Σε δέσμευση του συνόλου της περιουσίας του γκαλερίστα Γιώργου Αλέξανδρου Τσαγκαράκη και της εταιρείας «GT Gallery Τσαγκαράκης ΕΠΕ» προχώρησε η Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος, μετά τα ευρήματα της κύριας ανάκρισης και της αστυνομικής προανάκρισης. Σύμφωνα με τις Αρχές, ο κατηγορούμενος φέρεται να είχε αναπτύξει πολυεπίπεδη δραστηριότητα στον χώρο της τέχνης, η οποία εκτιμάται ότι ξεπερνούσε τα όρια της νόμιμης εμπορικής δραστηριότητας. Ειδικότερα, αποδίδεται στον ίδιο ότι μέσω της εταιρείας του διέθετε προς πώληση αρχαία και νεότερα κινητά μνημεία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χωρίς τη νόμιμη διαδικασία, ενώ παράλληλα φέρεται να διακινούσε έργα τέχνης αμφίβολης ή και αποδεδειγμένα μη γνήσιας προέλευσης, παρουσιάζοντάς τα ως αυθεντικά.

Η υπόθεση άρχισε να εξελίσσεται έπειτα από καταγγελίες αγοραστών, οι οποίοι φέρονται να εξαπατήθηκαν, πιστεύοντας ότι αποκτούσαν έργα σημαντικών καλλιτεχνών. Έρευνες σε χώρους που χρησιμοποιούσε ο γκαλερίστας σε Κολωνάκι και Γλυφάδα αποκάλυψαν, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, μεγάλο αριθμό έργων τέχνης, εκ των οποίων ελάχιστα κρίθηκαν γνήσια. Παράλληλα, στο μικροσκόπιο των Αρχών βρέθηκαν αντικείμενα ιδιαίτερης πολιτιστικής αξίας, όπως βυζαντινές εικόνες και παλαιά κειμήλια. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα, το οποίο φέρεται να εντοπίστηκε κρυμμένο. Η παρουσία των αντικειμένων αυτών εξετάζεται στο πλαίσιο ενδεχόμενης παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων.
Στο οικονομικό σκέλος, κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν περισσότερα από 193.000 ευρώ και 32.000 δολάρια ΗΠΑ από χώρους της επιχείρησης, ενώ επιπλέον 19.000 ευρώ εντοπίστηκαν σε όχημα του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το σκεπτικό της διάταξης, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ποσά αυτά αποτελούν προϊόν εγκληματικών πράξεων, που σχετίζονται με διακίνηση πλαστών έργων τέχνης, υπεξαίρεση πολιτιστικών αγαθών και απάτη που φέρεται να υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να επιχειρούσε να «νομιμοποιήσει» τα επίμαχα ποσά, ενσωματώνοντάς τα σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες, καθώς και η πιθανή διοχέτευσή τους σε τρίτους.

Με τη σχετική διάταξη προβλέπεται η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, τίτλων και επενδυτικών προϊόντων, καθώς και του περιεχομένου θυρίδων θησαυροφυλακίου, με παράλληλη απαγόρευση ανοίγματός τους. Τα μέτρα επεκτείνονται και σε κοινούς λογαριασμούς με τρίτους, με εξαίρεση ποσά που αφορούν βασικές ανάγκες διαβίωσης, λειτουργικά έξοδα, νομική υποστήριξη και μισθούς ή συντάξεις.
