Ο «γίγαντας» του ρεμπέτικου

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, η γνωριμία με τον Τσιτσάνη • Ο έρωτας στη Κατοχή και οι μεγάλες επιτυχίες του

«Ερχομαι τώρα να πω δυο λόγια για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, για τη βροντερή ρεμπέτικη φωνή του. Εχει τραγουδήσει πάνω από 150 τραγούδια μου. Γίνανε όλα -σχεδόν- επιτυχίες.

ΑΠΟ ΤΗ
ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΑΡΔΑ 

Είναι ο μόνος άνθρωπος που δεν αξιοποίησε αυτές τις επιτυχίες και προτίμησε την ησυχία, τον απομονωτισμό. Είναι ο μεταπολεμικός “γίγαντας” του λαϊκού τραγουδιού. Και αυτός ήταν αποκάλυψίς μου» είχε πει ο Βασίλης Τσιτσάνης, κολλώντας με τον τρόπο αυτό το παρατσούκλι «γίγαντας» στον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Ο χαρακτηρισμός ταιριάζει γάντι σε έναν καλλιτέχνη που κατάφερε στα χρόνια της Κατοχής να ξεχωρίσει και να γίνει ένας από τους σημαντικότερους τραγουδιστές της μεταπολεμικής περιόδου αλλά και του ρεμπέτικου.

Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης γεννήθηκε το 1919 στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα -στη Θεσσαλονίκη συγκεκριμένα- το 1922, σε ηλικία μόλις τριών ετών. Ορφάνεψε νωρίς από πατέρα και αναγκάστηκε να βγει μικρός στη βιοπάλη, καθώς η φτώχεια της οικογένειάς του ήταν μεγάλη. Στα δώδεκά του έκανε δουλειές του ποδαριού και αργότερα βρήκε δουλειά χαμάλη στο λιμάνι. Τα απογεύματα, επειδή ήταν πολύ δυνατός άντρας, έπαιρνε μέρος σε αγώνες πυγμαχίας ως επαγγελματίας παλαιστής. Το 1940 παρουσιάστηκε εθελοντής στον Στρατό και όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος ήταν ήδη φαντάρος. Πολέμησε γενναία και πάντα στις μάχες έμπαινε μπροστά. Το επίθετό του ήταν Μουτάφογλου, αλλά όταν πήρε βαθμό λοχία, του κόλλησαν το παρατσούκλι “Τσαούσης”, όπως έλεγαν τους λοχίες εκείνη την εποχή.

Τη γυναίκα του Αννα Καδόγλου τη γνώρισε στα χρόνια της Κατοχής. Ερωτεύτηκαν πολύ και κλέφτηκαν το 1942. Την επομένη χρονιά παντρεύτηκαν και απέκτησαν δύο αγόρια.

Συνέχισε να παίρνει μέρος σε παλαιστικούς αγώνες και παράλληλα εργαζόταν ως τραγουδιστής σε κομπανίες, με εμφανίσεις σε ταβέρνες της Θεσσαλονίκης και αργότερα σε λαϊκά στέκια με τους Τάκη Μπίνη, Στέλλα Χασκίλ και Σεβάς Χανούμ. Εκεί τον άκουσε ο Βασίλης Τσιτσάνης και εντυπωσιάστηκε από το χρώμα της φωνής και τη βραχνάδα του. Τον πήρε μαζί του στην Αθήνα και οι μεγαλύτεροι λαϊκοί δημιουργοί της εποχής έγραψαν τραγούδια «επάνω του», επιτυχίες που παίζονται ακόμα και σήμερα, μισό αιώνα μετά!

Η πρώτη ηχογράφηση

Τραγούδησε περισσότερα από εβδομήντα τραγούδια του Τσιτσάνη, με πρώτη ηχογράφηση το «Κάτσε να ακούσεις μια πενιά», και η επιτυχία ήρθε γρήγορα. Ομως, η νύχτα στην πρωτεύουσα ήταν σκληρή και οι πελάτες μάγκες και οξύθυμοι, οπότε ο Τσαουσάκης -παρά το δυνατό του κροσέ- γύρισε στην πόλη του, γιατί προτιμούσε να τραγουδάει για το κέφι του.

Οπως αναφέρουν πληροφορίες, το 1946 ο Τσιτσάνης, με τη συμπαράσταση του τότε αστυνομικού διευθυντή Θεσσαλονίκης Μουσχουντή, τον έπεισε να κατέβει πάλι στην Αθήνα. Η πίεση ήταν μεγάλη και τελικά είπε το «ναι». Αμέσως υπέγραψε συμβόλαιο με την Κολούμπια και στην οκταετία 1947-1955 καθιερώθηκε ως η μεγάλη λαϊκή φωνή της εποχής, με επιτυχίες όπως τα «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», «Ομορφη Θεσσαλονίκη», «Οι φάμπρικες», «Το κορίτσι απόψε θέλει», «Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις», ενώ το 1953 ερμήνευσε το πρώτο τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα.

Πρότυπο του Καζαντζίδη

Εγινε μεγάλη φίρμα και στο πάλκο. Εκτός από τον Βασίλη Τσιτσάνη, τραγούδησε με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πάνο Γαβαλά, τον Απόστολο Καλδάρα και υπήρξε, όπως λένε οι πληροφορίες, πρότυπο για τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τού εμπιστεύτηκε το ζεϊμπέκικο «Ξένο σπίτι, ξένες πόρτες» και ήθελε να του δώσει και άλλα δύο, τα «Πώς μπορεί να καταντήσει το καλύτερο παιδί» και «Τρελοκόριτσο», αλλά στο τέλος αποφάσισε να τα ερμηνεύσει ο ίδιος. Το 1951, όπως αναφέρεται, οι σχέσεις του Πρόδρομου με τον Τσιτσάνη ψυχράθηκαν και δεν συνεργάστηκαν ξανά.

Το πασίγνωστο «Πικραμένο αγόρι», σε στίχους του Τσαουσάκη, άρεσε πολύ στον Μάνο Χατζιδάκι, που το διασκεύασε δύο φορές, όπως έκανε στη συνέχεια και με τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Για μεγάλο διάστημα ο σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής και ρεμπέτης εμφανιζόταν σε μαγαζιά της δυτικής όχθης, δηλαδή σε Αιγάλεω, Περιστέρι, Βοτανικό και πάντα τις Κυριακές πήγαινε στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και έψελνε. Τα καλοκαίρια του τα περνούσε στα Γιάννενα και εμφανιζόταν στου Μακρή, στον μώλο. Τα απογεύματα απολάμβανε να πίνει ουζάκια και πότε πότε, αν ερχόταν στο κέφι, έπιανε τον μπαγλαμά και έπαιζε. Πέθανε σε ηλικία 60 χρόνων, στις 23 Οκτωβρίου 1979. Τα βήματά του στο τραγούδι ακολούθησε ο ένας του γιος, ο Δημήτρης.

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ESPRESSO

Η «Espresso Weekend» προσφέρει αύριο ένα διπλό cd με τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, όπως «Το πιτσιρικάκι» «Πετονιές», «Τον μπαγλαμά μου έσπασα», «Συννεφιασμένο δειλινό», «Το μαύρο κομπολόι», «Γλεντάει ο Μάνθος» και το μεγάλο σουξέ «Μικρός αρραβωνιάστηκα».

{{-PCOUNT-}}18{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ