Υπήρξα άτυχη με τους άντρες

Η «αρχόντισσα της κουζίνας» και σπουδαία κωμικός Δέσποινα Στυλιανοπούλου, στα 81 της πλέον, ξεδιπλώνει το άλμπουμ με τις αναμνήσεις της και αποκαλύπτει το περιστατικό που τη συγκλόνισε

Είναι η πιο διάσημη… υπηρέτρια του θεάτρου και του κινηματογράφου, της οποίας τις γνώσεις σε θέματα νοικοκυριού ζήτησε μέχρι και η Ελένη Μενεγάκη! Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου -ή, αλλιώς, το λατρεμένο Δεσποινάκι των θρυλικών ταινιών της χρυσής εποχής του σινεμά- σκόρπισε το γέλιο στο κοινό, άλλοτε ως «δουλικό αμέσου δράσεως» και άλλοτε ως «αρχόντισσα της κουζίνας». 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ
Φωτό: Βαγγέλης Μασιάς

t224w55Μια λαμπερή πρωταγωνίστρια της κωμωδίας, το βλέμμα της οποίας, έως σήμερα, στα 81 της χρόνια, συνεχίζει να πετάει φωτιές, η φωνή της είναι «καμπάνα» και το μυαλό της παραμένει… ξυράφι.

Η… ταξιτζού της μεγάλης οθόνης (η ομότιτλη ταινία έκοψε περισσότερα εισιτήρια από το φιλμ «Η Αλίκη και η άλλη» της Βουγιουκλάκη, το οποίο παιζόταν την ίδια περίοδο και έκανε μόδα την τραγιάσκα και τα τζιν της ηρωίδας) αποκαλύπτει στην «Espresso» ότι στα γυρίσματα της συγκεκριμένης παραγωγής παραλίγο να… πνιγεί και σώθηκε από θαύμα. Οσο για τις πιο ακραίες εκδηλώσεις λατρείας του κόσμου; Πολλές, αλλά εκείνη που ξεχωρίζει και καταθέτει με θλίψη είναι ο θάνατος μιας ηλικιωμένης γυναίκας στην αγκαλιά της! «Τώρα που σε είδα δεν με νοιάζει κι αν πεθάνω» της είπε και έπειτα από λίγα λεπτά… ξεψύχησε. Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, που υπήρξε κολλητή φίλη της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Γιάννη Τσαρούχη, θυμάται τις μοναδικές ατάκες του σπουδαίου ζωγράφου. Οπως τότε που αποστόμωσε σε δημόσιο χώρο τη Μελίνα με τη φράση για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του.

Μιλώντας για την προσωπική της ζωή, δεν κρύβει πως στάθηκε άτυχη στους άντρες και στη μητρότητα και -παρόλο που ζει μόνη της, έχοντας για παρέα τον γάτο της τον Χούλιο- δηλώνει δυνατή. «Ποτέ δεν χάνεται κανένας, όταν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και πίστη στον Θεό. Για πολλά πράγματα που με αφορούν συμβουλεύομαι τον πατέρα Ιάκωβο, τον παππούλη της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο Μαρούσι, όπου μένω, και είναι αυτός που με παρότρυνε να γράψω το βιβλίο της ζωής μου. Επίσης επισκέπτομαι συχνά τον πατέρα Νεκτάριο, ο οποίος βρίσκεται σε μοναστήρι στην Καμάριζα» μας εξομολογείται και προσθέτει πως στο σαλόνι του σπιτιού της έχει μία μεγάλη εικόνα του αγίου Φανουρίου γιατί είναι ο προστάτης της οικογένειάς της που αποτελεί για εκείνη στήριγμα σε κάθε στιγμή της ζωής της.

Οκτώ «εγγόνια»

Πριν από λίγο καιρό βραβεύτηκε για τα 50 χρόνια στο θέατρο και το σινεμά από τον Ομιλο για την Unesco Πειραιώς και Νήσων. Εχει τέσσερις ανιψιές από τον αδελφό της και δύο ανιψιές από την αδελφή της, αλλά και οκτώ «εγγόνια», όπως αποκαλεί τα παιδιά τους.

Η μπριόζα Δέσποινα έχει όμως στο πλευρό της και όλους τους Ελληνες που τόσα χρόνια τής δείχνουν την αγάπη τους. «Ελληνες, να έχετε πείσμα και πίστη. Η πίστη μάς σώζει. Οσο για την Ελλάδα μας, μη φοβάστε, ποτέ δεν πεθαίνει! Γεια σας και χαρά σας και το Δεσποινάκι στα όνειρά σας! Αμίιι!» λέει με θεατρικό στιλ, κλείνοντας τη συνέντευξή της.

Το θρυλικό ειδύλλιο του Τόλη Βοσκόπουλου με τη Ζωή Λάσκαρη πλέχτηκε στην παράσταση «Μαριχουάνα στοπ!» 

Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
Γεννήθηκα στη Μεσσήνη κι έχω έναν αδελφό, τον Γιώργο, και μία αδελφή, τη Βούλα. Το 1940, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ήμουν πέντε χρόνων. Εχω ζήσει όλα τα δεινά της Κατοχής: πείνα, αγωνία, πόνο, θλίψη, αγώνα για την επιβίωση μέχρι να έρθει η λευτεριά. Τι να πρωτοθυμηθώ; Θα πω για τον σκύλο μας τον Ρεξ, που ο πατέρας μου -όταν είχε φύγει από το σπίτι μαζί με τον αδελφό μου για να σωθούν από τους Γερμανούς και κρύβονταν σε ένα κοντινό χωριό- τον έστειλε στη μητέρα μου με ένα σημείωμα στο κολάρο του.
Εκείνη πήρε το σημείωμα από τον σκύλο και διάβασε δυνατά: «Ζούμε κι ερχόμαστε». Πετάξαμε από τη χαρά μας. Ομως ο Ρεξ, μόλις βγήκε από το σπίτι, δέχτηκε τα πυρά ενός Γερμανού και σωριάστηκε νεκρός. Ολοι μας στενοχωρηθήκαμε πολύ, αλλά περισσότερο ο πατέρας, που από τότε δεν πήρε άλλο σκύλο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για όσα του είχε προσφέρει ο Ρεξ.

Πότε έβαλες μπρος για να γίνεις ηθοποιός;
Παράλληλα με το γυμνάσιο στην Αθήνα φοιτούσα και στο ωδείο μαζί με τον Γιώργο Μούτσιο και τις αδελφές του, τη Μυρτώ Δουλή και τη σπουδαία Νάνα Μούσχουρη, η οποία με τη θαυμάσια φωνή της δόξασε την Ελλάδα στα πέρατα της Γης. Ο πατέρας μου, που ήταν καθηγητής γυμνασίου και δίδασκε αρχαία ελληνικά, ιχνογραφία και καλλιγραφία, ήθελε να μπω στη Νομική και να γίνω δικηγόρος.

Ομως αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν το θέατρο. Ετσι μπήκα στη δραματική σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Αρχικά, μαζί με τη δραματική, συνέχιζα και το ωδείο και ο Ροντήρης, όταν αργούσα να πάω στη σχολή, μου έλεγε: «Λολομπρίτζιντα, διάλεξε: ή τραγούδι ή σχολή». Τελικά επέλεξα το θέατρο, ενώ η αγαπημένη μου φίλη, η Νάνα, κάθε βράδυ ερχόταν στη σχολή μας. Νομίζω ότι, για να πούμε και κάτι χαριτωμένο από εκείνα τα ανέμελα νεανικά χρόνια μας, στη Νάνα άρεσε ο Μιχάλης Νικολινάκος που τότε σπουδάζαμε μαζί στη σχολή του Ροντήρη, ο οποίος και βέβαια ήταν ένας κούκλος και όλα τα κορίτσια τον θαύμαζαν.

Ποιοι σε στήριξαν στα πρώτα σου βήματα;
Η Αννα Καλουτά και η αδελφή της η Μαρία, οι οποίες μου έδωσαν την ευκαιρία να παίξω στην παράστασή τους «Της φυλακής τα σίδερα» που ανέβηκε στο θέατρό τους. Επαιζαν 22 γυναίκες -ανάμεσά τους οι Καίτη Μπελίντα, Ρένα Ντορ, Μπέττυ Μοσχονά- κι εγώ είχα ένα ρολάκι, που είναι και ο πρώτος μου στο θέατρο. Με τις Καλουτάδες γίναμε φίλες στη συνέχεια και κάναμε καλή παρέα. Συνεργάστηκα μαζί τους για 15 χρόνια, από το 1960 που βγήκα στο θέατρο.
Μάλιστα τότε που ξεκινούσα τις χτένιζα κιόλας και τότε είχα πει πως, αν δεν γίνω ηθοποιός, θα γίνω μια καλή κομμώτρια. Θυμάμαι τη Μαρία Καλουτά, η οποία μου έλεγε: «Δεσποινάκι, εδώ πετάει μια τριχούλα». Κι εγώ της απαντούσα: «Μάλιστα, κυρία Καλουτά, θα σας βάλω λακ». Επαιρνα τότε 20 δραχμές και τα έδινα όλα για να αγοράζω λακ. Επίσης με στήριξε ο Μίμης Τραϊφόρος, ο οποίος μου έδωσε την ευκαιρία να υποδυθώ στο ραδιόφωνο της τότε ΥΕΝΕΔ την «Πυργοδέσποινα της κουζίνας», που στη συνέχεια έγινε -και πάλι από τον Τραϊφόρο- θεατρική παράσταση και την ανέβασα στο θέατρο Καλουτά.

Γυρίζοντας την «Ταξιτζού» κινδύνεψα να πνιγώ. Το ταξί ήταν σε μια κατηφόρα και τσούλησε. Πήγα να μπω και να πατήσω φρένο, αλλά με παρέσυρε και τελικά βρέθηκα στη θάλασσα

14g23y64yu346y


Ενας θρυλικός ρόλος που έμεινε στην ιστορία για τις ατάκες σου!

Και ειδικά για τη φράση την οποία έλεγα στο τέλος: «Γεια σας και χαρά σας και το Δεσποινάκι στα όνειρά σας. Αμιιί…» Αυτή η εκπομπή διήρκεσε 14 χρόνια. Δεν την άκουγα από το δικό μου ραδιόφωνο, αλλά από εκείνα της γειτονιάς μου, που όλα ήταν συντονισμένα στην «Πυργοδέσποινα» και, μάλιστα, στη διαπασών.

Πώς εξηγείς τη μεγάλη επιτυχία σου ως «δουλικό αμέσου δράσεως» και ως «αρχόντισσα της κουζίνας» του ελληνικού σινεμά;
Αυτόν τον ρόλο τον ζω. Ημουν γεννημένη γι’ αυτόν, τον έπαιζα σαν να βρισκόμουν στο σπίτι μου. Ο Κώστας Καραγιάννης έλεγε στο συνεργείο και στους άλλους ηθοποιούς: «Αφήστε την, αυτή είναι στο σπίτι της, δεν παίζει». Ο ρόλος της υπηρέτριας ήταν για μένα πηγή έμπνευσης και έβαζα διαρκώς και δικά μου πράγματα για να βγαίνει όσο γίνεται περισσότερο γέλιο.

Στους ρόλους σου έλεγες και κάποια… μαργαριτάρια, που έδειχναν αμόρφωτη γυναίκα και δεν άρεσαν σε κάποιους.
Ναι, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Νικολαΐδης ήταν ένας από αυτούς που δεν τους άρεσαν αυτές οι κοτσάνες και κάποια στιγμή μου έκανε παρατήρηση. Με σκηνοθετούσε στη ραδιοφωνική εκπομπή «Το μαγαζάκι», που έγραφε ο Κώστας Πρετεντέρης, με πρωταγωνιστή τον Κώστα Χατζηχρήστο, όπου έπαιζα κι εγώ την υπηρέτρια. «Δεν μου λες, βρε κοριτσάκι, έχεις τελειώσει δημοτικό;» με ρώτησε ξινισμένος.

Τον κοίταξα με ύφος και του ζήτησα να μου πει γιατί το λέει αυτό. «Γιατί με αυτά που λες πρέπει να είσαι αγράμματη» απάντησε με το ίδιο στιλ. Του εξήγησα ότι όλα αυτά τα γράφει ο Πρετεντέρης, όμως επέμεινε πως κι εγώ βάζω δικά μου. Ε, «τα πήρα»! «Είμαι κόρη γυμνασιάρχου, αριστούχος, φοιτήτρια της Νομικής και, για να κάνεις αυτούς τους σολοικισμούς και να ανατρέψεις το λεξικό, πρέπει να έχεις τελειώσει δέκα πανεπιστήμια» του ανταπάντησα κι αμέσως κατάλαβε το λάθος του, μου ζήτησε συγγνώμη και στο τέλος μου είπε: «Εσύ, κορίτσι μου, θα γίνεις το νούμερο ένα στους ρόλους αυτούς».

Η πρώτη σου ταινία «Θεοί και δαίμονες», το 1962, γυρίστηκε στη Μύκονο. Πώς ήταν τότε το νησί των ανέμων;
Θα σου αποκαλύψω ότι αυτό το καλοκαίρι ετοιμαζόμαστε με τον δήμαρχο Μυκόνου να κάνουμε προβολή της ταινίας στο νησί για να δει ο κόσμος πώς ήταν τότε. Στο φιλμ, που είναι δραματικό, εκτός από εμένα παίζουν ο Μιχάλης Νικολινάκος, ο Λυκούργος Καλλέργης και η Αννα Ραφτοπούλου. Επίσης έναν ρόλο έκανε ο Γιώργος Οικονόμου, ο οποίος είναι πολύ φίλος μου και είναι εκείνος που βρήκε την ταινία και μου την έφερε για να την προβάλουμε.

Οσο για το πώς ήταν τότε η Μύκονος, θα σου πω: πολύ ερημική. Κάναμε 40 μέρες να φύγουμε γιατί δεν μπορούσε να προσεγγίσει το καράβι από τους ανέμους που λυσσομανούσαν. Είχαμε πάει σε μια περιοχή, στις βίλες που λέγαμε, για να γυρίσουμε μια σκηνή και μείναμε χωρίς φαγητό για έξι μέρες επειδή δεν μπορούσε να προσεγγίσει το καΐκι να μας πάρει. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, την οποία βλέπουμε μόλις φτάνουμε στο νησί, δεν φαινόταν από τα τεράστια κύματα.

Στην παράσταση «Μαριχουάνα στοπ!» έπαιζες με τη Λάσκαρη και τον Βοσκόπουλο, που τότε ήταν μαζί. Τι θυμάσαι από εκείνο τον θρυλικό έρωτα;
Το ειδύλλιο πλέχτηκε στη διάρκεια της παράστασης και μια βραδιά η Λάσκαρη το έσκασε και πήγε στην Αμερική. Ο Βοσκόπουλος, ανήσυχος, με ρωτούσε τι να κάνει. «Μην ανησυχείς, θα γυρίσει» του απάντησα. Τελικά, πήγε ο Τόλης στην Αμερική με πλοίο -γιατί φοβόταν το αεροπλάνο- κι επέστρεψε μαζί της αεροπορικώς. Για μένα ήταν το πιο ωραίο ζευγάρι εκείνης της εποχής, αφού και οι δύο ήταν όμορφα παιδιά και ταίριαζαν πολύ. Εγώ τη Ζωίτσα τη λέω «ελαφίνα».

Με τους άντρες αλλά και τη μητρότητα ήμουν άτυχη. Γι’ αυτό όλα τα παιδιά τα θεωρώ δικά μου και τα λατρεύω

Σου συνέβη κάτι άσχημο σε κάποιο γύρισμα;
Γυρίζοντας την «Ταξιτζού» κινδύνεψα να πνιγώ. Το ταξί που οδηγούσα βρισκόταν σε μια κατηφόρα και τσούλησε, ενώ νόμιζα ότι ήταν σταματημένο. Πήγα να μπω και να πατήσω φρένο, αλλά με παρέσυρε και βρέθηκα στη θάλασσα μαζί του. Ευτυχώς, υπήρχαν κάποιοι δύτες εκεί και με έσωσαν. Βγήκα έξω με σπασμένο το πόδι μου και φοβερούς πόνους. Εβαλα γύψο για έξι μήνες, αλλά στη συνέχεια κόντεψα να πάθω σηψαιμία.

Ποια είναι η πιο ακραία εκδήλωση θαυμασμού που έχεις ζήσει;
Εκανα περιοδεία και λίγο πριν από μια παράσταση στα Μέθανα μια γλυκύτατη γιαγιά με περίμενε στην είσοδο του θεάτρου για να με γνωρίσει. Μόλις με είδε, έπεσε στην αγκαλιά μου και μου είπε: «Τώρα δεν με νοιάζει αν πεθάνω». Δυστυχώς έπειτα από δευτερόλεπτα η γυναίκα, που όπως έμαθα αργότερα ήταν άρρωστη, άφησε την τελευταία της πνοή πάνω στο στήθος μου. Για μένα ήταν μεγάλο σοκ.

Στον Λυκαβηττό πετάχτηκε η Μελίνα και είπε στον Τσαρούχη:«Δεν ξέρεις πως η ”Λυσιστράτη” είναι για γυναίκες;» Κι εκείνος απάντησε: «Κι εσύ δεν ξέρεις πως δεν είμαι άντρας; Είμαι π….ς».

15b356ytye

Με την οικονομική άνθηση της χώρας μας -κυρίως μέσω των δανείων- κάθε… κυρία προσέλαβε και την αλλοδαπή παραδουλεύτρα της. Πώς το σχολιάζεις αυτό;
Αυτό που έχω να πω είναι ότι οι υπηρέτριες που παίρνουν είναι άσχετες και οι, ας τις πούμε, κυρίες τους, επειδή δεν γνωρίζουν από νοικοκυριό, δεν μπορούν να τους υποδείξουν πώς να καθαρίσουν και να τις ελέγξουν. Γι’ αυτό είπα κάποτε ότι θα ανοίξω μια σχολή να διδάσκω στις νέες Ελληνίδες πώς θα πρέπει να περιποιούνται το σπίτι τους, για να μην τις κοροϊδεύουν οι αλλοδαπές και μη παραδουλεύτρες τους. Γνωρίζω το νοικοκυριό -συμπεριλαμβανομένου και του μαγειρέματος, αφού μαγειρεύω από πέντε χρονών- σε όλες τις λεπτομέρειές του. Επίσης καρφώνω, ξέρω από υδραυλικά, ηλεκτρολογικά αλλά και ό,τι έχει να κάνει με το πλυντήριο και το σιδέρωμα.

Οταν πρωτοβγήκε η Ελένη Μενεγάκη στον «Πρωινό καφέ», η Αννα Πρετεντέρη, που ήταν καλλιτεχνική διευθύντρια της εκπομπής, με έβαλε δίπλα της για έναν χρόνο να δίνω συμβουλές οικοκυρικών, όπως πώς να σιδερώνουν με τσάκιση το παντελόνι, πώς να καθαρίζουν τα παπούτσια, τα μάρμαρα αλλά και τα κρεμμύδια χωρίς να κλαίνε.

Πες μου ένα τέτοιο μυστικό σωστού νοικοκυριού…
Θα σου πω πώς διατηρείται φρέσκο το ψάρι. Οπως το παίρνεις από τον ψαρά, το βάζεις σε ένα μπολ με νερό και μετά στην κατάψυξη. Οταν το βγάλεις και ξεπαγώσει το ψάρι είναι φρέσκο, τρέχει αίμα από τα σπλάχνα του.

Ποια ήταν η πιο πικρή στιγμή της ζωής σου;
Τότε που έχασα τη μανούλα μου τη γλυκιά. Της έχω γράψει ποίημα που, όταν το διαβάζεις, κλαις.

Ησουν κολλητή με τον Γιάννη Τσαρούχη, που ήταν και γείτονάς σου στο Μαρούσι. Το απόφθεγμά του «στην Ελλάδα ό,τι δηλώσεις είσαι» έχει επαληθευθεί σήμερα πιο πολύ από ποτέ.
Ακριβώς. Ο Τσαρούχης ήταν ακούραστος και αγαπούσε τη ζωή. Μου χτυπούσε το κουδούνι και μου έλεγε: «Επιστρέφω σε λίγο για να φάμε». Και πήγαινε να κάνει την ένεση ινσουλίνης, αφού έπασχε από διαβήτη. Πολλές φορές, ενώ έτρωγε με όρεξη, σταματούσε, με κοίταζε εξεταστικά και μου έλεγε: «Δώσε μου ένα μολύβι να σε ζωγραφίσω». Τον θαύμαζα απεριόριστα και του έλεγα: «Γιατί να κουραστείτε, κύριε Τσαρούχη; Αφού έχω εσάς εδώ παρέα, για μένα αυτό έχει αξία». «Είσαι περήφανη» μου απαντούσε. Ο Γιάννης είχε πολύ χιούμορ και δεν θα ξεχάσω τι είχε πει στη Μελίνα Μερκούρη όταν πήγαμε να παρακολουθήσουμε τη «Λυσιστράτη» του Λαζόπουλου στον Λυκαβηττό.

Τι της είπε;
Φτάνοντας στον Λυκαβηττό, τον υποδέχτηκε με σεβασμό ο Γιώργος Λεμπέσης. Στηρίχτηκε στο μπράτσο μου κι έσερνε σιγά σιγά τα ποδαράκια του. Πλησιάζοντας στις κερκίδες και πριν προλάβει να τον υποδεχτεί ο σκηνοθέτης Βουτσινάς, πετάχτηκε πάνω η Μελίνα και του είπε με την ερωτική βραχνή φωνή της: «Πού πας, Γιάννη; Δεν ξέρεις πως η παράσταση είναι μόνο για γυναίκες;» Κι εκείνος την αποστόμωσε: «Κι εσύ, Μελίνα μου, δεν ξέρεις πως δεν είμαι άντρας; Είμαι π….ς».

Στην αυτοβιογραφία σου με τον τίτλο «Ηθοποιός αμέσου δράσεως» αναφέρεσαι στον Κώστα Καραγιάννη, που τον αγάπησες πραγματικά αλλά εκείνος όχι μόνο σε πρόδωσε με άλλους κρυφούς έρωτές του, και σου είχε αποκρύψει μάλιστα ότι είχε γυναίκα και παιδί.
Ο Κώστας Καραγιάννης ήταν ο άνθρωπος που με πίστεψε και με βοήθησε. Επειδή δεν ήθελε να με πικράνει, δεν μου είχε αποκαλύψει τη σχέση του με τη γυναίκα του και το παιδί τους. Τίποτε άλλο. Να είναι καλά εκεί που είναι και να ζει μέσα από τα έργα του.

Με τον άντρα που παντρεύτηκες, τον τραγουδιστή Πέτρο Μήλα, ο γάμος σας τελείωσε νωρίς και, μάλιστα, αργότερα, όταν περίμενες πως θα ξανασμίξετε, σου έστειλε από το Λονδίνο το προσκλητήριο του επόμενου γάμου του. Τελικά, μήπως με τους άντρες ήσουν άτυχη;
Ακριβώς. Και με τη μητρότητα ήμουν άτυχη. Γι’ αυτό όλα τα παιδιά του κόσμου τα θεωρώ δικά μου και τα αγαπώ.

{{-PCOUNT-}}38{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ