Υπάρχουν μέρες που η πιο παρήγορη συντροφιά δεν είναι οι φίλοι, οι εραστές ή η οικογένεια, αλλά οι άγνωστοι. Εκείνοι οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας για λίγα δευτερόλεπτα, λίγα λεπτά ή και δευτερόλεπτα, χωρίς να γνωρίζουν το όνομά μας, χωρίς να ξέρουν την ιστορία μας, χωρίς να χρωστάμε τίποτα ο ένας στον άλλον.
- Από τη Γεωργία Δρακάκη
Τους συναντάμε παντού. Στο λεωφορείο, όταν γυρίζουμε εξαντλημένοι από τη δουλειά και παρατηρούμε τα πρόσωπα γύρω μας μέσα από τη μουσική των ακουστικών μας. Στο φανάρι, σε μια ουρά σούπερ μάρκετ, σε ένα παγκάκι πάρκου. Καμιά φορά, λοιπόν, θυμόμαστε ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτήν την πόλη. Η γοητεία των σύντομων συζητήσεων, των βλεμμάτων-αστραπή, των φευγαλέων χαμόγελων. Ανταλλάσσεις μια κουβέντα με κάποιον που βγάζει βόλτα τον σκύλο του. Γελάτε με ένα αμήχανο αστείο. Μοιράζεστε για λίγο την ίδια διαδρομή. Και ύστερα χωρίζουν οι δρόμοι σας. Μπορεί να μην ξαναβρεθείτε ποτέ στη ζωή. Και αυτό είναι το ωραίο.

Δεν υπάρχει συνέχεια να διαχειριστείς. Καμία υποχρέωση. Καμία προσδοκία. Μόνο η καθαρή εμπειρία της συνάντησης. Η υπενθύμιση ότι υπάρχουμε ταυτόχρονα πάνω στον ίδιο χάρτη, ως περαστικοί, ως νομάδες μιας κοινής καθημερινότητας. Σαν τα ζώα που αναγνωρίζουν για μια στιγμή το ένα την παρουσία του άλλου και μετά συνεχίζουν τον δρόμο τους. Τα κατάλαβα όλα αυτά όταν βρέθηκα αντιμέτωπη πρώτη φορά με ένα βαρύ ερωτικό πένθος. Εκείνη την άνοιξη, και στις αρχές του καλοκαιριού, κυκλοφορούσα στην πόλη σαν άνθρωπος που είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Εκλαψα σε στάσεις λεωφορείων. Σε παγκάκια. Σε πεζοδρόμια. Υπήρξαν στιγμές που η λύπη έμοιαζε τόσο μεγάλη, ώστε να μη χωράει μέσα στο σώμα μου.
Οι περισσότεροι άνθρωποι περνούσαν δίπλα μου και συνέχιζαν τον δρόμο τους. Δεν τους αδικώ. Ετσι λειτουργεί η πόλη. Ομως υπήρξαν και κάποιοι άλλοι. Μια γυναίκα που με ρώτησε αν είμαι καλά. Ενας ηλικιωμένος που στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια. Κάποιος που μου πρόσφερε νερό. Κάποιος που απλώς περίμενε την απάντησή μου πριν φύγει.

Δεν θυμάμαι τα πρόσωπά τους. Δεν ξέρω τα ονόματά τους. Κι όμως, με έναν παράξενο τρόπο, τους κουβαλώ ακόμη μέσα μου. Γιατί υπάρχουν στιγμές που οι άγνωστοι γίνονται οι πιο αυθεντικοί μάρτυρες της ζωής μας. Ισως να υπάρχει πράγματι ένας μικρός άγιος που περιπλανιέται στις πόλεις του κόσμου. Στα λεωφορεία, στις πλατείες, στα παγκάκια και στα πεζοδρόμια. Ενας άγιος χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο, χωρίς δόγμα.
Ο Αγιος Αγνωστος. Και η θαυματουργή του δύναμη είναι ότι μας θυμίζει, έστω για μια στιγμή, την κοινή μας, ανθρώπινη μοίρα.








