Ο Δημήτρης Φιλιππίδης καλεσμένος της διαδικτυακής εκπομπής «Anestea» αναφέρθηκε στις καταγγελίες που βάρυναν τον πατέρα του, Πέτρο και στα δύσκολα που πέρασαν.

«Το έμαθα όπως όλοι σας. Είχα μία εικόνα ότι θα γίνει κάποια καταγγελία απ’ όταν ξεκίνησε η ιστορία με την κυρία Δούκα, αλλά δεν ήξερα ακριβώς τι θα είναι. Στην αρχή νομίζω αυτό που τα κυρίευσε όλα ήταν ο φόβος, και προσωπικά, για το ότι θα είμαι ο γιος αυτού που κατηγορείται, ο γιος του… καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Γενικά το ανθρώπινο μυαλό σε κρίσιμες στιγμές λειτουργεί δημιουργώντας το χειρότερο πιθανό σενάριο. Εγώ αυτομάτως, όταν πρωτοέσκασε, άρχισα να σκέφτομαι τα πιθανά ενδεχόμενα», δήλωσε ο Δημήτρης Φιλιππίδης.

Σχετικά με τις κουβέντες που έκαναν, σημείωσε πως: «Δεν μπορούσα να ζητήσω τα ρέστα τη στιγμή της κρίσης, θέλω πρώτα να διαχειριστώ τα πράγματα και μετά να τα συζητήσω. Στο σπίτι υπήρχε ένας ελέφαντας στο δωμάτιο, σίγουρα έρχεται η στιγμή που θες να μάθεις τι έγινε, απλώς τη βάζεις λίγο στην άκρη, λες ότι θα κάνουμ τη συζήτηση τώρα και θα επανέλθουμε, όταν ξέρουμε τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Εγώ αυτό έκανα, μία συζήτηση σε πρώτη φάση και την σταμάτησα λέγοντας ότι θα πάμε να διαχειστούμε αυτό που έρχεται. Καλώς ή κακώς είμαι ο ψύχραιμος της οικογένειας, πλέον έχω την ψυχραιμία να διαχειριστώ τα πράγματα καλύτερα από τους γονείς μου. Για εμένα εκεί έρχεται η απόδειξη του ότι ενηλικιώθηκα. Αυτές τις μέρες έγινα μεγάλο παιδί πια. Η στιγμή που μου έρχεται πιο έντονα είναι η μέρα της προφυλάκισης. Όταν χρειάστηκε να πάω στη ΓΑΔΑ για να παραδώσω τα πράγματα και να πάει στην Τρίπολη ο πατέρας μου. Δεν έχω βιώσει κάτι πιο έντονο στη ζωή μου. Το γεγονός ότι κατηγορείται για αυτά τα αδικήματα σίγουρα με έφερνε σε πολύ πιο δύσκολη θέση απ’ ό,τι θα με έφερνε αν ήταν ένα οικονομικό αδίκημα. Είναι δύσκολο και αμήχανο για όλους τους εμπλεκόμενους.
Πέσαμε απ’ τα σύννεφα και ακόμη δεν είναι κάτι που έχουμε συνηθίσει σαν συνθήκη. Αυτό που κράτησε την οικογένεια είναι ένα χαρακτηριστικό κυρίως της μάνας μου, που μου το έχει εμφυσήσει. Δεν φεύγουμε στα δύσκολα, με τίποτα. Τα έβαλα με τη μητέρα μου, κυρίως σε σχέση με πράγματα του παρελθόντος και όσον αφορά τη σχέση τους την ερωτική, ως ζευγάρι. Εκεί υπήρχαν συγκρούσεις με τη μητέρα μου. Παρόλα αυτά, η μάνα μου προέρχεται από μία οικογένεια πολύ φτωχή και δεμένη, πράγμα που με ακολουθεί κι εμένα.

Πραγματικά το στήριγμά μου είναι η ευρύτερη οικογένειά μου και το χωριό μου εν γένει, ήταν ένα σημείο αναφοράς που μου υπενθυμίζει ότι δεν φεύγω. Το πως θα το διαχειριστώ εγώ, και τη σχέση με τον πατέρα μου, είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία απ’ το αν θα τον παρατήσω για να το περάσει μόνος του ή όχι»,








