«Χάριζα» άντρες στις φίλες μου

Η μπριόζα Ξανθή Περράκη, που χαρακτηρίστηκε «Σίρλεϊ Τεμπλ της Ελλάδας», επιστρέφει στην εποχή που τραγουδούσε το σουξέ «Μελαχρινάκι» και αποκαλύπτει γιατί κόντεψε να πεθάνει

Η μελαχρινή καλλονή από… κούνια, που κέρδισε με τις ικανότητές της τους τίτλους «παιδί-θαύμα» και «Σίρλεϊ Τεμπλ της Ελλάδας», εξαιτίας της εμφάνισής της στα ταλέντα του Γιώργου Οικονομίδη, δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική πορεία από αυτή που διέγραψε.

ΑΠΟ ΤΟΝ
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ
Φωτό: Χρήστος Ζήνας

Το μπρίο, η ναζιάρικη φωνή και η τσαχπίνικη ματιά της έκαναν την Ξανθή Περράκη μια από τις πιο αγαπημένες καλλιτέχνιδες του κόσμου, αλλά και αντικείμενο του πόθου για πολλά… καψούρια! Τα θρυλικά σουξέ της «Σημαδάκι μελανό», «Ελα ασήμωνε να σε λέω» και το περίφημο «Μελαχρινάκι», το οποίο έχει αφήσει εποχή για την… ξεσηκωτική φράση «Ντίμπι ντάι, ντίμπι ντάι», εξακολουθούν να ακούγονται. Το όνομά της ήρθε πρόσφατα πάλι στην επικαιρότητα, λόγω της ενσάρκωσής της από τον Γιάννη Κρητικό στο «Your face sounds familiar 3» του ΑΝΤ1.

«Θα έπρεπε να κάνει περισσότερα νάζια» λέει η ίδια στην «Espresso» για τον τραγουδιστή, ενώ αποκαλύπτει πως οι επιτυχίες της δεν σημειώθηκαν μόνο στο πεντάγραμμο αλλά και στις ανδρικές καρδιές. Μάλιστα, γελώντας, μας λέει ότι επειδή δεν… προλάβαινε τις κατακτήσεις, τις έστελνε… πεσκέσι στις φίλες της!

4rfwqertsae 2Τη συναντήσαμε στο καφέ γνωστού ξενοδοχείου, όπου μας εξομολογήθηκε κυρίως τις καλές στιγμές της ζωής της, γιατί, όπως λέει με χιούμορ, δεν θέλει να θυμάται τα δυσάρεστα. «Κι αν μου έκαναν και καμιά ματσαραγκιά, νύχτα ήτανε, δεν φαινότανε!» δηλώνει με κέφι.

Η τραγουδίστρια, που γεννήθηκε στο Θησείο, ήρθε στον κόσμο από τα χέρια του Γιάννη Τράγκα, ενός γνωστού και καταξιωμένου γυναικολόγου της Αθήνας, που την αποκαλούσε «το τραβηχταράκι μου».

Πρότυπο η Βουγιουκλάκη

Δεν ήταν άλλος από τον πατέρα του δημοσιογράφου Γιώργου Τράγκα. Από κοριτσάκι τραβούσε πάνω της τα βλέμματα αλλά και τα φλας, καθώς, όταν πήγαινε με τη μητέρα της να ταΐσει τα περιστέρια της πλατείας Συντάγματος, οι διερχόμενοι την παρατηρούσαν με θαυμασμό και τη φωτογράφιζαν. Εχοντας ως πρότυπο την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κέρδισε σε ηλικία τριάμισι χρόνων τον τίτλο της «Σίρλεϊ Τεμπλ της Ελλάδας», ύστερα από τη συμμετοχή της στα ταλέντα του Γιώργου Οικονομίδη, ενώ λίγα χρόνια μετά, ως παιδί-θαύμα, έπαιξε στο παιδικό θέατρο του Ανέστη Βλάχου.

Μεγαλώνοντας είχε πάντα στο πλευρό της τον αδελφό της Περικλή Περράκη, ο οποίος επίσης ασχολήθηκε με το τραγούδι. Οι δυο τους είναι πολύ δεμένοι, ενώ η Ξανθή τού συμπαραστάθηκε -και εξακολουθεί να το κάνει- στο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε.

Η μπριόζα τραγουδίστρια, η οποία πάντα συνδύαζε το στιλ της με το ύφος των σουξέ της, μιλάει για τη μεγάλη αγάπη του Περικλή προς τη μητέρα τους, για χάρη της οποίας παράτησε την καριέρα του για να τη φροντίζει έως τα 98 της χρόνια, όταν και έφυγε από τη ζωή. Ο θάνατός της ήταν σοκαριστικός και για την Ξανθή. «Επαθα μεγάλη στενοχώρια. Μου έπεσαν όλα τα μαλλιά και έμεινα σκελετός. Κόντεψα να πεθάνω» υποστηρίζει η ίδια.

Οσο για την προσωπική της ζωή; Η Ξανθή Περράκη έκανε δύο γάμους, που κατέληξαν σε διαζύγια. Οπως λέει, όταν χώριζε από τον δεύτερο σύζυγό της λιποθύμησε στο γραφείο του συμβολαιογράφου. «Δυστυχώς, ο χωρισμός ήταν αναγκαστικός» λέει, χωρίς να αποκαλύπτει τους λόγους που τους οδήγησαν να ακολουθήσουν δρόμους χωριστούς, ωστόσο δηλώνει ευθαρσώς πως «αυτός ο άντρας για μένα ήταν η μεγάλη αγάπη της ζωής μου».

Σήμερα έχει σοβαρό δεσμό. Ο σύντροφός της την ηρεμεί και την κάνει να περνάει καλά. Αλλωστε, πάντα έψαχνε να βρει τον άνθρωπο που θα γινόταν το… λιμάνι της.

Ξανθή, πού γεννήθηκες;
Στο Θησείο, στην Αθήνα, και είμαι το έκτο παιδί της οικογένειας. Πριν από μένα είναι ο αδελφός μου ο Περικλής, ο γνωστός τραγουδιστής. Με έφερε στον κόσμο ένας σπουδαίος μαιευτήρας, ο Γιάννης Τράγκας, πατέρας του δημοσιογράφου Γιώργου Τράγκα.

Ηταν από τους καλύτερους γυναικολόγους της Αθήνας, ένας γαλανομάτης, πολύ καλός γιατρός και πανέξυπνος κύριος, όπως και ο γιος του. Μάλιστα, όταν με έβλεπε, με αποκαλούσε «το τραβηχταράκι μου», επειδή με τράβηξε από την κοιλιά της μητέρας μου.

Τραγουδάς από μικρή;
Μόνο που δεν γεννήθηκα στην πίστα! Από παιδάκι ήμουν σκερτσόζα και η μαμά μου με έντυνε ωραία. Εμοιαζα με ζωντανό κουκλάκι. Οταν βγαίναμε βόλτα στα περιστέρια, στο Σύνταγμα, ο κόσμος με φωτογράφιζε.

Ημουν ένα μπιμπελό! Σε ηλικία τριάμισι χρόνων ξεκίνησα μπαλέτο και πιάνο, και η μαμά μου με πήγε στα ταλέντα του Γιώργου Οικονομίδη. Εχω εφημερίδα από εκείνη την εμφάνισή μου, που γράφει ότι είμαι «παιδί θαύμα» και με αναφέρει ως «η Σίρλεϊ Τεμπλ της Ελλάδας». Από μικρή μού άρεσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη και πίεζα τη μαμά να με πηγαίνει συνέχεια στο θέατρο, να τη βλέπουμε. Μου άρεσαν πολύ τα τραγούδια της Αλίκης -τα ήξερα απέξω κι ανακατωτά- αλλά και τα νάζια της. Από εκείνη αλλά και από τη Ζωζώ Σαπουντζάκη μετέπειτα, όπως και από τη Ρένα Βλαχοπούλου, διδάχτηκα πολλά και τα προσάρμοσα στο δικό μου εκφραστικό ύφος.

14wre6u4yryuΠότε ανέβηκες πρώτη φορά στην πίστα;
Προηγήθηκε το σανίδι. Στα οκτώ μου έπαιξα μια πονηρή αλεπού στο παιδικό θέατρο του Ανέστη Βλάχου. Εκεί να δεις νάζι και πονηριά στο μάτι! Εκείνη την εποχή άκουσα πρώτη φορά στο ραδιόφωνο μια τραγουδίστρια, τη Μαριάννα Χατζοπούλου, η οποία με συγκλόνισε με την υπέροχη φωνή της και είπα πως θα γίνω κι εγώ σαν αυτή.

Τραγουδούσα σε συγγενείς και φίλους τα κομμάτια της, και όλοι τότε συμφώνησαν πως θα πρέπει να ασχοληθώ με το τραγούδι. Αλλωστε, και στο σχολείο ήμουν στη χορωδία και μπορώ να σου πω ότι εγώ τη… διεύθυνα. Ωστόσο, στο τραγούδι δεν μπήκα ως αυτοδίδακτη, αλλά κι εγώ και αδελφός μου, ο Περικλής, το σπουδάσαμε, και μάλιστα σε τρία ωδεία, με καταπληκτικές δασκάλες: στο Εθνικό, στο Ελληνικό και στο Ορφείο. Η πρώτη μου εμφάνιση ως τραγουδίστρια σε κοινό έγινε με την ορχήστρα του Χρήστου Μουραμπά.

Ηταν σε μια εκδήλωση στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», που λεγόταν ο Χορός της Αμυγδαλιάς, με προσκεκλημένη τότε όλη την αφρόκρεμα της Αθήνας. Θυμάμαι που όλο το ξενοδοχείο ήταν στολισμένο με αμυγδαλιές και εγώ -που, πραγματικά, είχα πολύ τρακ- βγήκα να τραγουδήσω με δύο καμέλιες στα μαλλιά, τις οποίες μου έβαλε η μάνα μου για να είμαι στο κλίμα. Τότε πήγαινα ακόμη στο Γυμνάσιο και τραγουδούσα μόνο τα Σάββατα σε εκδηλώσεις ξενοδοχείων. Μάλιστα, με συνόδευαν οι δικοί μου για να μην είμαι μόνη μου τις νύχτες. Ως τραγουδίστρια ορχήστρας, το ρεπερτόριό μου περιλάμβανε ξένα και ελληνικά κομμάτια, κυρίως από τη δισκογραφία της Βίκυς Λέανδρος. Μαζί μου, στην ορχήστρα του Μουραμπά, τραγουδούσαν ο Τζίμης Μακούλης, που ήταν το πρώτο όνομα, αλλά και ο Γιάννης Βασιλείου, ο Γιώργος Γερολυμάτος, ο Γιώργος Μπουλουγουράς και ο Κώστας Βενετσάνος, οι οποίοι τότε τραγουδούσαν μοντέρνα τραγούδια.

Ποιος είναι ο πρώτος σου δίσκος;
Τον πρώτο μου δίσκο τον έβγαλα το 1971 στη Music Box και λεγόταν «Πάλι, πάλι». Ηταν μεταφορά στα ελληνικά -σε στίχους Ρέτης Ζαλοκώστα- του γνωστού εγγλέζικου τραγουδιού «Funny funny». Το κομμάτι ακούγεται στην ταινία «Με το ζόρι εφοπλιστής», όπου παίζουν ο Αλέκος Τζανετάκος και ο Σωτήρης Τζεβελέκος. Είμαι στο σιντριβάνι της Ομόνοιας και τραγουδάω «Σαν θα ‘ρθεις πάλι πάλι στη μικρή μου αγκάλη, η καρδιά θα ‘χει πια γιορτή».

Εβγαλα και άλλα δύο μοντέρνα τραγούδια του Ακη Σκαμάγκα και ακολούθησε ένα πολύ ωραίο κομμάτι, το «Κι είπες αντίο» του Δημήτρη Μηλιού και της Σέβης Τηλιακού, με το οποίο το 1975 κέρδισα το 2ο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Τραγουδιού της Βουλγαρίας. Με την ίδια σύνθεση πήγα και στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Χιλής, όπου πήρα βραβείο ερμηνείας, ενώ ο συνθέτης βραβεύτηκε για τη μουσική του.

Κι ύστερα ήρθαν τα κλασικά τσιφτετέλια σου «Σημαδάκι μελανό», «Ελα ασήμωνε να σε λέω» και το περίφημο «Μελαχρινάκι», το οποίο έχει αφήσει εποχή για την… ξεσηκωτική φράση «Ντίμπι ντάι, ντίμπι ντάι»!
Το «Μελαχρινάκι» το είχε πρωτοτραγουδήσει ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος. Στη δική μου εκτέλεση πρόσθεσα αυθόρμητα το «Ντίμπι ντάι», επειδή ήθελα να το προσαρμόσω στο ύφος μου, δηλαδή να το κάνω πιο σκερτσόζικο. «Ντίμπι ντάι, ντίμπι ντάι» δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερο, είναι -ας πούμε- μια έκφραση χαράς και κεφιού.

Γενικά, όλα τα τραγούδια μου τα ερμηνεύω με τέτοιο τρόπο, ώστε να με εκφράζουν απόλυτα, ενώ ακόμη και η αμφίεσή μου παραπέμπει στο νόημα του τραγουδιού. Για παράδειγμα, το «Ασήμωνε για να σε λέω» το τραγουδούσα ντυμένη σε στιλ Τσιγγάνας, με ντέφι, και πήγαινα πάνω από τα τραπέζια, όπου ο κόσμος με… ασήμωνε κιόλας! Φυσικά, το έκανε για πλάκα. Επίσης, για να μάθω καλά το ντέφι, παρακολουθούσα από μικρή τη Δούκισσα, που επίσης ήταν μπριόζα και το έπαιζε μοναδικά.

Πώς σου φάνηκε που στο «Your face sounds familiar 3» ο Γιάννης Κρητικός σε υποδύθηκε, τραγουδώντας το «Μελαχρινάκι»;
Πέρασα πολύ ωραία που το είδα, μου άρεσε. Βέβαια, θα ήθελα να κάνει περισσότερα σκέρτσα, αλλά δεν πειράζει, το παιδί προσπάθησε για το καλύτερο. Οσο για κάποια σχόλια που έγιναν, για το ανοιχτό στόμα μου, τα αντιπαρέρχομαι. Τους αγαπώ όλους, ούτως ή άλλως είμαι έξω καρδιά!

3ye56yytygΠοιος δίσκος σου πούλησε περισσότερο;
Πούλησα χιλιάδες δίσκους με τα πέντε απανωτά βινίλια που έκανα, με τον τίτλο «Τα καλαματιανά». Χωρίς να είμαι «καθαρόαιμη» δημοτική τραγουδίστρια, νομίζω πως τα ερμήνευσα χαριτωμένα τα παραδοσιακά. Οπως το «Εμένα η μάνα μου με έστειλε να μάσω μανουσάκια». Πήγαινα στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσω και ο κόσμος, εκτός από «μελαχρινάκι», μου φώναζε «μανουσάκια». Πρόκειται για πολύ καλή δισκογραφική δουλειά, με την επιμέλεια του αείμνηστου και μοναδικού Γιώργου Κόρου, που με «σφράγισε».

Επίσης, τα νησιώτικα που τραγούδησα σε δίσκο είχαν μεγάλη απήχηση και έγιναν μπεστ σέλερ. Το 1981 είχα πάει στην Πάρο να τραγουδήσω σε μια εκδήλωση και ήταν εκεί και ο Γιάννης Πάριος -ο οποίος είχε ήδη τραγουδήσει άψογα τα νησιώτικα- μαζί με τον γιο του, τον χαριτωμένο Χαρούλη, ο οποίος τότε ήταν μικρός και μου πέταγε γαρδένιες. Μετά το τέλος της εκδήλωσης, ο Γιάννης μού έκανε την τιμή να με καλέσει να φάμε μακαρονάδα στο ρεστοράν του αδελφού του στο νησί.

Δυσκολίες και ανταγωνισμούς είχες στην καριέρα σου;
Δεν θέλω να θυμάμαι τα δυσάρεστα. Ολους τους αγαπούσα και με αγαπούσαν. Τώρα, αν μου έκαναν και καμιά… ματσαραγκιά, νύχτα ήτανε, δεν φαινότανε! Εγώ ήμουνα πάντα έξω καρδιά (γέλια).

Ποια είναι η σχέση σου με τον αδελφό σου, τον τραγουδιστή Περικλή Περράκη, που έμαθα πως είχε θέμα με την υγεία του;
Ο Περικλής τώρα είναι καλά και τον προσέχω να μην παχύνει, γιατί τα πολλά κιλά δεν κάνουν καλό. Με τον αδελφό μου έχουμε πολύ καλή σχέση και τώρα που θα φύγω από εδώ θα πάω να τον συναντήσω, να πιούμε την μπιρίτσα μας. Τόσα χρόνια δουλέψαμε σε διάφορα κέντρα, ανοίξαμε και δύο δικά μας μαγαζιά, κάναμε εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα και γυρίσαμε όλο τον πλανήτη. Φεύγαμε από τον Βόλο και πηγαίναμε άυπνοι στο αεροδρόμιο, με προορισμό την Αυστραλία.

Ο Περικλής -που είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής και, κατά τη γνώμη μου, έχει αδικηθεί- άφησε την καριέρα που είχε για σαράντα χρόνια για να φροντίζει τη μητέρα μας. Αφησε το ξενύχτι και δούλευε ως δημοσιογράφος από το πρωί έως το μεσημέρι για να είναι μετά κοντά της. Ετσι, η μάνα μας έφτασε ενενήντα οκτώ χρόνων. Αλλά κι εγώ ήμουνα στο πλευρό της. Σε ηλικία ογδόντα επτά ετών την πήρα μαζί μου στην Αυστραλία και την είχαμε στο καμαρίνι του κέντρου. Της άρεσε πολύ και ξανάνιωνε!

Τι σημαίνει για σένα η λέξη «μάνα»;
Νομίζω ότι κι εγώ κι ο Περικλής το αποδείξαμε με πράξεις τι σήμαινε. Ωστόσο εγώ δεν ήμουνα προετοιμασμένη ότι θα φύγει κάποια στιγμή και όταν την έχασα, στεναχωρήθηκα πάρα πολύ. Μου έπεσαν όλα τα μαλλιά και έμεινα σκελετός. Κόντεψα να πεθάνω! Ο Περικλής ήταν πιο ψύχραιμος.

Πόσους γάμους έκανες;
Δύο. Ο πρώτος έγινε το 1978 με τον Λοΐζο, που ήταν τραγουδιστής. Ενα ασύλληπτα όμορφο παλικαράκι, θα έλεγα το πιο όμορφο αγόρι που κυκλοφορούσε στον Πειραιά. Μόλις τον είδα στην πίστα όπου τραγουδούσαμε μαζί γίναμε ζευγάρι, αλλά στα τρία τριάμισι χρόνια χωρίσαμε. Μείναμε φίλοι και με στήριζε ακόμη κι όταν παντρεύτηκα τον δεύτερο άντρα μου, τον Κώστα, που είχε κατάστημα με ανταλλακτικά αυτοκινήτων. Κι αυτός -με τον οποίο, επίσης, χωρίσαμε- ήταν σωστός κύριος και μαζί τα περάσαμε υπέροχα. Δυστυχώς, ο χωρισμός ήταν αναγκαστικός, δεν θα ήθελα να πω τον λόγο, γιατί είναι προσωπικός. Οταν πήγαμε στον συμβολαιογράφο να υπογράψουμε για το διαζύγιο, λιποθύμησα. Ο Κώστας για μένα ήταν η μεγάλη αγάπη της ζωής μου.

Από μικρή διέθετες ένα σεξαπίλ που τράβαγε σαν μαγνήτης τους άντρες.
Να μη θεωρηθεί υπερβολή, αλλά δεν ήξερα τι να τους κάνω τους άντρες. Επαιρνα κάποια φίλη μου και της έλεγα: «Βγες με αυτό τον κακομοίρη, που έχει λυσσάξει, γιατί εγώ ούτε τον θέλω και ούτε προλαβαίνω»! Και γελάγαμε! Μιλάμε για… καψούρια, που έρχονταν κάθε βράδυ στα κέντρα όπου τραγουδούσα. Αλλά όταν ήμουνα παντρεμένη ή είχα τον δεσμό μου, ήμουν βράχος. Κυρία! Οταν -χτύπα ξύλο- χωρίζω, μπορεί να κοιτάξω, αλλά και πάλι μου αρέσει μια αρμονική σχέση. Ποτέ δεν ήμουν για… μπούρου μπούρου. Πάντα έψαχνα το «ήρεμο λιμάνι» μου.

Τώρα είσαι μόνη σου;
Οχι. Εχω ένα σοβαρό δεσμό με έναν άντρα προσγειωμένο και είμαι ήρεμη κοντά του.

04.06 espr.weekend 260x160

{{-PCOUNT-}}36{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ