«Είδα στην πόρτα της κουζίνας τον νεκρό πατέρα μου»

Η συγκλονιστική αφήγηση της Μάρως Κοντού. Η ιστορία (γεμάτη έρωτα και πάθη) της μητέρας της, το παιδί που δεν έκανε, οι γάμοι και τα πρώτα βήματά της στο θέατρο

Πρώτες βροχές στις κομψές γειτονιές της Αθήνας. Γκρι – καφέ απόνερα, αχνιστή άσφαλτος και ξεπλυμένα πεζοδρόμια. Στο φωτεινό διαμέρισμά της η Μάρω Κοντού έχει λιακάδα. Μια λιακάδα που ξεχύνεται από το κίτρινο – πορτοκαλί της καφτάνι, το πρόσωπό της και κυρίως το μυαλό της, που μοιάζει να μην έχει ποτέ συννεφιές. Εργα τέχνης -καθόλου φλύαρα και επιδειξιομανή- στους τοίχους.

ΑΠΟ ΤΗΝ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Ζωγράφος η ίδια, αλλά δεν είναι τα δικά της! «Μου αρέσει να τα χαρίζω» λέει. Εχει σκουρύνει τα μαλλιά της για τις ανάγκες ενός ρόλου που σηματοδοτεί την κεφάτη επιστροφή της στο θέατρο. «Ο Κακλέας σκηνοθετεί το “Nine”, που θα ξεκινήσει στο θέατρο Pantheon από τις 28 Οκτωβρίου, ένα μιούζικαλ βασισμένο στην ταινία “8 1/2” του Φεντερίκο Φελίνι. “Κάνεις μια Ιταλίδα μάνα”, μου είπε, “κατάξανθη Ιταλίδα δεν πάει!” Ε! Δεν πάει!» Στο πλευρό της μεγάλης κυρίας του κινηματογράφου θα βρεθούν ο θεατρικός γιος της Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, η Κατερίνα Λέχου, η Νάντια Μπουλέ, η Ελενα Παπαρίζου, η Τάνια Τρύπη και η Κατερίνα Παπούτσακη.

Το περασμένο βράδυ από τη συνάντησή μας ξενύχτησε για να δει τα αποτελέσματα των εκλογών. «Γιατί άφησα την πολιτική έπειτα από δύο εκλογές, αλλά σχεδόν ενάμιση χρόνο μόλις στο Κοινοβούλιο; Γιατί πολύ απλά δεν κάνω εγώ για αυτήν! Τώρα λέω μακάρι να τα καταφέρει ο Τσίπρας, για το καλό της χώρας!

Ομως όλοι λίγο πολύ φταίξαμε για την Ελλάδα, για να τη χαλάσουμε. Από το σκουπίδι στα πεζοδρόμια που πετάξαμε και την αγένεια μέχρι τη διαφθορά για την οποία σωπάσαμε. Βλέπεις ασχημία παντού. Στους δρόμους, στα τραγούδια, στις σχέσεις των ανθρώπων. Εχει σχέση αυτή η Ελλάδα με εκείνη του ’60; Χρειάζεται οργάνωση, αφοσίωση, εργατικότητα, συνεννόηση, συναίσθηση, αισθητική και προσήλωση. Τι κάναμε όλοι και φυσικά οι πολιτικοί πρώτα απ’ όλα; Σκατά τα κάναμε!»…

Πάμε rewind; Μια φορά και έναν καιρό στο Κουκάκι ήταν ένα πολύ ωραίο κορίτσι, που στα 16 του το αγαπούσαν παθιασμένα δύο αγόρια…
Η μαμά μου, φαίνεται, άφηνε ελπίδες και στους δύο! Ηταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας, γι’ αυτό τη φώναζαν πάντα Μπέμπι, με καταγωγή από τη Σμύρνη. Ενα απογευματάκι, που εκείνη τέλειωνε το σχολειό, στήσανε και οι δύο καρτέρι και της ζήτησαν να διαλέξει. Ο πατέρας μου, 18 χρόνων, φορούσε μακρύ παντελόνι και σακάκι, τη στολή του σχολείου του. Ο άλλος ήταν με κοντό παντελονάκι. Κάπως της φάνηκε αυτό και έδειξε ντροπαλά, με το κεφάλι σκυμμένο και ένα αδιόρατο, δειλό νεύμα του χεριού της τον μπαμπά. Μόνο ασπρόμαυρες, μικρές φωτογραφίες έχω από αυτόν. Πάντα ρώταγα πώς ήταν; Πώς γέλαγε; Χειρονομούσε; Η αδελφή μου, πέντε χρόνια μεγαλύτερη, λέει πως του μοιάζω στο πώς πιάνανε τα χέρια του και έφτιαχνε με το τίποτα ομορφιά.
Μια φορά, λέει, ήταν η γιορτή της μαμάς. Βγήκε στον κήπο και με κάτι βέργες και φωτιά φώτισε ένα τεράστιο καλλιγραφικό «Χρόνια Πολλά» μέσα στο σκοτάδι για εκείνη. Τον είχαν στο «Σωτηρία». Παιδί να πλησιάσει και από μακριά απαγορευόταν. Ημουν δυόμισι χρόνων όταν πέθανε. Δεν έχω ούτε μια μνήμη! Με σημάδεψε η απουσία του. Φαίνεται πάντα έψαχνα πατέρα στους άντρες, αλλά αυτοί δεν έδειχναν διατεθειμένοι να αναλάβουν τον ρόλο! Στα αφάνταστα ζόρια της ζωής, πάντα του απευθύνομαι. «Να σε έβλεπα πέντε λεπτά, μόνο!», «Πώς να μύριζες;», «Τι χρώμα να ‘χε η επιδερμίδα και τα μάτια σου;». Πάντα απορία και εικόνα μόνο στο ασπρόμαυρο, κακοτυπωμένων παλιών φωτογραφιών… Μια φορά τον «είδα», πριν από τον δεύτερο γάμο μου…

«Οταν τους είπα ότι θέλω να βγω στη σκηνή η γιαγιά μου εμφανίστηκε απειλητικά μπροστά μας. Μου έριξε ένα βλέμμα κέρβερου και μου είπε: “Φτου σου, πουτανάκι”»!

14g54t32wty5
Ξέρω για τον γάμο με τον μέγα Αριστείδη Καρύδη Φουκς, αλλά ο δεύτερος; Ποιος ήταν;
Δεν τον ξέρετε, δεν ασχολούνταν με τον χώρο. Τότε συνέβη κάτι που μπορείς να το ορίσεις ως μεταφυσικό, αν και δεν πιστεύω σε αυτά και έχω μια εξήγηση. Μία μέρα πριν από τον γάμο μας θέλησα να είμαστε χωριστά, τάχα για το έθιμο. Μάλλον ήθελα να ξεκουραστώ, να φτιάξω τα νύχια μου, να αφοσιωθώ με νωχέλΕια στη νυφική μου προετοιμασία. Εκανα ένα καυτό μπάνιο και ξάπλωσα με τις ώρες στην μπανιέρα, μέσα σε αρώματα και αφρόλουτρα. Με πήρε τηλέφωνο. «Ερχομαι από κει να πιούμε ένα ουίσκι». Με το μπουρνούζι και τα μαλλιά τυλιγμένα στην πετσέτα καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας. Ξαφνικά κοίταξα στην ανοιχτή πόρτα, σαν καμάρα από πίσω του. 

Αρχισα να φωνάζω προτού αναλυθώ σε λυγμούς και καταρρεύσω: «Μην τρομάξεις… ο μπαμπάς μου είναι πίσω σου»! Ταλαντευόταν η φιγούρα του πατέρα μου στην πόρτα, με κοίταζε σοβαρά, βουβά και… ασπρόμαυρα! Σημείωσα το ύψος που τον είδα στην πόρτα. Ηταν στο 1,74 μ. Οσο ο μπαμπάς. Φορούσε σκληρό πουκάμισο και πλεκτή γραβάτα στερεωμένη από κάτω με μια παραμάνα και ριγέ κοστούμι με σκούρο γκρι και λευκό στις μικρές ριγίτσες! Ρώτησα τη μαμά! Ναι! Αυτό ήταν το αγαπημένο του ντύσιμο!
Μετά τον γάμο επικοινώνησα με έναν κορυφαίο ψυχίατρο, που δεν υπάρχει πια. Μου είπε -περίπου και χωρίς επιστημονική ορολογία στο μεταφέρω- πως συγκεκριμένα σημεία του εγκέφαλου κάτω από πίεση και συναισθηματική φόρτιση μπορούν να ανασυνθέσουν, να φτιάξουν να μοιάζουν με ζωντανές φωτογραφίες εικόνες που έχουν συγκρατήσει. Γι’ αυτό τον είχα δει ασπρόμαυρο! Δεν ξέρω ποια είναι πραγματικότητα και δεν το ψάχνω κιόλας…

«Ο απίθανος Χορν, ο γλυκύτατος Χατζιδάκις, το μπέρδεμα με τη Χρονοπούλου και ο δύστροπος Κωνσταντάρας»

Και εκείνο το βράδυ; Μετά;
Ηπιαμε δεύτερο ουίσκι και κοιμηθήκαμε χωριστά. Και είχα έναν υπέροχο ύπνο, όλο ευτυχία, πως είχα δει επιτέλους τον πατέρα μου.

Η μαμά μένει μόνη με δύο κοριτσάκια εκείνα τα πέτρινα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τι κάνει;
Ο άλλος νεαρός που είχε ερωτευτεί τη μαμά επέστρεψε από κάποιο μακρινό ταξίδι του, μια και είχε φύγει με τα καράβια, στην Αθήνα. Πήγε στο νεκροταφείο, γιατί όσο έλειπε είχε χαθεί ο πατέρας του. Δεν είχε κάνει άλλη σχέση και είχε μια φωτογραφία της μητέρας μου πάντα στην καμπίνα του. Οπως περπατούσε είδε ανάμεσα στα μάρμαρα το όνομα του πατέρα μου. Εκεί μια νεαρή γυναίκα με μαύρες κάλτσες, βουτηγμένη στο πένθος και πλερέζα -ή καπέλο, δεν ξέρω ακριβώς- έκρυβε το πρόσωπό της. «Ποιος Κοντός είναι αυτός;» τη ρώτησε ταραγμένος και μήπως ήξερε τη γυναίκα του; Η μαμά αποκάλυψε το πρόσωπό της. Παντρεύτηκαν. Τον θυμάμαι με μια κιθαρίτσα να με καθίζει στα γόνατά του και να τραγουδάμε μαζί. Μου έκανε σεκόντο και εγώ έκλεινα τα αφτιά μου για να μην μπερδευτώ και χάσω την πρώτη φωνή. Σε ένα ταξίδι με το καράβι του, που ήταν του Ερυθρού Σταυρού, τους βομβάρδισαν οι Γερμανοί. Ηταν ή το 1943 ή το 1944! Λέγανε πως κρύβανε στα αμπάρια αγωνιστές. Πάει! Χάθηκε στη θάλασσα, κάπου έξω από την Ιταλία.

Και η Μπέμπι; Τα κατάφερε μετά να σταθεί στα πόδια της;
Σκατά κατάφερε! Επρεπε να πιάσει αμέσως δουλειά, για να μας ζήσει. Ελειπε ατελείωτες ώρες στο υπουργείο Παιδείας. Η γιαγιά μου μας μεγάλωνε. Αυτή ανέλαβε το σπίτι. Ηταν η αυστηρή. Η μαμά δεν μπορούσε να είναι.

Ομως η Μάρω κάνει χορό, και μάλιστα παίρνει υποτροφία για μια σπουδαία γερμανική σχολή…
Δεν μπορούσα να πάω. Ναι μεν δεν θα πλήρωνα τη σχολή, αλλά θα έπρεπε να ‘χουμε λεφτά για να μένω κάπου, να τρώω. Τότε είπα στη μαμά, ένα βράδυ, στο δωμάτιό της πως δεν θέλω να πάω στην Εθνική Τράπεζα, όπως η αδελφή μου και όλη μου η οικογένεια, αλλά να ασχοληθώ με τη σκηνή. Η γιαγιά, στο δικό της δωμάτιο, ετοιμαζόταν για ύπνο. Είχε λύσει τον αυστηρό της κότσο και έπλεκε κοτσίδα για να κοιμηθεί και να μην μπερδευτούν τα μαλλιά της. Εμφανίστηκε απειλητικά μπροστά μας. Μου έριξε ένα βλέμμα κέρβερου! «Φτου σου, πουτανάκι!»! Ετσι μου είπε! Μη γελάς! Εκείνες τις εποχές αυτή ήταν η αντίληψη για τις γυναίκες στη σκηνή! Βαριά την πήρα την κουβέντα της. Ολα τα χρόνια μου στο θέατρο ούτε αριστερά κοιτούσα ούτε δεξιά. Μη και δικαιωθεί, έστω σαν υποψία η κουβέντα της.

Και πώς ξεκίνησαν όλα;
Εθνικό Θέατρο. Μαριάνθη Κοντού. Αυτό είναι το όνομά μου. Μόνο στο σπίτι μου με φώναζαν Μάρω. Για την εποχή όμως ήταν λαϊκό πολύ, δεν το ήθελαν. Πέντε χρόνια στο Εθνικό έκανα Χορό σε όλο σχεδόν το αρχαίο δράμα και βουβά πρόσωπα. Εμάς από τις σχολές Χορού μάς πλήρωναν με 1.700 δραχμές και τις κοπέλες απ’ τη Δραματική, που κάναμε την ίδια δουλειά, με 2.200. Θυμώσαμε εγώ, η Μαίρη Χρονοπούλου και η Φλωρέττα Ζάννα και πήγαμε και δώσαμε στα εξαιρετικά ταλέντα. Πήραμε την άδεια και εγώ βρέθηκα στον θίασο του Ηλιόπουλου σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Πέντε χιλιάδες δραχμές ο μισθός, παρακαλώ.

Με τη Χρονοπούλου έχετε κοινά στην εμφάνιση. Γνωριζόσασταν από τη σχολή;
Εγώ ήμουν στην Κούλας Πράτσικα, εκείνη νομίζω στης Ραλλούς Μάνου, αλλά γνωριστήκαμε στο Εθνικό και πάντα μας μπέρδευαν. Ακόμα με φωνάζουν «κυρία Χρονόπουλου» στον δρόμο και εκείνη «Μάρω».

Κάποτε, που ήμουν πρόεδρος στο Μητέρα, ένα μωρό που ήταν μπρούμυτα στην κούνια του σήκωσε το κεφαλάκι του και μου χαμογέλασε. Ηταν σαν να βγήκε ο ήλιος!

1534tw3534
Πότε μπαίνει ο μυθικός Δημήτρης Χορν στο προσκήνιο;
Εκανε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο, «Τα καθημερινά του καθημερινού», με τον Αλκη Στέα. «Εχω ένα έργο και θέλω μια σαν τη Μελίνα, αλλά πιο νέα» του έλεγε. Ο Στέας τού μίλησε για μένα, που ήμουν με τον θίασο του Ηλιόπουλου στη Θεσσαλονίκη. Με βρήκε ο Στέας! Ανένδοτη εγώ! «Στο Εθνικό δεν άνοιγα το στόμα μου και τώρα θα βγω δίπλα στον Χορν πρωταγωνίστρια; Δεν κάνω! Δεν είμαι σε θέση!». Ερχεται δεύτερη φορά Θεσσαλονίκη και μου δίνει ένα αεροπορικό εισιτήριο για να συναντηθώ με τον Χορν στην Αθήνα. Τρέμοντας πάω σε ένα σπίτι στη Βασιλίσσης Σοφίας. Μου ανοίγει ένα μικρό παιδάκι, με μαύρο μακό μπλουζάκι, ξεχειλωμένο στον γιακά και ένα ντρίλινο –τα υφαντά τότε, σαν τζιν!- παντελόνι. Εγώ έβλεπα τον Χορν στο θέατρο και πάνω στη σκηνή από την πλατεία και φάνταζε γιγάντιος.
Μου διάβασε το έργο όλο, μου έβαλε και μουσικές ενδιάμεσα που είχε διαλέξει, προς το τέλος έκλαψα. «Επιτυχία θα ‘χει» είπε εκείνος. «Σας ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν είμαι σε θέση να κάνω αυτό τον ρόλο, δίπλα σας. Γεια σας, συγγνώμη για τον χρόνο σας» του είπα. Φώναξε δυνατά κάνοντας τον σταυρό του (κάνει να το πούμε αυτό; Κάνει λες, ε;): «Ελα, μου@ί, στον τόπο σου! Αλλες βγαίνουν απ’ τη σχολή και θέλουν να κάνουν Μήδεια απευθείας, και αυτή λέει δεν μπορεί!». Λίγο καιρό αργότερα παίζαμε στην Πάτρα. Εγώ ήμουν στο καμαρίνι με την Κατερίνα Γιουλάκη, με την οποία είχαμε μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, η οποία μόλις είχε βγει από το Εθνικό. Ερχεται ο Πάντζας, και εκείνος σε πρώτη εμφάνιση, που έφερνε μια γούνα και έλεγε: «Αυτό από τον κύριο, κυρία». «Κάτω είναι ο Χορν με τον Βόκοβιτς και τον Κανάκη» μας λέει. «Σιγά μην είναι και η Μονρόε!» ειρωνεύτηκα!
Πήγε η Κατερίνα να δει απ’ την αυλαία. «Είναι» μου είπε. Τον άκουσα να φωνάζει στα παρασκήνια, τότε, «Ντινάκοοοο;». Με βρήκε και μου δήλωσε πως αν είμαι καλή, θα φύγει στο διάλειμμα, αν όχι, θα καθίσει μέχρι τέλους. Αρχίζει το έργο! Χάλια εγώ! Δεν υπήρξε έπιπλο στη σκηνή που δεν έπεσα πάνω του! Μελάνιασα από τα χτυπήματα! Στο διάλειμμα ήρθε. «Φρικτή ήσουν, αλλά είχες τη σκηνή που δοκιμάζεις τη γούνα, κρύβεις το πρόσωπό σου και φωνάζεις «σ’ αγαπώ» και κάνεις σίγουρα για τον ρόλο» μου είπε. Την άλλη μέρα το πρωί μια μικρή φωτογραφία μου στον Τύπο, με την καλύπτρα απ’ τον Χορό της τραγωδίας του Εθνικού, έγραφε από κάτω: «Η νέα πρωταγωνίστρια του Χορν». Και παίξαμε χρόνια πολλά μαζί και κάποτε μου είπε, μετά το «Οδός ονείρων», «τώρα είσαι έτοιμη να φύγεις. Πέτα». Πάλι φοβόμουνα. «Εσύ και ο Αλεξανδράκης και σε αηδίες να παίξετε, ατσαλάκωτοι θα βγαίνετε» μου ‘χε πει.

«Ολοι λίγο πολύ φταίξαμε για την Ελλάδα. Βλέπεις ασχήμια παντού: στους δρόμους, στα τραγούδια, στις σχέσεις»

Οταν χορεύετε το «Κοντεύει έξι» στο «Αλλοίμονο στους νέους» δεν υπάρχει πιο ερωτικό βλέμμα απ’ αυτό που κοιτάζει ο Χορν… Σαν αλήθεια…
Αν υπονοείς πως συνέβαινε κάτι ερωτικό μεταξύ μας, με τίποτα. Θα το έλεγα! Τώρα πια γιατί να το κρύψω; Οχι, και σήμερα σου λέω και δυστυχώς όχι! Ο Τάκης είχε τα δικά του, τις αγωνίες του και εγώ τον έρωτά μου τον μεγάλο με τον Αριστείδη. Και μάλιστα αυτό αποδεικνύεται, γιατί παντρευτήκαμε εκείνη περίπου την περίοδο.

Πώς ήταν ο Χορν πέρα από τον μύθο;
Υπέφερε πάντα! Φοβόταν τις αρρώστιες! Νόμιζε πως δεν είναι καλός ηθοποιός, πως δεν επαρκούσε για τους ρόλους. Βασάνιζε τον εαυτό του. Με τους άλλους ήταν υπέροχος. Ο πιο δοτικός άνθρωπος που υπήρξε. Γενναιόδωρος, μεγαλόψυχος. Ο καλύτερος.

Ο Χατζιδάκις;
Ενας κύριος! Ενας γλυκύτατος άνθρωπος! Με έναν πόνο στα μάτια του, όμως, πάντα. Με ένα τραγούδι του τον έχω πάντα μέσα μου… ξέρεις: «τι να μου κάνουν δάκρυα δυο και στεναγμοί σαράντα δυο, μανούλα μου»…

Ο Τσαρούχης;
Α! Μα τι ευφάνταστος, πανέξυπνος, μοναδικός άνθρωπος! Κάποτε στο σπίτι της Ροζίτας Σώκου μόλις έχουμε γνωριστεί σε μια παρέα και συζητάμε και ακούει τι λέω. Φωνάζει λοιπόν δυνατά: «Πρώτη φορά συναντάω ηθοποιό που δείχνει τον ποπό της στο θέατρο και είναι και έξυπνη»! Τότε έπαιζα σε μια παράσταση που εμφανιζόμουν με ένα ολόσωμο δίχτυ! Χα! Χα!χα!».

Ο Λάμπρος Κωστάνταρας;
Δύστροπος χαρακτήρας. Αριστος επαγγελματίας. Ερχόταν πρώτος στο θέατρο και έφευγε τελευταίος. Ηξερε τα λόγια από την πρώτη εβδομάδα. Ηταν της τυπικότητας με όλους. Ομως πάντα κάποιος τού έφταιγε. Η ταξιθέτρια, ο ταμίας, μα κάτι θα έβρισκε! Δουλέψαμε μαζί χρόνια και είχαμε άριστη επαγγελματική σχέση, με επικοινωνία στη σκηνή και μόνο.

Ξέρατε από τα 21 σας πως δεν θα κάνετε παιδιά. Τελικά, είχε κόστος αυτό;
Το πέρασα «στα μαλακά»! Το δέχτηκα! Και χρόνια αργότερα, βλέποντας τι αγωνίες τραβάνε οι γονείς, είπα ίσως να ήτανε καλύτερα. Μια φίλη που το παιδί της έμπλεξε με ναρκωτικά. Οι αρρώστιες! Ή να χάνεις παιδί! Αβάσταχτα πράγματα. Μόνο μια φορά, στα 35 μου, στην καλύτερη ηλικία μου νομίζω, το θέλησα πολύ. Εκείνος στα 38. Ηταν ο μεγάλος έρωτας! Πήγαμε στην Ελβετία. Είχα μαζί μου όλες τις εξετάσεις. Εκανα και εκεί. Ο Ελβετός με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Δεν θα κάνεις ποτέ παιδί! Είναι αδύνατον. Και όποιος σου πει να μπεις σε διαδικασίες και να προσπαθήσεις, να τον χτυπήσεις και να φύγεις. Θα είσαι πάντα όμως δέκα χρόνια νεότερη από τις συμμαθήτριές σου και εξωτερικά και εσωτερικά, στα όργανά σου, ενώ δεν θα πάθεις πότε γυναικολογικό καρκίνο. Γιατί δεν υιοθετείτε ένα παιδάκι; Αν θέλετε, μπορούμε να σας βρούμε και από την Ελβετία». Διαλύθηκε αυτή η σχέση. Αν θες τον άφησα και εγώ να φύγει. Εβλεπα στα μάτια του πως είχε μαραζώσει. Κάτι σκηνές ζηλοτυπίας αναίτιες, μια ενδόμυχη κατηγορία σε μένα, που δεν εκφραζόταν. Πριν από λίγα χρόνια πέθανε. Μέσω φίλων βρήκε το τηλέφωνό μου μια μέρα και με πήρε ο γιος του. Του τα ‘χε πει όλα για μένα. Από τότε κάνουμε συχνά παρέα. Εχω μια φωτογραφία μας μέσα! Κάποιο βράδυ! Χορεύουμε! Κοιτάμε τον φακό, αγκαλιά! Νέοι, λαμπεροί, ερωτευμένοι! Φυσικά τώρα, με τα μέσα και τη σύγχρονη επιστήμη, θα μπορούσα να κάνω παιδί! Τότε όμως…

Μεγάλες θεατρικές επιτυχίες, ταινίες που πέρασαν στην ιστορία, αλλά έχω την εντύπωση πως ξεχωρίζετε τη θητεία σας ως πρόεδρος του Μητέρα;
Γι’ αυτή τη θέση και μόνο είμαι ευγνώμων στην πολιτική. Δεν ζήτησα κάτι και δεν έγινε! Δεν έβαλα κάτι στο μυαλό μου γι’ αυτά τα παιδιά και δεν το πέτυχα. Είχε και πόνο μεγάλο! Η αδελφή μου είχε έρθει στο Μητέρα και μόλις είδε τα μωρά να σηκώνουν όλα τα χεράκια τους, μήπως τα πάρει αγκαλιά όποιος περνούσε, «έσπασε». «Δεν μπορώ, δεν αντέχω» μου έλεγε. Οχι! Εκεί, καταπάνω. Πρέπει, για να ζήσουν καλύτερα! Θυμάμαι την πρώτη μου μέρα ως πρόεδρος. Με υποδέχτηκαν ευγενικά, τυπικά, αποστασιοποιημένα, με μια δυσφορία στα πρόσωπα οι εργαζόμενοι. Ολη τη μέρα γνώριζα κόσμο που είχε στρυφνότητα στο πρόσωπο. Και κάποτε μπήκα σε ένα δωματιάκι που στην κούνια ήταν ένα μωρό μπρούμυτα! Σήκωσε το κεφαλάκι του, με κοίταξε κατάματα και… μου χαμογέλασε! Σαν να βγήκε ο ήλιος. Από τότε βιαζόμουν να τελειώσω τις δουλειές να πάω στο Φοίβο – έτσι τον ονομάσαμε! Η μαμά του ήταν 16 χρόνων. Φοβόταν να το πει στους γονείς της. Της έλεγα: «Προχώρα και εδώ είμαι εγώ»! Κάποτε το είπε και οι άνθρωποι το δέχτηκαν! Θυμάμαι ένα άλλο αγαπημένο παιδί! Ψεύδιζε λιγάκι και ήταν ένας γλύκας. Υποστήριζαν πως είχε νοητική υστέρηση! Πήγαμε πρώτη φορά θάλασσα και μου είπε «Κυδία, Μάδω; Τι είναι μετά τον ουδανό; Τι είναι πέδα απ’ τη θάλαθθα;». Μεγάλωσε με υπέροχους γονείς! Αριστος στις ξένες γλώσσες και μαθητής με επαίνους. Πάει για να τελειώσει αστρονομία! Από τότε φαινόταν… Τα παιδιά με προβλήματα υγείας! Αυτά με σακάτευαν! Αυτά που δεν ήθελε κανείς.

Στον Θεό; Πιστεύετε στον Θεό;
Δεν νομίζω. Δεν το ‘χω λήξει μέσα μου. Θα πεθάνω και δεν θα έχω βρει την απάντησή μου, νομίζω. Κάποιες φορές λέω ναι, πιστεύω! Ομως, μετά σκέφτομαι ότι αν υπάρχει, πως αφήνει τον πόνο; Τα παιδιά με τα υψωμένα χεράκια για αγκαλιές; Πώς;

Τέλος. Στον δρόμο, έξω ξανά. Ψηλά απ’ το Γαλάτσι, μετά τη βροχή, ένα ολοκάθαρο ουράνιο τόξο, τόσο έντονο που λες εκεί, εκεί ψηλά, οι άνθρωποι θα ακουμπάνε τα χρώματα! Αναρωτιέμαι αν έχει βγει στο μπαλκόνι της και αν το κοιτά. Πολύ θα της αρέσει αυτό το τέλος της βροχής! Αλλά τι λέω; Στο σπίτι της Μάρως Κοντού έχει πάντα λιακάδα, είπαμε!

{{-PCOUNT-}}31{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ