Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Συναγερμός για το δημογραφικό: Η Ελλάδα γεννά σχεδόν τα μισά παιδιά σε σχέση με το 2009

13/07/2026 - 15:02 | | 4 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Βαθιές και ανησυχητικές είναι οι αλλαγές που έχουν καταγραφεί στη γεννητικότητα της Ελλάδας τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με τα στοιχεία να αποτυπώνουν μία δημογραφική υποχώρηση που πλέον δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως στατιστική λεπτομέρεια, αλλά ως μείζον κοινωνικό και εθνικό ζήτημα.

Σύμφωνα με όσα επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρωνας Κοτζαμάνης, οι γεννήσεις στη χώρα έχουν μειωθεί δραματικά. Από τις 117.600 γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2008-2009, η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα κινηθεί στις περίπου 65.000 γεννήσεις την περίοδο 2025-2026, καταγράφοντας πτώση της τάξης του 44%.

Την ίδια ώρα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιών συνεχίζει να αυξάνεται. Από τα 30,2 και 30,3 έτη το 2008 και το 2009, φθάνει πλέον στα 32,2 και 32,3 έτη για το 2025 και το 2026. Η τεκνογονία μετατίθεται σταθερά σε μεγαλύτερες ηλικίες, την ώρα που ο αριθμός των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία περιορίζεται.

Καθοριστικό ρόλο στη σημερινή εικόνα έχει παίξει η μείωση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1960. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου 2 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 απέκτησαν λιγότερα από 1,5. Παράλληλα, οι γυναίκες ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκαν κατά 480.000, δηλαδή κατά 28%, ανάμεσα στο 2008-2009 και το 2025-2026.

Η μείωση αυτή, όπως εξηγείται, συνδέεται τόσο με το γεγονός ότι μετά το 1980 γεννιούνται λιγότερα παιδιά, άρα και λιγότερα άτομα φθάνουν σήμερα σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας, όσο και με τη μετανάστευση της τελευταίας δεκαπενταετίας. Από τη χώρα έφυγαν όχι μόνο νέοι Έλληνες παραγωγικών ηλικιών, αλλά και αλλοδαποί που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά το 1990.

Οι αλλαγές δεν περιορίζονται μόνο στον αριθμό των γεννήσεων. Οι δείκτες γονιμότητας έχουν μειωθεί από 1.500 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες την περίοδο 2008-2009 σε περίπου 1.240 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 2025-2026. Την ίδια περίοδο, οι εκτός γάμου γεννήσεις έχουν υπερδιπλασιαστεί, από 7.400 σε 17.800, ενώ εκτιμάται ότι 10 στα 100 παιδιά γεννιούνται πλέον με μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Ιδιαίτερα υψηλό παραμένει και το ποσοστό των γεννήσεων με καισαρική τομή, καθώς 63 στα 100 παιδιά έρχονται στον κόσμο με αυτόν τον τρόπο. Παράλληλα, μία στις επτά γεννήσεις της περιόδου προέρχεται από αλλοδαπές μητέρες, στοιχείο που δείχνει πως η μεταναστευτική παρουσία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημογραφική εικόνα της χώρας.

Μεγάλη μεταβολή καταγράφεται και στην ηλικία των μητέρων. Σήμερα, μόλις το 30% των γεννήσεων προέρχεται από γυναίκες κάτω των 30 ετών, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 43% το 2008-2009 και 78% το 1980. Αντίθετα, οι γεννήσεις από γυναίκες 40 ετών και άνω έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί σε σχέση με το 2008-2009 και έχουν εξαπλασιαστεί σε σχέση με το 1980.

Ενδεικτικό της μετατόπισης αυτής είναι ότι ανάμεσα στο 2008-2009 και το 2025-2026 οι γεννήσεις αυξήθηκαν μόνο στις ηλικίες 40-44 και 45-49 ετών, ενώ μειώθηκαν σε όλες τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες.

Ο Βύρωνας Κοτζαμάνης αποδίδει τις αλλαγές στη γρήγορη μείωση της γονιμότητας, αλλά και στη διαρκή μετάθεση της τεκνογονίας σε μεγαλύτερες ηλικίες. Σε αυτό συνέβαλαν και οι σημαντικές εξελίξεις στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, στις οποίες καταφεύγουν ολοένα και περισσότερα ζευγάρια που αποφασίζουν αργότερα να αποκτήσουν παιδιά.

Οι μεταβολές αυτές δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Παρατηρούνται, σε διαφορετική ένταση, σε πολλές ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Η αύξηση του ατομικισμού, η αστικοποίηση, η μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας, η μακρύτερη παραμονή των νέων στην εκπαίδευση, η εργασιακή αστάθεια, η δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία και το αυξανόμενο κόστος ανατροφής ενός παιδιού έχουν αλλάξει ριζικά το οικογενειακό τοπίο.

Ωστόσο, η Ελλάδα διαφοροποιείται αρνητικά, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία, είχε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση γεννήσεων μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. των 27, εξαιρουμένων των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, τόσο από το 1980 έως το 2008-2009 όσο και από το 2008-2009 έως το 2025-2026.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο βαριά αν συνυπολογιστούν οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας, της μείωσης των πραγματικών εισοδημάτων και, μετά το 2020, της στεγαστικής κρίσης, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου είναι συγκεντρωμένες οι νεότερες γενιές.

Όπως υπογραμμίζει ο Βύρωνας Κοτζαμάνης, η απουσία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών ενίσχυσε την ανασφάλεια των νεότερων γενεών για το μέλλον, επηρεάζοντας αναπόφευκτα τόσο τη δημιουργία οικογένειας όσο και την απόφαση για τεκνοποίηση.