«Τη σκότωσε και αυτοκτόνησε. Την ακολούθησε ακόμη και στον θάνατο». Αυτά τα λόγια επαναλαμβάνουν συνεχώς από χθες το απόγευμα τόσο οι άνδρες της Ασφάλειας Ηρακλείου όσο και οι συγγενείς της άτυχης 43χρονης Ελευθερίας Γιακουμάκη, μητέρας τριών παιδιών, μόλις ενημερώθηκαν ότι εντοπίστηκε δολοφονημένη, μέσα στο αυτοκίνητό της, το οποίο βρισκόταν σε χωράφι στην Αγία Βαρβάρα, στο χωριό του πρώην συντρόφου της και αυτόχειρα Μαρίνου Ανδρεαδάκη.
Η εικόνα που αντίκρισαν οι άνδρες της ΕΛ.ΑΣ. όταν άνοιξαν την πόρτα του αυτοκινήτου της ήταν σοκαριστική. Μέσα σε αυτό, η αλήθεια ξεδιπλώθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο. Στο πίσω κάθισμα του οχήματος, η 43χρονη Ελευθερία βρισκόταν σκεπασμένη με χαλί και νεκρή με τραύματα από πυροβόλο όπλο. Οι ενδείξεις των πυροβολισμών και η τεράστια λίμνη αίματος μαρτυρούσαν την αιτία θανάτου της, ενώ η απουσία του όπλου από τον χώρο άφηνε ελάχιστα περιθώρια αμφιβολίας για το τι είχε συμβεί, αποκλείοντας το σενάριο της αυτοκτονίας. Τώρα, κάθε λεπτομέρεια, από τη θέση του σώματος μέχρι τα αντικείμενα στο αυτοκίνητο, κάθε ίχνος, κάθε αποτύπωμα, κάθε μικροσκοπικό στοιχείο μπορεί να φωτίσει τις τελευταίες στιγμές της Ελευθερίας.

Οι έρευνες των Αρχών συνεχίζονταν με μεγαλύτερη στόχευση. Οι διαδρομές, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες και κάθε πιθανή συνάντηση της άτυχης γυναίκας έμπαιναν στο μικροσκόπιο. Και όσο τα κομμάτια του παζλ ενώνονταν τόσο η σκιά του πρώην συντρόφου της γινόταν πιο έντονη. Ένας άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγες ώρες θεωρούνταν απλώς μέρος του παρελθόντος της βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο μιας τραγωδίας.
Η αποκάλυψη του δικού του τέλους πρόσθεσε μία ακόμα σκοτεινή διάσταση στην υπόθεση. Η επιλογή του τόπου, το απομονωμένο εκκλησάκι, και ο τρόπος που έβαλε τέλος στη ζωή του έμοιαζαν σχεδόν τελετουργικά. Σαν να επεδίωκε μια ιδιότυπη κάθαρση, αφήνοντας πίσω του περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Ο 40χρονος άνδρας βρέθηκε νεκρός, την περασμένη Τρίτη, σε ένα σημείο που μέχρι τότε συνδεόταν με εντελώς διαφορετικές μνήμες. Το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας Καρδιώτισσας, στον Προφήτη Ηλία, ένα ήσυχο και απομονωμένο σημείο που κάποτε επισκεπτόταν μαζί με την Ελευθερία, μετατράπηκε ξαφνικά σε σκηνή μιας πράξης που πάγωσε ακόμη και τους πιο έμπειρους αστυνομικούς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, ο άνδρας ακολούθησε μόνος του το γνώριμο λιθόστρωτο μονοπάτι που οδηγεί πάνω από το ξωκλήσι. Ένα μονοπάτι που άλλοτε ίσως συμβόλιζε στιγμές ηρεμίας ή προσωπικών συζητήσεων, εκείνη την ημέρα έγινε η διαδρομή προς το τέλος, φτάνοντας σε ένα βραχώδες σημείο, σε μια μικρή εσοχή ανάμεσα σε εικόνες Αγίων και σημάδια ανθρώπινης παρουσίας. Εκεί, έβαλε τέλος στη ζωή του με μια κοντόκανη καραμπίνα.
Η χρονική συγκυρία της πράξης του προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία στις Αρχές. Το τελευταίο εικοσιτετράωρο βρισκόταν στο επίκεντρο των ερευνών για την εξαφάνιση της Ελευθερίας. Είχε ήδη κληθεί να δώσει κατάθεση, ενώ είχε προηγηθεί και έρευνα στον χώρο όπου διέμενε. Οι κινήσεις των αστυνομικών έδειχναν ξεκάθαρα ότι θεωρούνταν πρόσωπο-κλειδί.

Κι όμως, πριν προλάβει να δώσει ξανά εξηγήσεις, πριν φωτιστούν τα κενά που είχαν εντοπιστεί στις προηγούμενες τοποθετήσεις του, η υπόθεση πήρε αυτή τη δραματική τροπή. Η απόφασή του να δώσει τέλος στη ζωή του, λίγες ώρες πριν περάσει ξανά την πόρτα της Αστυνομίας, γεννά περισσότερα ερωτήματα παρά δίνει απαντήσεις.
Πατέρας ενός μικρού κοριτσιού, με μια ζωή που φαινομενικά συνεχιζόταν κανονικά, βρέθηκε ξαφνικά στο κέντρο ενός σκοτεινού σεναρίου. Το τέλος του δεν έκλεισε την υπόθεση, αντίθετα την έκανε ακόμα πιο δύσκολη, πιο αινιγματική. Σαν να έσβησε το μοναδικό φως που θα μπορούσε να οδηγήσει πιο γρήγορα στην αλήθεια.

Ένα love story με ματωμένο τέλος
Η ιστορία της ερωτικής σχέσης της 43χρονης Ελευθερίας με τον 40χρονο δεν ήταν ποτέ απλή, αφού εξαρχής κουβαλούσε μια ένταση που μεγάλωνε σιωπηλά, μέχρι που έγινε αδύνατον να αγνοηθεί. Ο 40χρονος, πατέρας ενός παιδιού από προηγούμενο γάμο, μπήκε στη ζωή της Ελευθερίας σχετικά πρόσφατα, όμως μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η παρουσία του έγινε ασφυκτική. Εκείνη, άνθρωπος χαμηλών τόνων, δεν συνήθιζε να μιλά εύκολα για τα προσωπικά της, κρατώντας τα περισσότερα για τον εαυτό της. Όμως, πίσω από τη σιωπή της κρυβόταν μια σχέση γεμάτη συγκρούσεις.
Οι στιγμές ηρεμίας ήταν λίγες και εύθραυστες. Αντίθετα, κυριαρχούσαν οι εντάσεις, τα ξεσπάσματα και μια διαρκής πίεση που, σύμφωνα με ανθρώπους από το περιβάλλον της, την έκανε να νιώθει παγιδευμένη. Η ζήλια του και η ανάγκη του για έλεγχο δημιουργούσαν ένα κλίμα που σταδιακά έγινε ανυπόφορο.
«Δεν ήταν μια σχέση που εξελισσόταν – ήταν μια σχέση που φθειρόταν» λένε άνθρωποι από το περιβάλλον του πρώην ζευγαριού.
Όταν απομακρύνθηκε η Ελευθερία, περίπου δύο μήνες πριν από το τέλος, η απόφασή της δεν ήταν παρορμητική. Ήταν το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής πάλης, μιας ανάγκης να ξαναπάρει τον έλεγχο της ζωής της. Ο πρώτος χωρισμός είχε έρθει νωρίτερα, το καλοκαίρι, αφήνοντας πίσω του ένα αίσθημα ανακούφισης, που η ίδια είχε μοιραστεί διστακτικά με κοντινούς της ανθρώπους. Ωστόσο, η επανασύνδεση που ακολούθησε έμοιαζε περισσότερο με επιστροφή σε ένα γνώριμο αδιέξοδο, παρά με μια νέα αρχή.
Το οριστικό τέλος ήρθε σε μια περίοδο ήδη φορτισμένη. Η απώλεια του πατέρα της, τον οποίο φρόντιζε με αφοσίωση, την είχε κάνει να λυγίσει ψυχικά. Μέσα στο πένθος, η ανάγκη της για ηρεμία έγινε ακόμη πιο επιτακτική. Όμως, εκείνος δεν αποδέχτηκε την απόσταση. Συνέχισε να την αναζητά, να επιμένει, να προσπαθεί να ανατρέψει την απόφασή της.
