Ο «κ. Μικές» και τα μαγικά χρόνια με τους σταρ της Φίνος Φιλμ!

Ο 88χρονος (πλέον) Γιάννης Βογιατζής που μετρά 61 χρόνια ανεκτίμητης προσφοράς στον κινηματογράφο και το θέατρο μιλά για τον Εμφύλιο, τον Χορν, τον Ζαμπέτα και τον Φαμπρ

Ο Γιάννης Βογιατζής υπήρξε αγαπημένος της Ρένας Βλαχοπούλου στα πιο δημοφιλή μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, «Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Κορίτσια για φίλημα», «Ραντεβού στον αέρα». Επαιξε σε δεκάδες φιλμ, ακόμη και σε εμπορικές παραγωγές της δεκαετίας του ’80, υποδυόμενος άλλοτε τον καθηγητή, άλλοτε τον διευθυντή κάποιου λυκείου… θηριοτροφείου. 

ΑΠΟ ΤΗ
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
Φωτό: Δημήτρης Γκολφομήτσος

Hταν ο ψυχίατρος που επικαλούνταν τον «καθηγητή Μίλερ» στη θρυλική ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε» με τη Μαίρη Αρώνη και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Ο αγαπημένος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου άρχισε την καριέρα του από το Εθνικό Θέατρο, με τον Δημήτρη Χορν να είναι εκείνος που τον υποδέχτηκε το 34edwertf 21947, κι όπως λέει στην «Espresso» εκεί θέλει να την ολοκληρώσει. Ο 88χρονος αεικίνητος και ταλαντούχος καλλιτέχνης, αλλά πάνω από όλα γλυκύτατος άνθρωπος, μετρά 61 χρόνια ανεκτίμητης προσφοράς στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Τον Αύγουστο θα τον χειροκροτήσουμε στην Επίδαυρο, στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού. Με το που μας αντικρίζει στο προγραμματισμένο ραντεβού μας στο φουαγέ του Εθνικού Θεάτρου μάς υποδέχεται με ενθουσιασμό: «Τι να κεράσω τα παιδιά μου;» ρωτά, ενώ αμέσως μετά αφήνεται στα χέρια του φωτογράφου, αφού λέει γελώντας: «Εσύ είσαι ο καλλιτέχνης, τοποθέτησέ με όπου θες». Εχει παίξει σε 65 ταινίες, εκ των οποίων οι 22 της θρυλικής Finos Film.

Ο αριθμός αυτός τον κατατάσσει στην πρώτη δεκάδα των καλλιτεχνών που συνεργάστηκαν με την εταιρία του Φίνου. Τα τελευταία 15 χρόνια στηρίζει με την πείρα του τη θεατρική ναυαρχίδα της χώρας, εκεί όπου, όπως του τόνισε ο μεγάλος Λογοθετίδης, «δεν υπάρχουν μεγάλοι και μικροί ηθοποιοί».

Μετά το τέλος της συνέντευξης η ζωή μάς φάνηκε πιο εύκολη. Τι να πούμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο που, παιδάκι στην Κατοχή, φώναζε «Στις φλέβες μου ρέει αίμα ελληνικό» κι έβλεπε νεκρούς από την πείνα μέσα σε καροτσάκια να οδηγούνται στο νεκροταφείο; Τι να πούμε σ’ αυτόν τον άνδρα που στη χούντα ανέβαινε στο σανίδι κι άλλαζε τους στίχους τραγουδώντας τους «κομμένους» από την επιτροπή λογοκρισίας;

Κύριε Βογιατζή, θα σας πούμε απλώς κλείνοντάς σας το μάτι: «Σας χαιρέτησα; Δεν σας χαιρέτησα» και θα υποκριθούμε στο μεγαλείο σας.

Κύριε Βογιατζή, από πού κατάγεστε και τι θυμάστε από τα παιδικά χρόνια σας;
Γεννήθηκα στο Αιτωλικό Μεσολογγίου, τον τόπο καταγωγής του πατέρα μου. Της μητέρας μου ήταν η Ανδρος. Εχω ψάξει όμως την καταγωγή των παππούδων και γιαγιάδων κι έχω βρει ρίζες στην Κεφαλλονιά και τη Ρουμανία. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα μου, που ήταν δικαστικός, μεγάλωσα σε όλη την Ελλάδα. Πότε ήμασταν στον Βόλο, πότε στο Αλιβέρι, πότε στην Κέρκυρα. Αυτό που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια ήταν ο βομβαρδισμός του ελληνικού στόλου εναντίον του ιταλικού. Εμείς τότε ζητωκραυγάζαμε για την ελευθερία, αλλά όσα ακολούθησαν στην Κατοχή ήταν για κλάματα. Δυστυχία πλήρης. Εντούτοις η Ελλάδα μας τα κατάφερε και σηκώθηκε ξανά.

Κάνατε, κατά κάποιον τρόπο, αντίσταση;
Ο Ελληνας δεν αντέχει τον ζυγό. Με θυμάμαι με κοντά παντελονάκια στην Κέρκυρα να κρύβω στις τσέπες μου χαρτάκια που έγραφαν «Κάτω η Ιταλία, Ζήτω η Ελλάδα» και να τα πετάω στον δρόμο. Τον αδελφικό μου φίλο, ο οποίος ζει ακόμη, τον Σπύρο Βασιλά, τον έπιασαν οι Ιταλοί, τον έδειραν, τον φυλάκισαν, αλλά αυτός δεν τους αποκάλυψε με ποιον πέταγε τα χαρτάκια. Γι’ αυτό του έχω τεράστια ευγνωμοσύνη. Στο νησί έπεσε μεγάλη πείνα, όπως και σε όλη την Ελλάδα. Εβαζαν τους νεκρούς από την πείνα μέσα σε κάτι καρότσια που μετέφεραν ασβέστη και λάσπη στην οικοδομή και τους πήγαιναν στα νεκροταφεία. Και παρόλο που στην Κέρκυρα ήταν πολλοί καθολικοί στο θρήσκευμα, η αντίσταση ήταν μεγάλη γιατί η εθνική τους συνείδηση ήταν ελληνική.

Δεν φοβόσασταν τις συνέπειες;
Στο σχολείο είχαμε έναν καθηγητή Ιταλό με λατρεία στην ελληνική παιδεία, τον Κάρλο Μπρικέλι. Μας έκανε ιταλικά και μας μάθαινε να λέμε ότι στις φλέβες μας ρέει αίμα ιταλικό. Τότε όλα τα παιδιά, χωρίς να συνεννοηθούμε -αυτή είναι πιο η δυνατή μου ανάμνηση που με κάνει και κλαίω όταν θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια-, φωνάζαμε: «Στις φλέβες μας ρέει αίμα ελληνικό!». Οι κατακτητές πιστεύουν ότι με προπαγάνδα μπορούν να αλλάξουν οι λαοί. Η συνείδηση ενός έθνους φτιάχνεται από την κοινή γλώσσα, την Ιστορία και τη γνώση του ποιος είσαι. Το κράτος δεν έχει την ίδια ισχύ με το έθνος.

Κράτος φτιάχνεις με τη μίξη πολλών εθνοτήτων. Αυτά τα κράτη συνήθως είναι σκληρά απέναντι στους πολίτες τους. Η ελευθερία δεν παρέχεται αφειδώς στις εθνότητες, για να μην μπορούν να ξεσηκωθούν και το κράτος διαλυθεί. Δεν υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία. Στο έθνος υπάρχει ο άγραφος νόμος των εθίμων, των κοινών αγώνων και καημών, του πολιτισμού, της θρησκείας, των παρόμοιων χαρακτηριστικών. Γι’ αυτό είμαστε τυχεροί που ζούμε σε μια χώρα που δεν χάθηκε ποτέ το εθνικό της DNA, ακόμη και με 400 χρόνια τουρκικής σκλαβιάς.

Με όσα μου λέτε δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω. Αυτά τα επτά σκληρά χρόνια του Μνημονίου -και τώρα με την προσφυγική κρίση- βλέπετε την Ευρωπαϊκή Ενωση να κινείται πάνω στις αρχές της αλληλεγγύης και του πολιτισμού;
Δυστυχώς η Ευρώπη είναι μπερδεμένη. Κυριαρχεί η ιδεολογία της οικονομίας. Τα πλούσια και δυνατά κράτη της Ε.Ε. επιθυμούν να συνεχίσουν να περνούν καλά με κάθε κόστος, ακόμη και με μέτρα που φτωχοποιούν κατά βάση τους εταίρους τους. Ομως η δημοκρατία, η αλληλεγγύη, ο πολιτισμός είναι συνεχής και αέναος αγώνας και ο πολίτης πρέπει να το συναισθάνεται. Με αυτήν τη συντηρητική πολιτική που υπάρχει στην Ευρώπη και φάνηκε και με τη λογική των κλειστών συνόρων υπάρχει ένα μεγάλο ψέμα. Ξέρετε πού δεν λέγονται ψέματα; Στο θέατρο. Γιατί το θέατρο είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Η ευθύνη των ηθοποιών είναι μεγάλη, γιατί εκπαιδεύουν λαούς. Και μεγαλύτερη ευθύνη έχουν οι Ελληνες ηθοποιοί, καθώς η λέξη θέατρο γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ρίξτε μια ματιά ανά τη χώρα και δείτε πόσα θέατρα είχαν οι αρχαίοι Ελληνες. Σκεφτείτε λοιπόν τον πολιτισμό τους. Το ελληνικό έθνος έβγαλε τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Αριστοφάνη.

Oταν θέλαμε να γελάσουμε, με τον Πρετεντέρη και τον Τσιφόρο, έκανα κάπως παράξενα τη φωνή μου. Eτσι μου έγραψαν την περίφημη ατάκα: «Σας χαιρέτησα; Δεν σας χαιρέτησα!»

14f253ve5h56tyhg
Πώς βλέπετε την αλληλεγγύη των Ελλήνων προς τους πρόσφυγες;

Μα ήταν αναμενόμενο. Οι Ελληνες καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας μας ήμασταν πρόσφυγες. Με τις πράξεις δείχνουμε την ανθρωπιά μας. Η Ευρώπη έχει θιγεί λιγότερο από όλη αυτήν την ιστορία. Οι Ελληνες αποδεικνύουν ότι δεν κάνουν διακρίσεις. Δεν ζυγίζουν την ανθρωπιά τους. Οι Ελληνες δεν είναι σκλάβοι του εαυτού τους. Δίνουν και από την ψυχή τους φανερά ή από μέσα τους.

Θα βρεθείτε στην Επίδαυρο στις 5 και 6 Αυγούστου με τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Νιώθετε άγχος;
Είμαι στην υπηρεσία του Εθνικού Θεάτρου από το 1999. Δεκάξι χρόνια και δεν θέλω να πάω κάπου αλλού. Οταν με ρωτούν «γιατί δεν φεύγεις από το Εθνικό;», τους απαντώ χαριτολογώντας «μα εκεί έχω και το πάρκινγκ μου». Είναι το σπίτι μου. Οταν θα παίζω στην Επίδαυρο, θα μεταφερθώ στο 411 π.Χ. Τότε που οι γυναίκες έκλεισαν τις πόρτες στους άνδρες τους και δεν τους άφηναν να τις αγγίξουν, αν δεν σταματούσαν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ώστε να επικρατήσει και πάλι η ειρήνη.

Οταν είμαι πάνω στο σανίδι, στην ορχήστρα, τα δίνω όλα. Για να γίνω ηθοποιός ήρθα σε σύγκρουση με τον πατέρα μου κι ευτυχώς είχα τη στήριξη της μητέρας μου. Παράλληλα με τις σπουδές μου στην Ανωτάτη Βιομηχανική παρακολουθούσα στα κρυφά μαθήματα στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αν και η πρώτη μου δουλειά έχει να κάνει με τα «χωράφια» σας. Ξεκίνησα ως δημοσιογράφος.

Πώς γίνατε ηθοποιός;
Δεν θα μπορούσα να γίνω κάτι άλλο. Σε ηλικία έξι ετών απήγγειλα στο σχολείο μου στο Αλιβέρι ολόκληρα ποιήματα. Οι Βογιατζαίοι είχαν κάτι με τις τέχνες. Ο ξάδερφός μου, ο Γιάννης, έγινε σπουδαίος τραγουδιστής, του έχω λατρεία, ο αδερφός μου o Γιώργος ήταν καταπληκτικός ζωγράφος, αλλά τον χάσαμε από το τσιγάρο. Γι’ αυτό το μισώ θανάσιμα. Μου στέρησε τον αδερφό μου. Επίσης, η θεία μου, η Βαρβάρα Λειβαδά, ήταν ποιήτρια, ενώ ένας συγγενής μας έγινε το πρώτο βιολί στην κρατική ορχήστρα του Μπουένος Αϊρες. Και τώρα ο εγγονός μου, ο Γιαννάκης, έξι ετών, για τον οποίο στο σχολείο μάς λένε ότι είναι άριστος στις μιμήσεις. «Μιμείται τον παππού του» μας λένε και με κάνουν υπερήφανο. Αλλά η μίμηση έχει να κάνει με τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου κι όχι με την εξωτερική εικόνα. Πρέπει να βάλεις ψυχή και συναίσθημα. Δεν λες τον ρόλο παπαγαλία.

Τι σας συνδέει με τον Δημήτρη Χορν;
Εκείνος με έβγαλε στο θέατρο. Πήγα και τον βρήκα και του είπα: «Δεν είμαι ψώνιο. Θέλω να με ακούσετε». Είχα μάθει τον «Εξάγγελο» από τους «Πέρσες» του Αισχύλου. «Και αν σου πω ότι δεν κάνεις για το θέατρο;» με ρώτησε. «Πάλι θα γίνω ηθοποιός» του απάντησα. «Ε, τότε κάνεις για το θέατρο» μου είπε γελώντας. Ετσι πήγα και έδωσα εξετάσεις το ’47, αν και μαινόταν ο Εμφύλιος πόλεμος.

Τι ζήσατε στον Εμφύλιο;
Την «Αντιγόνη». Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Ο ένας σκότωσε τον άλλον. Τα δύο αδέρφια. Μεταφορικά σας το λέω. Εχω χάσει κι από τις δύο παρατάξεις φίλους καρδιακούς. Δεξιούς κι αριστερούς. Πήγαν αδικοχαμένοι. Της νύφης μου τον παππού ακόμη τον ψάχνουμε. Κανείς δεν ξέρει πού τον έθαψαν.

Τον πρώτο ξάδερφο της μητέρας μου τον εκτέλεσαν. Στον εμφύλιο πόλεμο παύει η λογική. Η λογική είναι να κερδίσουμε πάση θυσία. Ο πρώτος αδελφοκτόνος πόλεμος ήταν ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Αθηναίους. Το κακό της φυλής μας. Και η Ιστορία επαναλαμβάνεται στη Μέση Ανατολή, στη Συρία, για θρησκευτικούς λόγους. Τι διαφορά έχουν οι σιίτες με τους σουνίτες; Κάποτε σκοτώνονταν οι καθολικοί με τους ορθόδοξους. Μα όλες οι θρησκείες μιλάνε για την αγάπη στον Θεό, στον συνάνθρωπο, στην ειρήνη. Ποια συμφέροντα τις διαστρεβλώνουν;

Η χούντα πού σας βρήκε;
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι δικτατορίες όλες πέσανε, όλες φύγανε. Δεν μπορεί να υπάρχει ενός ανδρός αρχή. Οι σπουδαίοι συγγραφείς Πρετεντέρης, Τσιφόρος, Βασιλειάδης, Σακελλάριος έγραφαν στη χούντα με τον φόβο της λογοκρισίας. Δίπλα στο Εθνικό Θέατρο ήταν το θέατρο Βέμπο. Εκεί, λοιπόν, την περίοδο της χούντας υποδυόμουν έναν Κρητικό και έπαιζα λύρα. Ο Κώστας Πρετεντέρης είχε γράψει μια επιθεώρηση και μου είχε πει: «Δεν πά’ να μας πάνε και μέσα στη φυλακή. Εσύ θα αλλάξεις τα λόγια από αυτά που μας σφράγισε η επιτροπή. Θα κάνεις λάθος». Κι έτσι βγήκα στο σανίδι και είπα «Τσι υπομονή, τσι υπομονή, καρτέρι και αν καρτέρι, δημοκρατία θε να ‘ρθει σαν εκείνη του Λευτέρη», εννοώντας τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Τότε έκλειναν τα φώτα και ο κόσμος χειροκροτούσε σαν τρελός. Πάντα η τέχνη αντιστέκεται. Την ημέρα του Πολυτεχνείου σηκώθηκα να πάω κοντά στα παιδιά πριν μπει το τανκ. Οταν άκουγα «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο» έτρεχα σαν τρελός. Δεν τα κατάφερα να φτάσω. Με θυμάμαι μέσα στον χαμό να έχω γονατίσει και να κλαίω.

Τη γυναίκα μου τη γνωρίζω από τα 16 της χρόνια! Επειδή μου άρεσαν τα μαθηματικά τής έκανα φροντιστήριο. Την αγαπούσα κρυφά, αλλά γίναμε ζευγάρι όταν έγινε 23 ετών

152q5yw45grtsv
Τι θα ευχόσασταν στους πολιτικούς μας;

Αυτήν τη στιγμή; Μόνο ομόνοια. Πολιτικούς έξυπνους έχουμε. Ας κάτσουν κάτω να βρουν μια λύση. Η χώρα πρέπει να προχωρήσει. Τα φώτα μάς τα έχουν δώσει οι μεγάλοι φιλόσοφοι της αρχαιότητας.

Πάντως οι ηθοποιοί γίνατε μια γροθιά απέναντι στον Βέλγο Γιαν Φαμπρ. Μας δώσατε το παράδειγμα…
Η μεγαλύτερη βιομηχανία της Ελλάδας, το «δυνατό» χαρτί της, είναι ο πολιτισμός και ο τουρισμός. Τα αρχαία θέατρα κατακλύζονται από τους ξένους τουρίστες για να δουν αρχαία τραγωδία και αττική κωμωδία. Το είδος αυτό μας ανήκει.

Δεν θα μπορούσε σ’ αυτά τα χώματα να μην ακουστεί αυτός ο λόγος. Στο τέλος, Πολιτεία και καλλιτέχνες μονιάσανε. Γιατί επικράτησαν η λογική και το δίκαιο.

Ως Γιάννης Βογιατζής θα ήθελα να δω από κοντά τον υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά και να του ζητήσω να ιδρύσει μια δραματική σχολή στο Εθνικό Θέατρο που θα ασχολείται αποκλειστικά με το αρχαίο θέατρο. Και οι ηθοποιοί αυτής της σχολής να είναι οι πρεσβευτές αυτού του είδους σε όλα τα θέατρα της υφηλίου. Θα έχουμε και τεράστια διαφήμιση και έσοδα. Αυτό θα το υποστηρίξω μέχρι το τέλος της ζωής μου. Ο ελληνικός πολιτισμός δεν πρέπει να κρύβεται!

Με τον κινηματογράφο πώς μπλέξατε;
Ο Αλέκος Σακελλάριος με έβγαλε στη μεγάλη οθόνη. Η πρώτη μου ταινία ήταν το «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο». Εκεί υποδύθηκα έναν γιατρό, τον οποίο είχε επισκεφτεί η Τζένη Καρέζη. Εχω παίξει σε 65 φιλμ και 22 από αυτά είναι του Φίνου. Θυμάμαι με πολλή αγάπη τη Ρένα Βλαχοπούλου, γιατί μαζί της είχα άριστη επαγγελματική σχέση. Η επιτυχία βέβαια ήρθε με τον χαρακτήρα του ευγενικού Μικέ και την ατάκα «Σας χαιρέτησα; Δεν σας χαιρέτησα». Ο Πρετεντέρης, ο Τσιφόρος κι εγώ κάναμε πολλή παρέα και βγαίναμε τα βράδια μαζί με τις γυναίκες μας. Οταν θέλαμε να γελάσουμε, εγώ έκανα κάπως παράξενα τη φωνή μου και εκείνοι ξεκαρδίζονταν. Ετσι τους ήρθε η ιδέα να μου γράψουν την ατάκα αυτή για το ραδιόφωνο και μετά φτιάχτηκε ο περίεργος χαρακτήρας του Μικέ για τον κινηματογράφο. Κάποιες φορές, όταν βλέπω τις ταινίες αυτές, στενοχωριέμαι γιατί λέω από μέσα μου «εκεί θα μπορούσες να ήσουν καλύτερος». Βλέπω τα σφάλματα και λυπάμαι.

Ποια είναι η μεγάλη αγάπη της ζωής σας;
Η γυναίκα μου. Μεγάλος έρωτας. Τη γνωρίζω από τα 16 της χρόνια. Αθηναία. Επειδή μου άρεσαν τα μαθηματικά τής έκανα φροντιστήριο. Την αγαπούσα κρυφά, αλλά γίναμε ζευγάρι όταν έγινε 23 ετών. Ο Θεός μας έχει ακόμη μαζί, αν και τώρα περνά μια περιπέτεια με την υγεία της και τη φροντίζω με όλη μου την αγάπη. «Η απόλυτη δημοκρατία», έλεγε η μητέρα μου, «θα ‘ρθει όταν εξισωθούν οι άνδρες με τις γυναίκες». Γι’ αυτό και τις σέβομαι. Αποκτήσαμε έναν γιο που δεν ακολούθησε τα βήματά μου. Του άρεσαν τα οικονομικά. Τώρα έχουμε ξετρελαθεί με τον εγγονό. Με τον μικρό Γιάννη μοιάζω. Εχουμε την ίδια αθωότητα. Δεν θέλω να στενοχωρώ τους ανθρώπους. Θέλω να είμαι κύριος με όλους.

Ποια είναι η επιθυμία σας;
Το σπίτι μου είναι το Εθνικό Θέατρο. Από εδώ ξεκίνησα και από εδώ θέλω να φύγω. Εδώ γνώρισα την Αρώνη, τον Μυράτ, τον Τσαρούχη. Χαίρομαι που είμαι 88 χρόνων και οι σκηνοθέτες με εμπιστεύονται. Είμαι ευτυχής όταν παίρνω τους ρόλους και τους διαβάζω σπίτι μου. Δεν είμαι ένας σύνθετος άνθρωπος ή καλλιτέχνης. Δεν κρύβω τίποτα, γιατί πολύ απλά δεν ένιωσα πότε διάσημος. Η αναγνωρισιμότητα σε κολακεύει στην αρχή, αλλά μετά σε γεμίζει ευθύνη. Ο κόσμος με αγκαλιάζει στον δρόμο, αλλά εγώ κατεβάζω τα μάτια από συστολή.

Τι θέλετε να λέει ο κόσμος για εσάς;
Οτι ο Γιάννης ήταν κύριος και καλός άνθρωπος. Και τελικά έγινε και καλλιτέχνης. Η ψυχή μου ανήκει στο θέατρο και χωρίς αυτό δεν θα μπορέσω να υπάρξω. Ο Λογοθετίδης μου είχε πει: «Γιάννη, δεν υπάρχουν κωμικοί ή δραματικοί ηθοποιοί. Υπάρχουν μεγάλοι και μικροί». Κανένας ηθοποιός δεν παίζει μόνος του ως θιασάρχης ή πρώτο όνομα. Στη σκηνή είμαστε όλοι μαζί. Ο Θεός μού έδωσε πολλές χαρές. Οπως να συνεργαστώ νύχτα, στα μπουζούκια, με τον μεγάλο Ζαμπέτα. Και τον λέω «μεγάλο» γιατί ήταν απλός. Και στη ζωή το πιο δύσκολο είναι να είσαι απλός. Τότε τους έλεγα: «Ο Ζαμπέτας είναι εκπληκτικός». Και δεν έλεγα ψέματα. Η ιστορία τον δικαίωσε, γιατί ήταν αληθινός. Στη ζωή υπάρχει και η σταύρωση, αλλά υπάρχει και η ανάσταση.

{{-PCOUNT-}}35{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ