μανιακός με τη γυμναστική. Είχε κουβαλήσει με αεροπλάνο ολόκληρο γυμναστήριο πλήρες, με όλα τα όργανα, που του το εγκατέστησαν σε έναν μεγάλο χώρο του ξενοδοχείου. Εγώ το έμαθα τυχαία ένα απόγευμα, όταν, καθώς περιδιάβαινα τους χώρους του ξενοδοχείου, είδα τα όργανα γυμναστικής και θαύμασα την έκτασή τους.

«Μπράβο! Ωραίο χώρο διαθέτει το ξενοδοχείο σας για γυμναστική» είπα σε κάποιον υπάλληλο που έτυχε να περνάει από μπροστά μου. «Δεν πρόκειται για το γυμναστήριο του ξενοδοχείου», μου απάντησε, «το γυμναστήριο αυτό είναι του κυρίου Σταλόνε, ήρθε με ειδική πτήση της fed ex και το εγκαταστήσαμε εδώ για αποκλειστική του χρήση»… Κατάλαβα… Με τόσα λεφτά που έβγαζε ο άνθρωπος, είχε για να πληρώνει όλες τις τρέλες του. Αυτοί οι ηθοποιοί δεν παίρνουν κάποια αμοιβή που θα συμφωνηθεί για κάθε ταινία… Εχουν μια συγκεκριμένη τιμή. Εχουν το κασέ τους, που λέμε. Ας πούμε: Ο Τζακ Νίκολσον, για παράδειγμα, παίρνει για κάθε ταινία που γυρίζει 20.000.000 δολάρια.

Διαβάστε παρακάτω τη συνέχεια: 

Ο πρώτος γάμος με τη Νία Λειβαδά και ο πεθερός

Προτού παρουσιαστώ στο κέντρο νεοσυλλέκτων, παντρεύτηκα την πρώτη μου γυναίκα, τη Νία. Μείναμε στο σπίτι της. Ηταν από πολύ καλή οικογένεια. Η μητέρα της καταγόταν από τη Σμύρνη και ο πατέρας της από την Κεφαλλονιά. Λειβαδάς Κυριάκος το όνομά του. Αλλά όλοι τον φώναζαν «Μπέη», γιατί αυτή ήταν η επιθυμία του νονού του, ο οποίος καταγόταν από την οικογένεια του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Σπουδαίος γιατρός, αιματολόγος, με σπουδές στη Γερμανία. Σεμνός άνθρωπος. Ποτέ στην πόρτα του δεν έγραψε «Γιατρός».

Οταν αργότερα του πρόσφεραν θέση στην Ακαδημία, την αρνήθηκε λέγοντας «Αφήστε με εμένα… Να πάει κάποιος νεότερος». Ηταν ένας πραγματικός ευπατρίδης. Χαρακτηριστικό του ήταν ένα μονόκλ που φορούσε. Μιλούσε τα γερμανικά άπταιστα. Αυτό τον είχε σώσει τότε στην Κατοχή, όταν τον κατηγόρησαν για… μαυραγορίτη. Πώς είχε συμβεί; Λοιπόν: Τότε έμεναν στην οδό Πατησίων και κάθε τόσο ακούγονταν από την περιοχή των Σεπολίων πυροβολισμοί και εκρήξεις που προέρχονταν από τα σαμποτάζ που έκαναν οι αντιστασιακοί στα τρένα. Αυτουνού του κόλλησε ότι κινδυνεύουν. Γέμισε μερικά σακιά με άμμο και τα έστησε μπρος στην πόρτα τους.

Αλεύρια και ζάχαρες

Κάτι γείτονες είδαν τα σακιά, όταν τα μετέφεραν, και θεώρησαν ότι είχαν μέσα αλεύρια και ζάχαρες. Πήγαν και τον κατηγόρησαν ότι είναι μαυραγορίτης. Επειτα από λίγο καταφθάνει μια γερμανική διμοιρία. Γκαπ… γκαπ… γκαπ… χτυπάνε την πόρτα. «Γερμανοί» φωνάζει η υπηρέτριά τους με κομμένη την ανάσα… Ανοίγει ψύχραιμα ο Λειβαδάς και τους μιλάει στη γλώσσα τους: «Τι συμβαίνει;» «Τι έχετε μέσα στα σακιά;» «Αμμο» τους εξηγεί αυτός. «Θέλετε να ανοίξω να δείτε;» Οχι, δεν ήθελαν. Το παρουσιαστικό του, το μονόκλ του και τα άψογα γερμανικά του τους έπεισαν ότι ο ευγενής αυτός άνθρωπος δεν είχε καμιά σχέση με τους σιχαμένους μαυραγορίτες, που τις φάτσες τους τις είχαν εμπεδώσει.

Ο αρχηγός της διμοιρίας χαιρέτησε στρατιωτικά, έκανε μεταβολή και οι Γερμανοί έφυγαν. Με τα άψογα γερμανικά του είχε γίνει και το άλλο το ωραίο. Πολύ αργότερα, κάποιος φίλος του, με τον οποίο έπαιζαν μαζί μπριτζ, είχε ανοίξει ένα μαγαζί με ρούχα. Η γυναίκα του ήταν Γερμανίδα. Πάει λοιπόν ο Λειβαδάς να τον δει στο μαγαζί και για όση ώρα ο σύζυγός της ήταν απασχολημένος με κάποιον πελάτη άρχισε μαζί της ολόκληρη συζήτηση στα γερμανικά.

Κάποτε ο φίλος του ξεμπερδεύει με τον πελάτη, έρχεται κοντά του και ο Λειβαδάς αρχίζει άλλη συζήτηση μαζί του. Η γυναίκα του παρακολουθούσε και, όταν ο φίλος έφυγε, γυρίζει στον άντρα της: «Πω πω… Μπράβο του! Πολύ ωραία τα μιλάει τα ελληνικά!»

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ

Ρενέ Πάππας: «Νιώθω πως είμαι ερωτευμένη μαζί σου»

Φτάσαμε στην Αθήνα, αφήσαμε το ζευγάρι στο «Χίλτον» όπου είχαν καταλύσει και μετά ο Ντέμης με άφησε στο σπίτι μου. Ημουν πολύ ευχαριστημένος από όλη αυτή την εμπειρία που μου άφησε έναν καλό φίλο και μια εφήμερη ρομαντική περιπέτεια… Εφήμερη; Ετσι νόμιζα. Ομως οι μοίρες που καθορίζουν τη ζωή μας είχαν άλλα σχέδια.

Η Ρενέ είχε ήδη αποφασίσει να χωρίσει. Την άλλη μέρα αφήνει τον άντρα της σύξυλο και πάει να μείνει σε μια φίλη της στο Κολωνάκι, γνωστό μοντέλο. Μου τηλεφώνησε και μου ζήτησε να βρεθούμε στου Ζόναρς.

Εκεί μου είπε πάλι ότι με τον άντρα της ήταν τύποις ζευγάρι και ότι από καιρό ήταν αποφασισμένη να τον χωρίσει. Αυτό είχε σκοπό να το ολοκληρώσει όταν θα γύριζαν στην Αμερική. «Τώρα όμως έχω γνωρίσει εσένα και νιώθω πια ερωτευμένη μαζί σου… Τι λες; Θέλεις να μείνουμε μαζί;» Την κοίταξα αποσβολωμένος.

«Δεν το σκέφτηκα πολύ»

Η αλήθεια ήταν ότι επρόκειτο περί αληθινά όμορφης γυναίκας. Αυτόν τον καιρό δεν είχα κάτι σοβαρό στην αισθηματική μου ζωή. Δεν το σκέφτηκα και πολύ.

«Εντάξει» της είπα, «αλλά τώρα που μιλάμε μπορεί να με πάρουν από την Ιταλία για καμιά δουλειά κι εγώ τις βαλίτσες τις έχω πάντα έτοιμες». «Θα έρθω μαζί σου» μου είπε αφοπλιστικά. Από το ίδιο βράδυ εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου στη Γλυφάδα όπου έμενα τότε.

Λίλιαν Παναγιωτοπούλου: Η γνωριμία με τον Σπύρο και η παρεξήγηση με τον… Φάκα

Τον είχα αφήσει έξω από το σπίτι και ως συνήθως τον παρακολουθούσα από το καθρεφτάκι

(Σ.σ.: Το κομμάτι της ιστορίας του Σπύρου Φωκά με τη Λίλιαν το αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο η ίδια)

Και κάποτε μπαίνει… Είναι ψηλός. Με μαύρο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι, μαύρη ζώνη, μαύρα παπούτσια, μια θωριά απίστευτη! Χαιρετάει τον κόσμο λες και τους είχε δει καμιά δεκαριά φορές, με άνεση και μια απίστευτη ευγένεια και αρχοντιά.

Η όλη εμφάνισή του απέπνεε μια ποιότητα. Καθώς όλοι, όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, σηκώθηκαν όρθιοι να τον χαιρετήσουν, εγώ δεν σηκώθηκα. Χωρίς υπερβολή, φοβόμουν ότι, διανύοντας αυτά τα δύο τρία μέτρα που μας χώριζαν, θα κατέρρεα! Αποφάσισα να μη σηκωθώ, αλλά να πω ό,τι είχα να πω από εκεί που καθόμουν: «Μεγάλη μας τιμή που είστε εδώ, κύριε Φωκά». «Εεε… όχι και μεγάλη σας τιμή… Μεγάλη σας χαρά θέλετε να πείτε… Γιατί, αν ήταν εδώ ο Σεφέρης, τι θα λέγατε;» «Ναι, μεγάλη μας χαρά, αλλά και τιμή μας». Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις που είπα στον Σπύρο… Την άλλη μέρα είχαμε συνάντηση σε κάποιο θέατρο προκειμένου να αρχίσουμε με τα προκαταρκτικά (διάβασμα του έργου, πρώτες κουβέντες), να μπούμε στο κλίμα δηλαδή. Μετά, αφού έγινε η διανομή των ρόλων, προχωρήσαμε στις πρόβες. Τον Σπύρο τον έφερνε πάντα ταξί. Και τότε σκέφτηκα να του προτείνω να τον πηγαίνω εγώ στο σπίτι του, μια και ήταν στον δρόμο μου. (Σιγά μην ήταν… Καμιά σχέση!) Δέχτηκε και αυτό συνεχίστηκε και κάποια στιγμή μού πρότεινε να πάμε κάπου να κάτσουμε να πιούμε μια μπίρα. Εγώ αρνήθηκα ευγενικά, λέγοντας ότι όχι εκείνο το βράδυ, ίσως κάποια άλλη στιγμή, γιατί τάχα είχα μια δουλειά και έπρεπε να φύγω. Ψέματα, βέβαια, δεν είχα καμιά άλλη δουλειά. Ηθελα σαν τρελή να πάω, αλλά κράτησα τους τύπους.

Είπα «Ασ’ το» γιατί δεν ήμουνα σίγουρη για μένα. Για το πώς θα αντιδρούσα. Οπότε το άφησα λίγο να πάρει χρόνο για να δω πώς θα διαχειριζόμουν την κατάσταση. Οχι να τον μπλοκάρω, αλλά να μπω σιγά σιγά στη ζωή του, να μπορώ να έχω πρόσβαση σε κάποια δικά του πράγματα. Ηταν μια σκέψη που, όταν την έκανα, κι εγώ απόρησα με τον εαυτό μου, καθώς συνήθως ήμουν αδιάφορη ως προς τα αντικείμενα και την προσωπική ζωή των άλλων. Ετσι, λοιπόν, περνούσαν οι μέρες και κάθε φορά αισθανόμουν ιδιαίτερη χαρά να πηγαίνω στην πρόβα, όχι γιατί θα έκανα τον ρόλο της ζωής μου, αλλά γιατί θα ήμουν μαζί του και θα παίζαμε και στο ίδιο έργο. Μια μέρα από αυτές πρόσεξα ότι με κρατούσε σε κάποια απόσταση, για να μην πω ότι διέκρινα και κάποια μούτρα. Τον ρώτησα ευθέως και τότε μου είπε: «Καλά, τόσα μηνύματα σου έστειλα χτες κι εσύ δεν απάντησες». Τι είχε συμβεί; Εγώ είχα πάρει κάποια μηνύματα αλλά, επειδή πολλές φορές δεν φοράω τα γυαλιά μου, το ωμέγα το πέρασα για άλφα. «Φάκας… Ποιος να είναι αυτός;» είπα και δεν έδωσα σημασία. Το θέμα διευθετήθηκε, αλλά μου έμεινε η σκέψη πώς ένας τόσο ευγενής άνθρωπος μπορούσε να γίνει τόσο απότομος. Οπότε σκέφτηκα «Μμμ… Μήπως κάπως αλλιώς να το ερμηνεύσω;» Αλλά είπα αμέσως στον εαυτό μου: «Μπα… μπορεί να κάνεις και λάθος».

Τελικά, μου είπε ότι με έπαιρνε στο τηλέφωνο για να με ρωτήσει μήπως είχε ξεχάσει το σενάριό του στο αυτοκίνητό μου γιατί δεν το έβρισκε πουθενά και, όταν δεν βρέθηκε στο αυτοκίνητο, εγώ προθυμοποιήθηκα να ψάξουμε να το βρούμε. «Θέλετε να έρθω μαζί σας πάνω να σας βοηθήσω να το βρούμε;» Του μιλούσα στον πληθυντικό, όχι μόνο τότε, αλλά και για πολύ καιρό μετά. «Ξέρετε, μπορεί να είναι κάπου και δεν το βλέπετε, γιατί κι εγώ κατά καιρούς χάνω πράγματα και τα βρίσκω στα πιο απίθανα μέρη».

Τα κλειδιά

Ομως δεν θέλησε να ανέβω πάνω. Και οι μέρες κυλούσαν και κάποια φορά χάνει τα κλειδιά του. Τον είχα αφήσει έξω από το σπίτι και ως συνήθως τον παρακολουθούσα από το καθρεφτάκι. Αν δεν έμπαινε μέσα, δεν έφευγα. Τον είδα να ψάχνεται και αμέσως μετά να μου κάνει νοήματα με το χέρι «Μη φεύγεις», οπότε βγαίνω από το αυτοκίνητο, πλησιάζω και τότε μου λέει ότι έχει χάσει τα κλειδιά του και ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αυτή τη στιγμή να μπει μέσα. Το πρώτο πράγμα ήταν να δούμε μήπως, καθώς κάθισε στο αμάξι, τα κλειδιά γλίστρησαν από την τσέπη του παντελονιού του και έπεσαν στο δάπεδο. Δεν βρέθηκαν όμως, οπότε εγώ του είπα: «Μην ανησυχείτε, θα έρθετε να κοιμηθείτε στο σπίτι μας». Πράγμα που έγινε… Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση. Τότε βρισκόμουν σε διάσταση με τον πρώην άντρα μου, τον Γιάννη. Αλλά συνεχίζαμε να συστεγαζόμαστε στο σπίτι τού Υμηττού. Τις μέρες εκείνες όμως είχε σπάσει το πόδι του και, επειδή το σπίτι μας δεν είχε ασανσέρ και ήταν αδύνατον να μείνει εκεί, πήγε να μείνει στο Καβούρι, στο σπίτι της πρώην γυναίκας του. Της πρώτης πρώην (χα χα)… Οπως καταλαβαίνετε, ήμασταν λίγο βίος και πολιτεία. Ηδη ο Γιάννης ήξερε για τη συνεργασία μου με τον Σπύρο και για τη φιλική μας σχέση και μάλιστα, όταν το πρωτοάκουσε, μιλούσε με επιφωνήματα γι’ αυτόν. Του ανέφερα ότι έχει χάσει τα κλειδιά του, αλλά εκτός αυτού έπρεπε να κάνει εγχείρηση στον προχωρημένο καταρράκτη που είχε και στα δυο του μάτια και ότι κάποιος έπρεπε να τον προσέχει μετεγχειρητικά. Τότε ο Γιάννης, που ήταν κατενθουσιασμένος με τον Σπύρο, μου είπε μόνος του να πάρω τον Φωκά και να πάμε να μείνουμε στο Καβούρι όλοι μαζί, οι τρεις μας δηλαδή, και η κόρη μου η Κωνσταντίνα.

{{-PCOUNT-}}63{{-PCOUNT-}}

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

Μάγδα Τσέγκου: Ο ιός της TV, τα «μαχαιρώματα» και ο fake γάμος

Η Μάγδα Τσέγκου είναι μία από τις πλέον ταλαντούχες παρουσιάστριες και...

«Ορατότης… μηδέν» με φουρτούνες στην τηλεθέαση

Προβληματισμός για πολυδιαφημισμένες παραγωγές που κάνουν μονοψήφια νούμερα! Διπλή απογοήτευση στον...

Αγωνία για τον «θρύλο» Μίμη Στεφανάκο – θα υποβληθεί σε εγχείρηση στο δεξί πόδι

Δύσκολες ώρες για τον θρυλικό ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού και πρώην σύζυγο...

Ο Νίκος Ψαρράς «πάει» από τον καφενέ του Διαφανίου στο «Καφέ της Χαράς»

Από χωριό σε χωριό και από καφενέ σε καφενέ, ο Νίκος...

Η μυστική προσωπική ζωή του Γιώργου Καραμίχου βγήκε στον… Ήλιο (video)

Ο 46χρονος ηθοποιός από τη Βέροια Γιώργος Καραμίχος, ο οποίος πρωταγωνιστεί...