Ήταν 6η Αυγούστου του 1992 στη Βαρκελώνη. Η Βούλα Πατουλίδου στάθηκε στην αφετηρία του τελικού των 100μ. με εμπόδια στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι φίλοι του στίβου πανηγύριζαν προκαταβολικά. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που έπαιρνε μέρος σε τελικό αγωνίσματος στον κλασικό αθλητισμό. Ήταν, έτσι κι αλλιώς πετυχημένη. Ήθελε κάτι καλύτερο. Ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί αυτό που έγινε 12 δευτερόλεπτα και 64 εκατοστά μετά την εκκίνησή της: Το χρυσό μετάλλιο σε μια κούρσα που χρειάστηκε το μεγάλο φαβορί, η Αμερικανίδα Γκέιλ Ντέβερς να χτυπήσει στο τελευταίο εμπόδιο, να πέσει στο έδαφος, να σηκωθεί και να καταταγεί 7η.
Η δήλωσή της μετά το αγώνισμα «για την Ελλάδα ρε γαμώτο» έμεινε στην ιστορία. Παράλληλα αποκάλυπτε και την ψυχική της κατάσταση. Η αθλήτρια που ξεκίνησε από τον Τριπόταμο της Φλώρινας, έζησε ένα σωρό δύσκολες καταστάσεις βρισκόταν πλέον στην κορυφή του κόσμου.
Ξεκίνησε τον δρόμο της μέχρι τον τελικό με προκρίσεις που μπορεί να τις χαρακτηρίσει κανείς οριακές σε δύο μέρες. Στις 5/8 έτρεξε προκριματικό και προημιτελικό, στις 6/8 ημιτελικό και τελικό:
- 4η στη σειρά της στον προκριματικό (13.14)
- 3η στη σειρά της στον προημιτελικό (13.05)
- 3η στη σειρά της στον ημιτελικό (12.88)
Όσο ανέβαινε σε προκρίσεις, τόσο έριχνε τι ατομικές της επιδόσεις. Κι αυτή η συνέπεια επιβραβεύτηκε. Πήγε στη Βαρκελώνη με ρεκόρ 13.14 κι επέστρεψε στην Ελλάδα με 12.64!

Στην αυτοβιογραφία της που επιμελήθηκε ο Φρέντυ Γερμανός γράφει για τον τελικό που άφησε άφωνη όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και τον κόσμο όλο…
«Έτοιμες! Νεκρική σιγή στο στάδιο. Μπαμ!
Άφησε αχαλίνωτη όλη την τρέλα που κουβαλούσε τόσο καιρό ερμητικά κλεισμένη στη ψυχή της. Τώρα ήταν η στιγμή που έπρεπε να εξαντλήσει κάθε ικμάδα δύναμης. Πέρασε καλά τα πρώτα δύο, τρία εμπόδια. Δεν είχε μείνει πολύ πίσω. Αυτό ήταν θαυμάσιο, γιατί ήξερε πως σε λίγο τα πόδια της θα έβγαζαν φωτιές. Αν από την αρχή δεν έχανε πολύ έδαφος, τότε μετά τη μέση της κούρσας θα μπορούσε να παλέψει για το δεύτερο πια, το πολυπόθητο ασημένιο μετάλλιο. Σ’ αυτό στόχευε τώρα, μετά την αποχώρηση λόγω τραυματισμού της Ρωσίδας αθλήτριας. Κατάπινε τα εμπόδια το ένα μετά το άλλο, μειώνοντας τη διαφορά της από τις μπροστινές αθλήτριες. Στο έκτο εμπόδιο αναπτερώθηκε το ηθικό της, γιατί ένιωθε πως τις πλησίαζε απειλητικά. Στο έβδομο ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που στη διάρκεια μιας κούρσας σκεφτόταν τόσο καθαρά. Το μετάλλιο ή τίποτα, ορκίστηκε στον εαυτό της.
Από εκείνο το εμπόδιο και για όλα τα υπόλοιπα θα έπαιρνε αργότερα όρκο πως είχαν φυτρώσει στους ώμους της δύο λευκές φτερούγες και στην καρδιά της ένας ολόλαμπρος ήλιος που έφεγγε το διάβα της. Έφτανε τις αντιπάλους της λες και ήταν η μόνη που έτρεχε ενώ εκείνες είχαν σταματήσει να προσπαθούν…
Μόλις πέρασε και το δέκατο εμπόδιο, ξεχύθηκε προς τον τερματισμό. Λίγα μέτρα είχαν μείνει που τη χώριζαν από το θαύμα. Τέσσερα με πέντε μέτρα πριν τον τερματισμό και άκουσε το δεξιό της δικέφαλο να ξεκολλάει από τη ρίζα του. Δεν την ένοιαζε, ας της έφευγε κι ολόκληρο το πόδι, αρκεί να τερμάτιζε. Λίγο πριν περάσει τη νοητή γραμμή του τερματισμού, ένιωσε παρά είδε πως κάτι είχε συμβεί στ’ αριστερά της, προς τη μεριά της Ντέβερς. Οι θεατές ούρλιαζαν στις κερκίδες. Οι δημοσιογράφοι είχαν σηκωθεί από τις καρέκλες τους και είχαν ανέβει στα τραπέζια ποδοπατώντας τα γραπτά τους.

Δεν ήταν ανάμεσα στις τελευταίες. Όχι. Είχε τερματίσει σε θέση καλή. Δεν γνώριζε πόσο καλή, γι’ αυτό με σηκωμένα χέρια και πανηγυρίζοντας γύρισε να ρωτήσει τους Έλληνες δημοσιογράφους. Ότι κι αν είχε βγει, σίγουρα ήταν πολύ καλό και συνοδευόταν από πολύ καλό χρόνο, αν το συνέκρινε με το σταματημένο στα 12’’64 χρονόμετρο του σταδίου…
Επικέντρωσε την προσοχή της στη μεγάλη οθόνη του σταδίου, που εκείνη τη στιγμή έδειχνε τη κούρσα της. Με αγωνία έβλεπε όλες τις αθλήτριες να αγωνίζονται για μία από τις τρεις θέσεις του βάθρου. Όλη η δεξιά της μεριά έκαιγε από τον πόνο. Είχε φαίνεται περάσει η δράση της παυσίπονης ένεσης. Να λοιπόν τι είχε γίνει με την Ντέβερς. Είχε σκοντάψει πάνω στο δέκατο εμπόδιο κι έπεσε. Έβλεπε όμως τον εαυτό της να τρέχει ακάθεκτα προς τον τερματισμό. Λες, λες πράγματι να ήταν αλήθεια αυτό που της είχαν πει οι δημοσιογράφοι; Μα όχι, είχαν κάνει κάποιο λάθος. Δεν ήταν δεύτερη. Ήταν πρώτη. Ναι! Ναι! Ναι! Ναι! Ήταν πρώτη. Δικός της ήταν ο χρόνος των 12’’64. Είχε τρελαθεί από τη χαρά, νόμιζε πως θα πάθει εγκεφαλικό. Χοροπηδούσε σαν τρελή. Πήγαινε μπρος πίσω, δεξιά αριστερά, μην ξέροντας πως να εκφράσει τη χαρά της και τρελαίνοντας φυσικά και τους κάμεραμαν, που προσπαθούσαν να καταγράψουν κάθε λεπτό, κάθε αντίδρασή της. Είχαν ξεχάσει και το μήκος των ανδρών, είχαν ξεχάσει τα πάντα μπροστά στη μεγαλύτερη έκπληξη των Ολυμπιακών αγώνων από το ξεκίνημά της. Την είχε πετύχει αυτή η άσημη Ελληνίδα εμποδίστρια….»
Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.









