Αληθινές ιστορίες για όσκαρ

Τα πραγματικά πρόσωπα πίσω από έξι ταινίες που διεκδικούν τα πολυπόθητα αγαλματίδια και ο λόγος που το Hollywood ψηφίζει την… ζωή.


Αυτό που συμβαίνει στις φετινές υποψηφιότητες των Οσκαρ στην εξέχουσα κατηγορία Καλύτερη Ταινία δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ στην 85χρονη πορεία των πολυπόθητων αγαλματιδίων. Οι αληθινές ιστορίες ήταν ανέκαθεν η αδυναμία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, γι’ αυτό και συχνά τα βραβεία της απονεμήθηκαν σε φιλμ που βασίζονταν σε πραγματικά πρόσωπα. Για πρώτη φορά, ωστόσο, σήμερα οι κριτές έχουν να αντιμετωπίσουν το εξής φαινόμενο: έξι στις εννέα υποψηφιότητες βασίζονται σε ιστορικά δρώμενα. Και το ερώτημα είναι: «γιατί»;


Eμπειροι αναλυτές της κινηματογραφικής βιομηχανίας επιχειρούν από την ώρα που ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες να δώσουν πιθανές απαντήσεις. Eνας ήρωας από την πραγματική ζωή προσθέτει σαγήνη στην ταινία. Οι κινηματογραφόφιλοι επιλέγουν πιο εύκολα να δουν μια ιστορία που ήδη γνωρίζουν. Η αφήγηση μιας ιστορίας είναι πιο εύκολη, αν ήδη ξέρεις τι έχει συμβεί. Αυτές είναι μερικές από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί, αν και οι περισσότεροι τείνουν να συμφωνήσουν ότι η ουσία βρίσκεται στο πόσο εύκολα μπορείς να μεταδώσεις ένα μήνυμα, αν ο θεατής γνωρίζει πως αυτό που του περιγράφεις δεν βρίσκεται στη σφαίρα της μυθοπλασίας, αλλά έχει ήδη συμβεί σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο. Και δίνουν το σχετικό παράδειγμα: «Στο “Dallas Buyers Club” ένας ομοφοβικός νοσεί με AIDS και μαθαίνει να συμπονά τους ομοφυλοφίλους. Αν αυτό ήταν φανταστική ιστορία, οι θεατές θα σκέφτονταν: αυτό είναι χειραγώγηση, είναι κάτι πολύ τραβηγμένο. Αλλά τώρα λένε: αυτό είναι η πραγματικότητα. Συνεπώς το “κλειδί” είναι τα αληθινά πρόσωπα πίσω από τον ρόλο».


American Hustle: (Υποψήφια για 10 Οσκαρ). Το υλικό στο οποίο βασίζεται η ταινία είναι μια γνωστή επιχείρηση του FBI, που διασκευάζεται ελαφρώς. Πρόκειται για την υπόθεση «Abscam», που τη δεκαετία του ’70, λίγο μετά το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, έδωσε ακόμη ένα ταρακούνημα στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ. Ο γερουσιαστής του Νιου Τζέρσεϊ Αντζελο Ερικέτι, στον οποίο και βασίζεται ο ρόλος που υποδύεται ο Τζέρεμι Ρένερ, με μια σειρά ακόμη από κυβερνητικά στελέχη συγκρότησε ένα πολυδαίδαλο δίκτυο διαφθοράς που επιδιδόταν σε σωρεία παράνομων δραστηριοτήτων. Ο Μέλβιν «Μελ» Γουάινμπεργκ, στον οποίο βασίζεται ο ρόλος του Κρίστιαν Μπέιλ, ήταν ο άνθρωπος που χρησιμοποίησε το FBI νομίζοντας ότι κινείται προς την εξολόθρευση κυκλώματος διακίνησης κλοπιμαίων, ενώ τελικά η επιχείρηση μετατράπηκε σε έρευνα διαφθοράς δημόσιων λειτουργών. Η Τζένιφερ Λόρενς υποδύεται ουσιαστικά τη σύζυγό του Μαρί, ενώ ο χαρακτήρας του Μπράντλεϊ Κούπερ είναι βασισμένος στον Αντονι Αμορόζο τζούνιορ, που επίσης ενεπλάκη στην υπόθεση Abscam.


12 Years A Slave: (Υποψήφια για 9 Οσκαρ). Ο Τσιούετελ Ετζιόφορ υποδύεται τον Σόλομον Νόρθαπ, που γεννήθηκε ελεύθερος, γιος ενός σκλάβου που είχε απελευθερωθεί, το 1808 στη Μινέρβα, στην κομητεία του Εσεξ στη Νέα Υόρκη. Διάσημος για τις ικανότητές του στο βιολί ζούσε ήρεμα με την οικογένειά του, ώσπου εξαπατήθηκε το 1841 από δύο άνδρες, που τον νάρκωσαν και τον πούλησαν ως σκλάβο στη Λουιζιάνα. Οπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, οι απαγωγείς του τον ονόμασαν Πλατ Χάμιλτον και τον κρατούσαν τον πρώτο καιρό στο Κίτρινο Σπίτι, τον πιο γνωστό οίκο πώλησης σκλάβων, ένα τετράγωνο μακριά από το Καπιτώλιο. Κατέληξε στα χέρια του σκληρού Εντουιν Ιπς -τον ρόλο αυτό έχει ο Μάικλ Φασμπέντερ-, έζησε τη φρίκη και τη βιαιότητα και τελικά τον έσωσε ο Σάμουελ Μπας (τον οποίο υποδύεται ο Μπραντ Πιτ), που στέλνοντας στη Νέα Υόρκη επιστολές τράβηξε την προσοχή του δικηγόρου Χένρι Νόρθαπ, συγγενούς του πρώην ιδιοκτήτη του πατέρα του Σόλομον. Η οικογένειά του επικαλέστηκε τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Ουάσινγκτον Χαντ και τελικά ο Νόρθαπ ανέκτησε την ελευθερία του στις 3 Ιανουαρίου 1853 και επέστρεψε στην οικογένειά του στη Νέα Υόρκη.


Captain Phillips: (Υποψήφια για 6 Οσκαρ). Ο Τομ Χανκς υποδύεται τον καπετάνιο Ρίτσαρντ Φίλιπς και ο πρωτοεμφανιζόμενος Μπαρχάντ Αμπντί τον αρχηγό των πειρατών, Μους. Η ταινία αφηγείται την ιστορία πειρατείας του πλοίου «Μάερσκ Αλαμπάμα» στον Ινδικό Ωκεανό και την απαγωγή του καπετάνιου του, μένοντας κυρίως στη σχέση μεταξύ των δύο αντρών. Το φορτηγό πλοίο «Μάερσκ Αλαμπάμα» έκανε τη διαδρομή Ομάν – Μομπάσα (Κένυα), όταν στις 8 Απριλίου του 2009 δέχτηκε την επίθεση των πειρατών, 145 μίλια μακριά από τις σομαλικές ακτές. Η πειρατεία, που συγκλόνισε την Αμερική, ήταν το πρώτο σύγχρονο περιστατικό κατάληψης αμερικανικού πλοίου. Η Κάθριν Κίνερ υποδύεται τη σύζυγο του Φίλιπς, Αντρεα, που αγωνιά για την τύχη του άντρα της πίσω στην πατρίδα, για να τον υποδεχτεί τελικά σώο, ύστερα από παρέμβαση των ειδικών αμερικανικών δυνάμεων. Ο Ρίτσαρντ Φίλιπς λίγους μήνες αργότερα εξέδωσε και βιβλίο για την πειρατεία, του οποίου τα δικαιώματα εξασφάλισαν οι παραγωγοί της ταινίας.


Dallas Buyers Club: (Υποψήφια για 6 Οσκαρ). Ο Μάθιου ΜακΚόναχι υποδύεται τον Ρον Γούντρουφ, που το 1986, σε ηλικία 30 ετών, διαγνώστηκε με ΑΙDS, με τους γιατρούς να του δίνουν ακόμη λίγους μήνες ζωής. Αντί να δεχτεί παθητικά την κατάσταση κι ενώ στις ΗΠΑ η αντιμετώπιση της νόσου ήταν ακόμη στα σπάργανα, ο Γούντρουφ άρχισε να ερευνά θεραπευτικές μεθόδους και συνδυασμούς φαρμάκων, αναζητώντας λύσεις σε όλον τον κόσμο και δοκιμάζοντας φάρμακα εκτός των καταλόγων του Αμερικανικού Οργανισμού Φαρμάκων, ακόμη και σκευάσματα που βρίσκονταν σε πειραματικό στάδιο.


Η προσπάθειά του έγινε γρήγορα γνωστή και ασθενείς του AIDS άρχισαν να ψάχνουν τις θεραπείες που είχε δοκιμάσει ο ίδιος. Κάπως έτσι, ο Γούντρουφ τον Μάιο του 1988 δημιούργησε αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως «Dallas Buyers Club», εισάγοντας σκευάσματα από χώρες εκτός ΗΠΑ και στέλνοντάς τα σε ασθενείς του πλανήτη. Αψηφώντας τις αντιδράσεις του Αμερικανικού Οργανισμού Φαρμάκων και των άλλων φορέων, το κλαμπ άνθησε δημιουργώντας ένα τεράστιο δίκτυο πωλητών και αγοραστών, αλλά ο ιδρυτής του υπέκυψε στη νόσο έξι χρόνια μετά τη διάγνωση. «Είμαι ο γιατρός του εαυτού μου» είχε πει κάποια στιγμή στους δημοσιογράφους και μπροστά τους είχε «συνταγογραφήσει» τρία διαφορετικά πειραματικά φάρμακα, που τόνισε ότι τον βοήθησαν να επεκτείνει το προσδόκιμο ζωής του.


The Wolf of Wall Street: (Υποψήφια για 5 Οσκαρ). Με όνειρο να γίνει οδοντίατρος, ο Τζόρνταν Μπέλφοντ, τον οποίο υποδύεται ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, κατέληξε, αντί για ιατρική ποδιά, να φορά κοστούμια στη Γουόλ Στριτ, παρασυρμένος από την εικόνα ενός γνωστού του χρηματιστή που τον περιγράφει στο βιβλίο του ως «εκ προοιμίου χαμένο», αλλά καλοπληρωμένο, με σκάφη και Φεράρι. Την πρώτη ημέρα του ως διπλωματούχος χρηματιστής, στις 19 Οκτωβρίου του 1987, η χρηματαγορά της Νέας Υόρκης κατέρρευσε, με αποτέλεσμα η τράπεζα που τον είχε προσλάβει, η Λ.Φ. Ρόθτσιλντ, να πτωχεύσει!


Ο Μπέλφορντ, χωρίς καν να διανοηθεί να τα παρατήσει, έκανε συμφωνία με τη Στράτον Σεκιούριτις, ανέλαβε το παράρτημα στο Λονγκ Αϊλαντ και έπειτα από περίπου μία πενταετία είχε ήδη μετακομίσει σε πολυτελή γραφεία. «Ημουν ο πιο ταλαντούχος πωλητής του κόσμου» γράφει στο δεύτερο βιβλίο του εξηγώντας πως είχε εκπαιδεύσει έναν στρατό νεαρούς να εξασκούν τέτοιες τακτικές σε επενδυτές που να τους αναγκάζουν να αγοράζουν υπερτιμημένους τίτλους χωρίς καμία αξία. Παράλληλα, απολάμβανε την τέλεια χλιδή, έως τη στιγμή που το FBI τον συνέλαβε για ξέπλυμα χρήματος και για απάτη. Αντί να μπει 30 χρόνια φυλακή, μπήκε σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων προσφέροντας εμπειρία στο FBI για παρόμοιες περιπτώσεις, ενώ το δικαστήριο τον υποχρέωσε να καταβάλει 110.000.000 δολάρια σε όσους εξαπάτησε. Σήμερα δίνει διαλέξεις και είναι εκπαιδευτής πωλήσεων.


Philomena: (Υποψήφια για 4 Οσκαρ). Η ντέιμ Τζούντι Ντεντς υποδύεται τη Φιλομένα Λι, την Ιρλανδή έφηβη που το 1952 έχοντας μείνει έγκυος αναγκάστηκε από την αυστηρή, καθολική οικογένειά της να κλειστεί σε μοναστήρι. Οι καλόγριες της πήραν το παιδί και το έδωσαν για υιοθεσία στην Αμερική, η Φιλομένα όμως δεν ξέχασε ποτέ το αγγελούδι της. Πέρασε 50 χρόνια από τη ζωή της ψάχνοντας μάταια για τον γιο της, ώσπου ανακάλυψε πως ο Αντονι, όπως εκείνη τον είχε ονομάσει, είχε πάρει το όνομα Μάικλ Χες και ήταν δικηγόρος στην Εθνική Δημοκρατική Επιτροπή στη δεκαετία του ’80, ενώ πέθανε από AIDS στην ηλικία των 43 ετών. «Ηταν σαν να τον έχανα για δεύτερη φορά» λέει η ίδια, τονίζοντας ότι ελπίζει πως η ταινία που θα κάνει διάσημη την ιστορία της θα της δώσει την ευκαιρία να βοηθήσει άλλες Ιρλανδές μητέρες που αναζητούν τα χαμένα τους παιδιά. Ακριβώς γι’ αυτόν τον στόχο, δημιούργησε με την κόρη της Τζέιν Λίμπερτον το «Πρόγραμμα Φιλομένα», μια καμπάνια που ζητεί από τις ιρλανδικές Αρχές να ανοίξει τους φακέλους των χιλιάδων παιδιών που δόθηκαν για υιοθεσία από την Καθολική Εκκλησία.

{{-PCOUNT-}}4{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ