«Nα μου κοπεί το… χέρι που ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ»!

Ο Γιάννης Μποσταντζόγλου «επιστρέφει» στα όμορφα χρόνια που πέρασε με τον πατέρα του, τον θρυλικό Μποστ, θυμάται την κόντρα με τον Κουν και μιλάει για τη μισή Ελλάδα που είναι φεσωμένη

Τον βλέπω να έρχεται με ένα κόκκινο παπάκι και να με χαιρετάει από μακριά. Είναι τόσο χαρούμενος. Μοιάζει με μικρό παιδί που μόλις έκανε… σκανταλιά, καθώς παρκάρει έξω από την Αίγλη Ζαππείου. Οι σερβιτόροι τού ζητούν γελώντας να μετακινήσει το μηχανάκι στην είσοδο του διπλανού θερινού κινηματογράφου. Αυτός το κάνει χωρίς δεύτερη κουβέντα. «Στο πακέτο μου έχω τέσσερα τσιγάρα. Με το τέλος τους θα αποχαιρετιστούμε» μου λέει.

Από τη
Μαρία Ανδρέου

Τελικά καθίσαμε δύο ώρες, τέλειωσε και το πακέτο, και αν δεν είχε να «πετάξει» για Κύπρο (πρωταγωνιστεί σε μια νέα τηλεοπτική σειρά εποχής με τίτλο «Παραμύθι να αρχινίσει», υποδυόμενος τον Βασιλιά), θα είχε μείνει κι άλλο και θα είχε ξεχάσει και την… εξάρτηση από τη νικοτίνη!

«Τι ωραία αναδρομή κάναμε; Μου θυμίσατε τις βόλτες με τον πατέρα μου, τον Μέντη, στο Μοναστηράκι, όπου μοιραζόμαστε τα χρήματα και παίρναμε αντίκες. Εκείνος μου κόλλησε το μικρόβιο και τώρα με την κρίση δεν μπορώ να αποχωριστώ μια παλιά BMW που έχω. Εδωσα 8.500 για να την αγοράσω και άλλα τόσα για να τη φτιάξω, μη σας πω και περισσότερα. Είναι μια από τις αιτίες που μαλώνω με τη σύντροφό μου Δήμητρα Παπαδήμα» αναφέρει με απολογητικό ύφος στην «Espresso».

Ο κωμικός ηθοποιός, με το απαράμιλλο ταλέντο και τη χαρακτηριστική βροντερή φωνή, για την οποία του κάνουν πλάκα όλοι, από τον Αλέξανδρο Ρήγα ως τον Λάκη Λαζόπουλο, έχει μια ζωή σαν όνειρο να διηγηθεί.

Κάτι εντελώς λογικό, αφού πατέρας του ήταν ο θρυλικός σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος Μποστ και στο πατρικό τους μπαινόβγαιναν τεράστιες μορφές της τέχνης και συζητούσαν για την πολιτική και την πολιτιστική ζωή του τόπου.

Πηγαινοέρχεται στην καρέκλα του, όταν θυμάται τον πατέρα στη φυλακή κατά τη διάρκεια της χούντας, θυμώνει με τους δασκάλους του στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, όπου τον έδιωξαν γιατί πήρε μέρος στην ταινία «Ιφιγένεια» του Κακογιάννη. Οταν φτάνουμε στο σήμερα, νευριάζει που ψήφισε την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα λέγοντας «καλύτερα να μου κοβόταν το χέρι» και δακρύζει όταν ανακαλεί πως η Πολιτεία άφησε να πεθάνει στην ψάθα η υπέροχη άσχημη του ελληνικού σινεμά Ταϋγέτη.

Πώς θυμάστε τα παιδικά χρόνια σας;
Με τον πατέρα μου, τον Χρύσανθο (Μέντη) από την Πόλη, τη μητέρα μου, τη Μαρία, μια βέρα Αθηναία, και τον αδελφό μου, τον Κώστα. Είμαστε όλοι μια γροθιά. Και οι δυο μας πήραμε κάτι από την τέχνη του μπαμπά. Εκείνος ήταν καλός και ως συγγραφέας κι ως ζωγράφος.

Ο αδελφός μου έγινε γραφίστας κι εγώ ηθοποιός. Η μητέρα μου, όταν τρώγαμε στο οικογενειακό τραπέζι, έλεγε «Αχ, ρε Μέντη, αυτό που θα θυμάμαι από σένα, όταν θα γεράσω, θα είναι η πλάτη σου». Και δεν το έλεγε τυχαία. Ηταν πάντα σκυμμένος σε ένα τραπέζι και ζωγράφιζε, ώρες ατελείωτες. Αλλά τίποτα δεν γίνεται στη ζωή χωρίς σκληρή δουλειά, ακόμη κι αν έχεις ταλέντο.

Τις ζωγραφιές του τις έχετε σπίτι σας;
Είχα ένα όνειρο, να ανοίξω ένα μαγαζί δώρων με αντικείμενα που είχε φτιάξει ο πατέρας μου. Το έκανα μέσα στην κρίση και χρεοκόπησα. Ευτυχώς που βγήκα στη σύνταξη.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μπορώ να πληρώνω την καθημερινότητα με τα 1.000 ευρώ μου. Αλλά όταν έρχεται ο γιος μου και μου λέει «πατέρα, ήρθε ο ΕΝΦΙΑ για το σπίτι» και δεν έχω να του δώσω, νιώθω ένα μαχαίρι στην καρδιά. Οταν η κόρη μου, που δουλεύει για 300 ευρώ τον μήνα σε ένα σάιτ, με ρωτάει «μπορείς να τσοντάρεις;» και δεν έχω, αγανακτώ και χτυπιέμαι.

Τα έφαγαν κάποιοι εξυπνάκηδες τα λεφτά και τώρα λένε στον αγρότη «ζήσε με σύνταξη 300 ευρώ». Ντροπή τους! Το χρέος έχει πάει στα 380 δισ. κι αυτοί μας κοροϊδεύουν με τα αλλεπάλληλα Μνημόνια.

Σας αισθάνομαι πολύ θυμωμένο. Νιώθετε προδομένος από την κυβέρνηση;
Μα πώς να μην είμαι; Πλακώνουν τους ηλικιωμένους με χημικά, γιατί κάνουν μια ειρηνική διαδήλωση φωνάζοντας ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν εις πέρας κι εγώ θα είμαι στον κόσμο μου; Είναι αυτή αριστερή κυβέρνηση; Φεύγουν τα παιδιά μας μετανάστες για το εξωτερικό, γιατί με 500 ευρώ δεν μπορούν να κάνουν όνειρα για οικογένεια, και θα είμαι ψύχραιμος;

Δεν ψήφιζα για 25 χρόνια γιατί έλεγα το έργο είναι «στημένο». Και πηγαίνω και ψηφίζω τον Αλέξη Τσίπρα. Ε, δεν μου κοβόταν το χέρι; Εδωσε προσδοκίες στον λαό και πήγε την Αριστερά χρόνια πίσω.

Εχουμε τον Φίλη να μαλώνει με τους αρχιμανδρίτες, την ώρα που υπάρχουν 2.000.000 άνεργοι; Από μένα θα ακούσεις κι αυτά.

Αν ήρθες για να με ρωτήσεις αν μου αρέσει το κραγιόν ή το λιπγκλός στα χείλη της γυναίκας μου, απλά θα σηκωθώ και θα φύγω!

Μα το κοινό σάς αγαπάει για τον αυθορμητισμό σας, γι’ αυτό θα πείτε ό,τι θέλετε. Από πού να αρχίσουμε για να ηρεμήσουν και λίγο τα πνεύματα (γέλια);
Σας ευχαριστώ. Πλέον είμαι μεγάλος για να λέω βλακείες και τον τελευταίο καιρό με ρωτάνε πολλές κουταμάρες. Επειδή σε πήρα από τα… μούτρα, θα σε ταξιδέψω στο πατρικό σπίτι μου, στον Παράδεισο Αμαρουσίου.

Το 1952 ζούσαμε σε ένα ερημόσπιτο, ένα μεγάλο χωράφι με πολλά λουλούδια και το σπίτι στη μέση. Η μητέρα μου έβγαζε νερό από το πηγάδι. Αλλά αυτό το σπίτι είχε τη μυρωδιά της Κωνσταντινούπολης, γιατί ο πατέρας μου έφυγε το 1922 πρόσφυγας και δεν την ξέχασε ποτέ. Οι δικοί του πήγαν στη Ρουμανία, δεν μπόρεσαν να ριζώσουν και κατέληξαν εδώ. Η οικογένειά του είχε περιουσία στην Πόλη, ήταν ευκατάστατη. Ταξίδεψα πρόσφατα στον Γαλατά για να βρω το σπίτι μας, άναψα το καντηλάκι σε όλους τους συγγενείς στο νεκροταφείο Μπαλουκλή. Ηταν ένα προσκύνημα στις ρίζες μου, που όφειλα.

Τι θυμάστε από τον Μποστ;
Ο πατέρας ήταν χωμένος μέσα στις εφημερίδες. Αρθρογραφούσε -πέρασε από τις σπουδαιότερες εφημερίδες, από την «Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου- κι έκανε φοβερές εικονογραφήσεις. Είχε βαθιά γνώση, αφού στον ελεύθερο χρόνο του έπαιρνε την εγκυκλοπαίδεια και ξεκινούσε να διαβάζει από το γράμμα άλφα και πάει λέγοντας. Τα θεατρικά του έργα «Φαύστα», «Μήδεια», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είχαν την ευρεσιτεχνία του δεκαπεντασύλλαβου. Ενα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η γλώσσα του και τα επίτηδες ανορθόγραφα κείμενα. Γελοιοποιούσε έτσι την καθαρεύουσα και πίστευε ότι με αυτήν τη σάτιρα ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει στην ταχύτερη καθιέρωση της δημοτικής.

Τα κατάφερε;
Νομίζω πως ναι. Η σάτιρά του στόχευε κυρίως τον μικροαστό Ελληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την ημιμάθεια, τον νεοπλουτισμό. Οι τρεις πλέον χαρακτηριστικοί ήρωες των γελοιογραφιών του και προσωπικά δημιουργήματά του είναι η «Μαμά Ελλάς» με τα παιδιά της, τον «Πειναλέοντα» και την «Ανεργίτσα». Η «Μαμά Ελλάς» ήταν αρχαιοπρεπής, αλλά φτωχοντυμένη, ενώ τα δύο μικρά παιδιά της εξαθλιωμένα. Ωσπου να γίνει αποδεκτός, όμως, πέρασε πολλές δυσκολίες, γιατί υπονόμευε το σύστημα.

Ποιοι έρχονταν στο σπίτι σας;
Ολος ο κόσμος των γραμμάτων και των τεχνών και πολλοί τραγουδιστές που ήθελαν στίχους του. Το να βλέπω τον Μίκη Θεοδωράκη στο σαλόνι μας, τον Σταύρο Ξαρχάκο στην αυλή μας, τον Μενέλαο Λουντέμη ή τον Κάρολο Κουν στην κουζίνα μας μου φαινόταν φυσιολογικό. Ο πατέρας βίωνε αυτές τις σχέσεις, εμείς απλά ακούγαμε. Σήμερα το να φτάσεις να γνωρίσεις μια μεγάλη προσωπικότητα είναι κατάκτηση. Για μας ήταν μια καθημερινότητα εξ αντανακλάσεως. Θυμάμαι τον Κώστα Καζάκο και τα καλαμπούρια του, το γέλιο του. Ο πατέρας, ακόμη και στη χούντα, παρόλο που εργαζόταν σε αριστερά έντυπα, δεν κυνηγήθηκε κτηνωδώς, γιατί ήταν παραδόξως αποδεκτός από όλους. Δηλαδή δεν βασανίστηκε, δεν πήγε εξορία. Ωστόσο, μας παρακολουθούσαν. Οταν κηρύχθηκε η δικτατορία, ο πατέρας μου κρύφτηκε. Πήρε ένα πρωινό τηλεφώνημα από τον Μίκη, που του είπε «Μέντη, τανκς στην Αθήνα» και μετά μας χαιρέτησε.

Τον έπιασαν;
Εμεινε για λίγο στο διαμέρισμα του αδελφού της μητέρας μου, που ήταν πιο αστός, αλλά τον γράπωσαν. Πηγαίναμε και τον βλέπαμε στο τμήμα, σε ένα μπουντρούμι, ένας ευγενικός, ήπιος άνθρωπος. Κλαίγαμε όλοι μας, άσχημες εποχές. Αφού μετά, όταν ήρθε η Δεξιά, με έστελνε να πάρω εφημερίδα από το περίπτερο και μου έλεγε «να τη διπλώνεις καλά, να την κρύβεις, να μην ξέρουν». Μετά άνοιξε ένα μαγαζί δώρων στην Ομήρου, μετά στο Κολωνάκι, το οποίο για να το κρατήσει έφτυσε αίμα. Αγοράσαμε κι ένα σπίτι τότε στην Ακρόπολη. «Το πατρικό», που λέω εγώ, στο οποίο μένω κάποιες φορές όταν εργάζομαι στο κέντρο. Η μεγάλη τρέλα μου είναι να κυκλοφορώ με το μηχανάκι μου στο κέντρο.

Το ότι πηγαινοερχόσαστε στο σπίτι του Καρόλου Κουν ήταν η αφορμή για να γίνετε ηθοποιός;
Μπήκα στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης όχι λόγω γνωριμιών. Εκεί, αν δεν «τα έλεγες», έφευγες. Ο Κουν με είχε προειδοποιήσει: «Αν δεν έχεις την πρόοδο που θέλω μέχρι τον Δεκέμβριο, άσχετα με την οικογενειακή φιλία μας, θα κάνεις άλλο επάγγελμα». Αδέκαστος ο Καρολάκης, όπως τον έλεγα. Οι δάσκαλοί μου, ο Γιώργος Λαζάνης, ο Γιάννης Μόρτζος, δεν χαρίζονταν. Η ηθοποιός Αννα Κυριάκου, που ήταν στο Εθνικό Θέατρο και πολύ φίλη της μαμάς μου, τη ρωτούσε «γιατί ο Γιάννης δεν έρχεται στο Εθνικό» και η μητέρα μου σήκωνε τους ώμους. Είχα πεισμώσει. Και τα πήγαινα καλά.

Αποφοιτήσατε από εκεί;
Εκανα το μέγα λάθος! Μου ζήτησαν να παίξω στην «Ιφιγένεια» του Μιχάλη Κακογιάννη με πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παππά. Το είδα ως ευκαιρία να νιώσω τον παλμό μιας μεγάλης κινηματογραφικής ταινίας. Ηθελα να μάθω τη δουλειά. Με παίρνει τηλέφωνο ο Λαζάνης και μου λέει «Μην τολμήσεις να πατήσεις το πόδι σου εδώ. Αφησες τα μαθήματά σου και τρέχεις στις ταινίες».

Πού; Στην «Ιφιγένεια» του Κακογιάννη! Τι έγκλημα έκανα; Και να σκεφτείτε ότι η Ειρήνη Παππά ήταν κολλητή φίλη της μάνας μου και μεγάλη σταρ, αν και γυναίκα της διανόησης. Αφού έφυγα από το σπίτι και πήγα να πλακωθώ άγρια! Με έδιωξαν από τη σχολή εν μια νυκτί κι έκανα έναν μήνα να κοιμηθώ. Το Θέατρο Τέχνης είχε μια φασίζουσα, καταπιεστική νοοτροπία. Ε, δεν πήγα να γυρίσω τσόντα ούτε βιντεοταινία! Που στην καριέρα μου μετέπειτα έπαιξα σε 25 βιντεοταινίες και δεν ντρέπομαι να το πω, έβγαλα το ψωμί μου. Εκ των υστέρων και οι βιντεοταινίες αυτές δικαιώθηκαν, αλλά στην Ελλάδα θα μας φάνε οι γνωστοί φαρισαϊσμοί.

Τότε, λοιπόν, αποφάσισα να πάω στη Σχολή Κατσέλη κι ένιωσα τι σημαίνει οικογένεια. Ο Πελοπίδας και η Αλέκα Κατσέλη ήταν πατρική και μητρική φιγούρα κι όχι «αποφασίζουμε και διατάσσουμε», που για ένα παιδί ως νοοτροπία αυτό είναι ό,τι χειρότερο. Μου έλεγε ο Κουν «Γιάννη, μη μου αντιμιλάς, μη μου υψώνεις τη φωνή». Ε, μετά από 50 χρόνια νομιμοποιούμαι να πω ότι αυτές ήταν ευθιξίες του… κώλου κι ότι ακόμη και στο Θέατρο Τέχνης τούς άρεσαν οι αυλικοί και τα γλειψίματα.

Η πρώτη δουλειά πώς ήρθε;
Πάντως όχι επειδή ήμουν γιος του Μποστ. Ηταν στο Θέατρο Πορεία, αλλά έληξε η συνεργασία άδοξα. Τσακώθηκα -μόνο που δεν έριξα μπουνιές- με τον σκηνοθέτη Λεωνίδα Τριβιζά κι ας ήταν φίλος με τον πατέρα μου, επειδή δεν είχε πληρώσει τους συντελεστές. Του το ζήτησα ευγενικά κι αυτός μου απάντησε «έτσι είναι κι αν σας αρέσει». Δεν μου άρεσε και σηκώθηκα κι έφυγα πριν από τη γενική πρεμιέρα. Σκέφτηκα ότι εκθέτω τον πατέρα μου, αλλά είχα τη συνείδησή μου ήσυχη, το δίκιο με το μέρος μου. Τώρα, έπειτα από 50 χρόνια, μου λένε «Γιαννάκη μου, αγάπη μου, τι κάνεις;» Τότε, ως νεούδι, μου έλεγαν «σκάσε κι έλα εδώ».

Αυτοί άλλαξαν ή εγώ; Μάλλον εγώ. Γιατί πλέον, ύστερα από τέτοια πίεση που έχω δεχθεί, όταν μου λένε ένα, θα τους πω πέντε. Κι επειδή είμαι και νευρικός και το ξέρουν, φοβούνται να μη φάνε και καμιά καρέκλα στο κεφάλι. Δεν σηκώνω τσαμπουκάδες 45 χρόνια στο σανίδι. Ισως και να με θεωρούν πλέον έγκριτο και να με σέβονται (γέλια)! Πάντως οι καλύτερες εποχές μου στο θέατρο ήταν με την Ομάδα Θέαμα του Γιάννη Κακλέα, με τον οποίο αλλάξαμε τότε το τοπίο. Παίζαμε στα χαλάσματα στο παγοποιείο Φιξ στην Πατησίων και 300 άτομα περίμεναν ουρά απέξω. Κάναμε πάταγο για 20 χρόνια. Είμαστε η πρώτη ομάδα που έκανε μεταμεσονύχτιες παραστάσεις. Ο πατέρας μου με έβλεπε ότι προσπαθούσα και χαιρόταν. Δεν έβγαζε όμως ποτέ το βαθμολόγιο.

Πού ηρεμείτε;
Στο Μεταξοχώρι Λαρίσης. Ο πατέρας της μητέρας μου την περίοδο της Κατοχής ζήτησε από την τράπεζα όπου εργαζόταν να τον μεταθέσουν στην ύπαιθρο, γιατί είχε τρία παιδιά να ζήσει και στην Αθήνα δεν είχαν ούτε ραδίκι να φάνε. Στο χωριό τουλάχιστον είχαν αβγά από τις κότες. Τα τέσσερα χρόνια της γερμανικής Κατοχής η μαμά μου έμεινε στο Μεταξοχώρι. Βέβαια όχι χωρίς τραύματα. Εκεί είδε την καλύτερη φίλη της να την κουρεύουν και να τη βιάζουν. Ωστόσο αυτή η τοποθεσία έγινε το χωριό μας. Μας αγάπησαν οι ντόπιοι κι εμείς αγαπήσαμε τη φύση. Εχουμε ένα σπίτι εκεί, που επί 52 χρόνια το φτιάχνουμε και το διορθώνουμε.

Ποιο ήταν το ατού που σας καθιέρωσε στην κωμωδία;
Η βροντερή φωνή μου! Αν κι όταν ξεκίνησα ως ηθοποιός είχα μια φωνούλα καρτουνίστικη, γελοία. Αλλά με τα χρόνια και τα πολλά πακέτα τσιγάρα άλλαξε. Αφού έκανα επέμβαση, οι γιατροί μού σύστησαν αφωνία για δύο μήνες και να κόψω το τσιγάρο – κι εγώ δεν το έκανα ποτέ. Μετά την εγχείρηση στον λαιμό άναψα τσιγάρο. Η τύχη μού φέρθηκε καλά. Επαιξα σε ωραίες δουλειές, όπως «Δυο ξένοι», «Εγκλήματα», «Οι στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη», «Διά ταύτα». Τι να θυμηθώ; Την παράσταση «Μπαμπά, μην ξαναπεθάνεις Παρασκευή», που πήγε για πέντε σεζόν και διώχναμε κόσμο; Ο Αλέξανδρος Ρήγας με έχει βοηθήσει πολύ στην καριέρα μου και τον ευχαριστώ. Οπως αγαπιόμαστε και με τον Λάκη Λαζόπουλο. Τον θεωρώ φίλο μου. Σε αυτούς τους δύο μπορώ να πω ό,τι θέλω και να μη μου τη φυλάξουν. Δεν κρατάνε χολή.

Στα προσωπικά η ζωή σάς χαμογέλασε;
Βέβαια. Εχω αποκτήσει δύο υπέροχα παιδιά, τον γιο μου τον Χρύσανθο, που είναι 37 χρονών κι είναι ξεναγός, και την όμορφη κόρη μου, την 20χρονη Μαρία Θαλασσινή, η οποία σπουδάζει ΜΜΕ, αλλά θέλει να γίνει ηθοποιός. Ο πρώτος γάμος μου ήταν με τη Μιμίκα, γνωριστήκαμε στο κολυμβητήριο. Αγαπούσα πολύ την άθληση. Από μικρός έκανα ακόντιο, χάντμπολ, πάλη, βόλεϊ, αλλά η τρέλα μου ήταν το πόλο. Πού με έχανες, πού με έβρισκες, στο κολυμβητήριο δίπλα στο Ζάππειο. Χωρίσαμε με την πρώτη γυναίκα μου και -σημειωτέον- έχουμε ως σήμερα μια καταπληκτική σχέση. Προχθές πίναμε καφεδάκι μαζί. Στη ζωή μου όμως μπήκε η Δήμητρα Παπαδήμα. Με κυνηγάνε οι… Δήμητρες (γέλια). Πολύ μεγάλος έρωτας. Δεν παντρευτήκαμε, αλλά είμαστε 25 χρόνια μαζί με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Εχουμε ο καθένας τον δικό του χώρο, γιατί η αίσθηση ανεξαρτησίας μάς κάνει καλό.

Πώς σας φαίνεται που η κόρη σας θέλει να γίνει ηθοποιός;
Της λέω «βρε παιδάκι μου, δεν βλέπεις εμένα και τη μητέρα σου τι τραβάμε;» Δεν παίρνει από λόγια, έτσι δεν της κόβω τη φόρα. Γιατί, πήρα εγώ από λόγια; Ο πατέρας μου μού είπε «Γιάννη, ως ηθοποιός θα πεινάσεις, θα πρέπει να έχεις και ακόμη μια δουλειά». Δεν είχε άδικο. Εκείνος μου στάθηκε ώστε να κάνω οικογένεια, και τον ευχαριστώ για όλα. Θα είχα χωρίσει πολύ νωρίτερα. Μου έλεγε «Γιάννη, έχετε χρήματα να περάσετε; Πάρε, παιδί μου». Εγινε θυσία, κι αυτός κι η μάνα, για μένα και τον αδελφό μου. Πήραμε τέτοια αγάπη, θαλπωρή, υποστήριξη, που βγήκαμε χορτασμένοι από στοργή. Γι’ αυτό και αντιμετωπίσαμε με νεύρο τη ζωή. Πάντα χαιρόταν που με έβλεπε στο θέατρο. Οταν με είδε με τον Καζάκο, τον Μιχαλακόπουλο, τον Καρακατσάνη, τον Λογοθέτη στη σκηνή, μου είπε «καλά πας». Ο Καρακατσάνης ήταν για μένα ο καλύτερος ηθοποιός που έχω γνωρίσει. Οπως θεωρώ ότι η πιο σπουδαία εν ζωή ηθοποιός είναι η Λήδα Πρωτοψάλτη. Κολοσσός!

Ποιον ηθοποιό θαυμάζετε;
Τον Θανάση Βέγγο, με τον οποίο έχω συνεργαστεί. Ηταν ένα τέρας υπομονής και καλοσύνης. Ο Θανάσης, στο τέλος της ζωής του, έπαιζε με το βλέμμα και περνούσαν μέσα από αυτό η σοφία των χρόνων του. Θεωρώ ότι εχει περάσει δικαιωμένος στην αιωνιότητα. Και ο πατέρας μου είχε συνεργαστεί μαζί του σε μια ταινία. Εκεί είχα γνωρίσει και την ασχημούλα του ελληνικού κινηματογράφου, την Ταϋγέτη Μπασούρη. Τι καλή γυναίκα! Πέθανε μόνη κι έρημη σε ένα υπόγειο της πλατείας Βάθη χωρίς δεκάρα. Πού ήταν το υπουργείο Πολιτισμού; Ευτυχώς που υπάρχει πλέον και η Αννα Φόνσου. Ο τραγουδιστής Γιώργος Ζωγράφος, με τεράστια καριέρα στις μπουάτ, πέθανε και τον βρήκαν έναν μήνα μετά.

Παρόλο που τα οικονομικά σας είναι περιορισμένα, υπάρχει κάτι στο οποίο δεν μπορείτε να αντισταθείτε;
Μου πέρασε ο πατέρας μου το μικρόβιο της αντίκας από έξι ετών. Με έπαιρνε κάθε Κυριακή και πηγαίναμε στο Μοναστηράκι. Αγοράζαμε από καθρέφτες μέχρι πιατάκια. Ελεγε στη μητέρα μου «αυτά τα χρήματα, κυρία Μαρία, για να περάσει η οικογένεια αυτήν την εβδομάδα, κι αυτά για τη βόλτα μου».

Οταν μεγάλωσα και του έλεγα «πατέρα, πάρε εκείνο, άσε αυτό κάτω», μου απαντούσε: «Για να μη μαλώσουμε, θα μοιραζόμαστε τα χρήματα και ο καθένας θα αγοράζει ό,τι θέλει». Το τι έχω από τον πατέρα μου δεν λέγεται! Για να βρω μια ωραία αντίκα, θα πήγαινα κάποτε μέχρι τη Γη του Πυρός. Η μεγαλύτερη τρέλα ήταν όταν αγόρασα ένα αυτοκίνητο αντίκα: μια BMW. Μου λέει η Δήμητρα «καλέ, γιατί δεν την πουλάς, αφού δεν την κυκλοφορείς, τι την κάνεις;» Ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω. Κατέθεσα τις πινακίδες, αλλά μ’ αυτή θα πεθάνω. Την αγόρασα 8.500 ευρώ, για να τη φτιάξω όπως ήθελα την έκανα φύλλο και φτερό. Εχω ξοδέψει πολλές χιλιάδες ευρώ. Τώρα πάνε και τα τασάκια και τα σκρίνια. Δεν μπορώ να ξέρω ότι ο άλλος πεινάει κι εγώ να τρέχω να αγοράζω παράσημα από το Μοναστηράκι. Η ευτυχία βιώνεται κοινωνικά.

Πώς βλέπετε να εξελίσσονται τα πράγματα;
Το ζύγι γέρνει προς την οπισθοδρόμηση. Η μισή Ελλάδα είναι φεσωμένη.

{{-PCOUNT-}}39{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ