Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

COVER STORY

Γιάννης Μπουρνέλης: Ο «βασιλιάς των αναψυκτηρίων» ανοίγει το μεγάλο βιβλίο της ζωής του

14/06/2026 - 09:05 | | 11 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Είναι μία από τις τελευταίες αυθεντικές μορφές της νυχτερινής Αθήνας μιας άλλης εποχής. Ένας showman παλιάς κοπής, που δεν χρειάστηκε ποτέ δημόσιες σχέσεις και lifestyle εξώφυλλα για να αγαπηθεί.

Από τον Ηλία Μαραβέγια 

Ο Γιάννης Μπουρνέλης έγινε θρύλος μέσα από το γέλιο, τη σάτιρα, τις ατάκες του και -πάνω απ’ όλα- μέσα από το ιστορικό Ακρον της οδού Λένορμαν, το αναψυκτήριο που έγραψε τη δική του ιστορία στη λαϊκή διασκέδαση της Αθήνας από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έως τα μέσα των ’90s. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Γιάννης Μπουρνέλης – Νοσταλγία στο επ’ ΑΚΡΟΝ», που υπογράφει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αντώνης Αντωνόπουλος και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μνήμη και Μνήμες, ο άνθρωπος που αποκαλέστηκε «βασιλιάς των αναψυκτήριων» ανοίγει την καρδιά του στην «Espresso» και θυμάται πρόσωπα, καταστάσεις και στιγμές από μια περίοδο που -όπως λέει- «περίσσευε η αγάπη».

Μάλιστα, η συγκεκριμένη έκδοση, που έχουν προλογίσει ο Χρήστος Νικολόπουλος και η Λουκίλα Καρρέρ-Πλέσσα, δεν αποτελεί απλώς μια βιογραφική καταγραφή του εμβληματικού καλλιτέχνη, αλλά και ένα «ταξίδι» στη νυχτερινή ζωή της πρωτεύουσας, όταν τα τραγούδια κάθε είδους, η παρέα και η αληθινή διασκέδαση συναντιούνταν κάτω από τα φώτα του Ακρον. Εκεί όπου ο κόσμος της βιοπάλης μπορούσε με λίγα χρήματα να δει από κοντά τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής.

Αφοπλιστικός, αυθόρμητος, συγκινητικός και πολλές φορές ξεκαρδιστικός, ο Γιάννης Μπουρνέλης έχει έναν δικό του χαρακτηριστικό τρόπο να αφηγείται όλα αυτά που βίωσε κοντά στα πιο λαμπρά αστέρια. Από τον Νίκο Ξανθόπουλο, την Καίτη Γκρέυ και τη Μαρινέλλα μέχρι τον Στράτο Διονυσίου, τη Ρίτα Σακελλαρίου και τον Μανώλη Αγγελόπουλο, οι ιστορίες του μοιάζουν με κινηματογραφικές σκηνές μιας Ελλάδας που χάθηκε.

Μπουρνέλης-Μοσχολιού-Νομικός-Αλκαίος.

Από τα μπουλούκια στο Scala Theatre

Η πορεία του Γιάννη Μπουρνέλη ξεκίνησε πολύ πριν από το Ακρον, όταν ακόμη ήταν ένα παιδί με αγάπη για την τέχνη του θεάτρου, που γύριζε την Ελλάδα με μπουλούκια και αυτοσχέδιους θιάσους. «Μπορεί εγώ να ξεκίνησα τα αναψυκτήρια στην Ελλάδα, ωστόσο η αρχή μου στον καλλιτεχνικό χώρο έγινε στα 16 μου χρόνια. Είχα δικό μου θίασο, μπουλούκι δηλαδή. Πηγαίναμε σε κινηματογράφους μία φορά την εβδομάδα, κατέβαζαν τις ταινίες και παίζαμε εμείς. Μόνο όταν είχαν Βουγιουκλάκη και Ξανθόπουλο δεν τις κατέβαζαν, γιατί αυτοί οι δύο έκαναν πολλά εισιτήρια και δεν τους συνέφερε».

Ο ίδιος περιγράφει τον Νίκο Ξανθόπουλο σαν ένα φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί σήμερα. «Μια φορά, θυμάμαι, είχαμε πάει μαζί με τον Ξανθόπουλο και τη Μαρινέλλα στο Scala Theatre στο Λονδίνο. Η Μαρινέλλα εκείνη την περίοδο είχε χωρίσει από τον Καζαντζίδη και την είχε πάρει μαζί του ο Ξανθόπουλος στην περιοδεία. Στο Scala Theatre, λοιπόν, μας ρώτησε ο διευθυντής “ποιος είναι ο σταρ;”. Του δείξαμε τον Ξανθόπουλο και δεν το πίστεψε, γιατί είχε σκονισμένα παπούτσια και τσαλακωμένο πουκάμισο. Μας λέει, λοιπόν, “αφού είναι αυτός ο σταρ, ας ντυθεί». Του απαντάμε “ντυμένος είναι”.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει, γιατί είχε μάθει αλλιώς τους καλλιτέχνες που εμφανίζονταν εκεί, με παπιγιόν και επισημότητες. Βέβαια, στην περίπτωση του Ξανθόπουλου περίμεναν 500 άτομα έξω από το μαγαζί. Ηταν χαμηλών τόνων άνθρωπος, αλλά όταν βγήκε στη σκηνή τον αποθέωσαν. Του σκίσανε το πουκάμισο, του πήραν τα παπούτσια, και τότε είπε ο διευθυντής “ναι, αυτός είναι number one star”. Ο Ξανθόπουλος ήταν δίκαιος άνθρωπος, αληθινός. Μου έλεγε “καλά που έχουμε τη Μαρινέλλα να τραγουδάει, αγόρι μου, γιατί εμείς εδώ γαβγίζουμε…”».

Δημητρίου – Μπουρνέλης

Το Ακρον: Η λαϊκή διασκέδαση της καρδιάς

Το βιβλίο «Γιάννης Μπουρνέλης – Νοσταλγία στο επ’ ΑΚΡΟΝ», όπως εξηγεί, γεννήθηκε έπειτα από παρότρυνση του δημάρχου Παλλήνης – Γέρακα Χρήστου Αηδόνη. Αλλωστε, είναι κι ο ίδιος δημοτικός σύμβουλος στην περιοχή. «Μου είπε “θα σου κάνω ένα βιβλίο”. Του απάντησα “δήμαρχε, βαριέμαι”, αλλά τελικά με κατάφεραν να ενδώσω. Ο Αντώνης Αντωνόπουλος, που το υπογράφει, έκανε σοβαρή έρευνα και συμπεριέλαβε τα βιογραφικά όλων όσοι αναφέρονται στις σελίδες του». Για όσους δεν έζησαν ποτέ το Ακρον, ο Μπουρνέλης εξηγεί πως ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό αναψυκτήριο. Ενας χώρος λαϊκής ψυχαγωγίας, φτιαγμένος για τον απλό κόσμο. «Το αναψυκτήριο ήταν ένας χώρος για τους ανθρώπους της βιοπάλης, που δεν είχαν χρήματα να πάνε στα κέντρα και να απολαύσουν τις μεγάλες φίρμες» λέει χαρακτηριστικά στην «Espresso» και αμέσως θυμάται τα λόγια του Γρηγόρη Μπιθικώτση: «Τα χειροκροτήματα που παίρνω εδώ από τα ροζιασμένα χέρια είναι πιο ζεστά και πιο δυνατά. Είναι χειροκροτήματα αγάπης και καρδιάς, ενώ τα χειροκροτήματα που παίρνω από τα μεγάλα κέντρα είναι χειροκροτήματα μέθης».

Ο κόσμος έφευγε από το Ακρον έχοντας ακόμη χρήματα στην τσέπη του. «Είχε πιει την πορτοκαλάδα ή τη λεμονάδα του, είχε διασκεδάσει με γνωστούς καλλιτέχνες και είχε πληρώσει το πολύ 300 δραχμές. Φτάναμε τα 1.800 άτομα τη βραδιά στις δύο παραστάσεις που κάναμε κάθε φορά». Το Ακρον έγινε γρήγορα σημείο αναφοράς για όλη την Αθήνα. Εκεί εμφανίστηκαν σχεδόν όλοι οι σταρ της εποχής. «Ο πρώτος ήταν ο Κοινούσης, που έκανε μεγάλη επιτυχία τότε. Μετά ήρθαν όλοι. Μια μέρα μού λέει η Χάρις Αλεξίου “θα σου φέρω δύο συναδέλφους να τραγουδήσουν μαζί μου και θα τους πληρώσω εγώ από το μεροκάματό μου”. Και ποιοι ήταν; Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Αννα Βίσση». Ακόμα και ο Γιάννης Πάριος του ζήτησε να εμφανιστεί στο Ακρον. «Με πιάνει ο Πάριος και μου λέει “πήρες τον Θέμη Ανδρεάδη, εμένα πότε θα με βάλεις στο Ακρον;”. Του λέω “την άλλη εβδομάδα!”». Ετσι κι έγινε. Ο Μπουρνέλης πιστεύει πως το Ακρον βοήθησε όσο λίγοι χώροι το ελληνικό τραγούδι. «Τότε, στα δύο ραδιόφωνα που υπήρχαν δεν έπαιζαν λαϊκά τραγούδια. Προτιμούσαν τα ελαφρά. Οταν, λοιπόν, οι καλλιτέχνες έρχονταν στο Ακρον και τραγουδούσαν ζωντανά τα τραγούδια τους, την άλλη μέρα γινόταν χαμός στα δισκοπωλεία. Ετρεχε ο κόσμος να αγοράσει τους δίσκους τους» αναφέρει στη συνέχεια της κουβέντας μας.

Νίκος Ξανθόπουλος – Μπουρνέλης

«Τότε μας περίσσευε η αγάπη»

Πέρα, όμως, από τις ιστορίες, τα αστεία και τις αναμνήσεις, ο Γιάννης Μπουρνέλης μιλά με πίκρα για όσα χάθηκαν. «Η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Δεν είμαστε πια τόσο κοντά. Τότε, μας περίσσευε η αγάπη». Ο ίδιος θεωρεί πως η εποχή εκείνη είχε διαφορετικούς ανθρώπινους κώδικες. «Οι ηθοποιοί τότε δεν είχαν έπαρση. Μπορούσες να τους πεις “κάτσε να πιούμε έναν καφέ” και κάθονταν. Παρά τη δόξα τους, παρέμεναν απλοί άνθρωποι». Το Ακρον δεν ήταν μόνο διασκέδαση. Ηταν και προσφορά. «Κάθε εβδομάδα έστελνα πούλμαν και έφερνα παιδιά ΑμεΑ από τους Αγίους Αναργύρους. Να έβλεπες τα χεράκια τους να χειροκροτούν… Αυτή η εικόνα δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου». Και μπορεί να πικραίνεται όταν κάποιοι άνθρωποι «ξεχνούν», όμως η αγάπη του κόσμου παραμένει για εκείνον η μεγαλύτερη δικαίωση.

«Προχθές είχα πάει σε ένα ζαχαροπλαστείο και με σταματά ένας κύριος και μου λέει “κύριε Μπουρνέλη, τι κάνετε; Τι ωραίες στιγμές είχαμε περάσει στο Ακρον!”. Τον ρωτάω τι δουλειά κάνει και μου λέει “είμαι γιατρός. Ερχόμουν τότε που ήμουν φοιτητής και επειδή είχα έρθει από το χωριό μου στην Αθήνα και μέναμε τέσσερις μαζί, δεν είχαμε να φάμε καλά καλά, όχι να διασκεδάσουμε. Στο Ακρον, όμως, μπορούσαμε, με λίγα λεφτά, να πιούμε την πορτοκαλάδα μας και να απολαύσουμε ζωντανά τους αγαπημένους μας τραγουδιστές”».

Οπως σημειώνει: «Η αγάπη του κόσμου είναι πράγματι η μόνη αληθινή αναγνώριση. Απλώς πικραίνεσαι όταν έχεις βοηθήσει ανθρώπους και μετά κάνουν πως δεν σε θυμούνται». Σήμερα, μέσα από το βιβλίο «Γιάννης Μπουρνέλης – Νοσταλγία στο επ’ ΑΚΡΟΝ», ο άνθρωπος που έδωσε γέλιο και διασκέδαση σε γενιές Ελλήνων επιστρέφει στις μνήμες μιας άλλης Αθήνας. Μιας πόλης με λαϊκές πίστες, αναψυκτήρια, πορτοκαλάδες, χειροκροτήματα «καρδιάς» και ανθρώπους που -όπως λέει- «αγαπιούνταν παραπάνω». Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το μεγαλύτερο μυστικό της επιτυχίας του Ακρον: ότι δεν υπήρξε ποτέ ακόμα ένας χώρος διασκέδασης, αλλά μια μεγάλη λαϊκή αγκαλιά.

Θέμης Αδαμαντίδης – Γιάννης Μπουρνέλης

Σταρ μιας άλλης εποχής με θρυλικές ιστορίες

Αν υπάρχει κάτι που κάνει το βιβλίο ξεχωριστό, είναι οι ιστορίες πίσω από τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού. Ο Γιάννης Μπουρνέλης μιλά για όλους με αγάπη, χιούμορ και νοσταλγία. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα τον Μανώλη Αγγελόπουλο. «Τον έβαζα πάντα τον Δεκαπενταύγουστο, γιατί ήξερα ότι οι Ρομά δεν έφευγαν διακοπές. Μια φορά δεν είχε πολύ κόσμο και κοιτούσε από το παραθυράκι προς την πλατεία. Μόλις του είπα ότι ήταν της Παναγίας, μου λέει με τη βαριά χαρακτηριστική φωνή του κάνοντας χιούμορ “μόνο αυτή μπορεί να με συναγωνιστεί εμένα. Κανένας άλλος…”». Οι σατιρικές ατάκες του οικοδεσπότη του αναψυκτηρίου από τη σκηνή έχουν «γράψει» στον χρόνο.

«Ελεγα “ο Μανώλης Αγγελόπουλος είναι αναντικατάστατος. Μαζί του είναι και η Αννα Φωτίου, που τον συνοδεύει στο τραγούδι – γιατί στο κρεβάτι συνοδεύει εμένα”. Ο κόσμος γελούσε και ο Αγγελόπουλος φώναζε “σταμάτα, ρε λιμενεργάτη!”».
Ο Στράτος Διονυσίου ήταν από τους καλλιτέχνες και ανθρώπους που λάτρεψε περισσότερο. «Ολοι μου λείπουν, αλλά περισσότερο ο Στράτος. Ηταν φοβερός μάγκας. Πάντα άψογος, με το κοστούμι και τη γραβάτα του. Ατσαλάκωτος». Θυμάται ακόμη τις ατέλειωτες πλάκες με τον Δημήτρη Μητροπάνο. «Ηταν σπουδαίος. Καλό παιδί, με φοβερό χιούμορ και μοναδική χροιά! Ερχόταν στο μαγαζί, έπινε δύο μπουκάλια ουίσκι, κάπνιζε δύο πακέτα Γκουλουάζ και μετά έβγαινε να τραγουδήσει. Κάναμε μεγάλες πλάκες. Θυμάμαι, είχα ντυθεί νύφη στη σκηνή και του έλεγα “σε θέλω, θα σε πάρω” και μου απαντούσε: “δεν σε θέλω εγώ”. “Γιατί;”. “Γιατί είσαι μεγάλη”. Και του έλεγα “εσύ είσαι πιο μεγάλος κι από το ΟΧΙ του Μεταξά! Και τι αφτιά είναι αυτά που έχεις, σαν ταξί με ανοιχτές τις μπροστινές πόρτες”».

Συγκινητική είναι η αναφορά του και στην Καίτη Γκρέυ, που επίσης πέρασε από το Ακρον. «Πριν από την εποχή του αναψυκτηρίου, όταν συνεργαστήκαμε στο ίδιο κέντρο, όπου εγώ δούλευα ήδη αρκετό καιρό νωρίτερα μαζί με τον παιδικό μου φίλο Γιάννη Πουλόπουλο, θυμάμαι, τα έβγαζα πολύ δύσκολα πέρα. Ο,τι λεφτά έπαιρνα, τα χαλούσα για να επιβιώσω -και δεν ήταν πολλά, αφού δεν ήμουν τραγουδιστής ώστε να έχω τα ανάλογα νυχτοκάματα. Η Γκρέυ μου πρότεινε να μείνω σπίτι της και με φιλοξένησε οκτώ μήνες. Με έπαιρνε μαζί και στις δουλειές της. Ηταν ψυχούλα, πολύ συμπονετικός άνθρωπος. Της έλειπε, βέβαια, η μόρφωση, αλλά γελούσε και η ίδια με αυτό. Θυμάμαι, μια φορά διάβασε σε μια μαρκίζα το “Καίτη Καίτη” και ρώτησε “ποια είναι αυτή η Καίτη που μπήκε πάνω από το δικό μου όνομα, το Γκρέυ;” και της λέγαμε “Καίτη, είναι το όνομά σου”!».

Για τη Ρίτα Σακελλαρίου θυμάται: «Εβγαινα, θυμάμαι, στη σκηνή με μαύρα εσώρουχα και μια τεράστια γραβάτα, και η Ρίτα, η οποία είχε κάνει τότε το μεγάλο σουξέ “Ο κοντός με τη γραβάτα”, φώναζε μέσα στα γέλια της “φύγε από τη σκηνή, θα κατουρηθώ!”».

Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του είχε πάντα η Μαρινέλλα, η οποία, σημειωτέον, δεν εμφανίστηκε ποτέ στο Ακρον. «Δεν έτυχε να έρθει ποτέ, παρότι το ήθελε και είχαμε και μεγάλη φιλία. Μια φορά παραλίγο να συμβεί. Τα είχαμε συμφωνήσει, το ήθελε κιόλας, είχε πάρει και επιταγή για προκαταβολή. Τελικά, όμως, δέχτηκε μια πρόταση για την Κύπρο, όπου θα εμφανιζόταν περισσότερες ημέρες και με πολύ περισσότερα χρήματα, κι έτσι πήγε εκεί. Φυσικά, επέστρεψε την προκαταβολή. Η Μαρινέλλα ήταν σπουδαία και παρέμεινε φίλη μου όλα αυτά τα χρόνια. Οποτε βρισκόμασταν, αγκαλιαζόμασταν και λέγαμε τα νέα μας. Εκπληκτική γυναίκα – έξυπνη, καλλιεργημένη. Ηθελε να γίνει ηθοποιός, όμως τελικά αυτή τη μοναδική φωνή την κέρδισε το τραγούδι. Και δικαίως! Ο χαμός της με συγκλόνισε. Της έγραψα κι ένα γράμμα μόλις έφυγε από τη ζωή».

Γλυκερία – Μπουρνέλης

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι περιπτώσεις καλλιτεχνών που εμφανίστηκαν στο Ακρον αλλά δεν του άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις. «Εκείνος που με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν ο μακαρίτης ο Χρήστος Κυριαζής. Είχε βάλει μέχρι και άνθρωπό του στο ταμείο να ελέγχει τα εισιτήρια. Δεν ταίριαξε με το κλίμα του χώρου. Και δεν τα… έφερε κιόλας. Η Γλυκερία, από την άλλη μεριά, πολύ καλή τραγουδίστρια, αλλά σνομπ. Ενώ ξεκινήσαμε ζεστά, μετά έγινε απόμακρη και άρχισε να σχολιάζει ότι δεν της άρεσε ο χώρος. Μεγάλη φωνή, δεν λέω. Αλλά δεν ήταν και Ελένη Βιτάλη. Δεν έχω γνωρίσει πιο ωραία ψυχή και πιο αληθινή φωνή από τη Βιτάλη. Ο,τι έλεγε, το ένιωθε πραγματικά. Και η Αντζελα Δημητρίου ήταν πάντα μια γλύκα. Ακόμη μιλάμε. Με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει ‘‘Γιάννη μου, γλυκέ μου Γιάννη, δεν θα ξεχάσω ποτέ πόσο ωραία περάσαμε στο Ακρον”.

Πρόσφατα της κανόνισα και πήγε και τραγούδησε στον Βόλο, στον φίλο μου τον Αχιλλέα Μπέο, ο οποίος είναι βέβαια αθυρόστομος, αλλά δεν πειράζει. Δεν είναι και ο μόνος, εξάλλου…». Για τον Θέμη Αδαμαντίδη ο Γιάννης Μπουρνέλης σχολιάζει πως ήταν καλό παιδί. «Μια φορά μου λέει “θέλω να πω το ‘Αγριολούλουδο’. Του απαντώ “τι λες, βρε Θέμη;”. Τότε τραγουδούσε πιο ελαφρά τραγούδια. Εκείνος, όμως, επέμενε. Το είπε τελικά δύο φορές το τραγούδι εκείνο το βράδυ κι έγινε χαμός». Οσο για τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, όπως αναφέρει, «ήταν όνειρο στη συνεργασία του. Τη δεύτερη εβδομάδα έφερε περισσότερο κόσμο από την πρώτη. Τα Παιδιά από την Πάτρα επίσης έφεραν απίστευτο κόσμο. Κρέμονταν από τα δέντρα για να τους δουν. Πολλοί δεν είχαν χρήματα για εισιτήριο και είχαν σκαρφαλώσει στα ντουβάρια του αναψυκτηρίου. Οι σερβιτόροι πήγαν να τους βρέξουν, αλλά τους σταμάτησα. Τους είπα “αφήστε τους να δουν το πρόγραμμα. Δεν έχουν λεφτά, δεν πειράζει”».