«Η δόξα είναι για τους ήρωες, όχι για τους ηθοποιούς!»

O Παντελής Παπαδόπουλος μιλά για τα παιδικά χρόνια στο χωριό Κατσικά στα Γιάννενα, τον γιο του, που ακολούθησε τα χνάρια του στην υποκριτική, και τη ματαιοδοξία αρκετών συναδέλφων του

Ψάχνοντας για πληροφορίες και φωτογραφίες του Παντελή Παπαδόπουλου στο διαδίκτυο πριν από καιρό, με αφορμή την αντικατάσταση του Τρύφωνα Καρατζά, λόγω ατυχήματος, στην παράσταση «12 ένορκοι», που ανεβαίνει φέτος για τρίτη σεζόν στο θέατρο Αλκμήνη, με μεγάλη επιτυχία, βρέθηκα μπροστά σε έναν άνθρωπο-μυστήριο. 

Από την
Ελισσάβετ Κυρίτση

Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα για εκείνον online! «Κανένα μυστήριο! Ισως δεν ενδιαφέρομαι εγώ γι’ αυτά τα πράγματα, δεν κυνηγάω τη δημοσιότητα» λέει με ειλικρίνεια ο ίδιος και συμπληρώνει: «Είναι αυτό που έλεγε ο Γιάννης Σκαρίμπας: Είμαι άσιμος και απαράσιμος».

Τον συνάντησα ένα βροχερό πρωινό Δευτέρας, στο θέατρο Αλκμήνη, έφτασε με το μηχανάκι του, «για να μην καθυστερήσω», όπως είπε, και, αφού σχολιάσαμε την οδηγική συμπεριφορά των Αθηναίων, αρχίσαμε να μιλάμε για την πλούσια θεατρική καριέρα του, τον Κάρολο Κουν και την οικογένειά του, η οποία είναι άκρως καλλιτεχνική. Η σύζυγός του, Δέσποινα Στάθη, υπήρξε ηθοποιός, αλλά επέλεξε να φροντίσει την οικογένεια, ο γιος του Τάσος είναι ηθοποιός και η κόρη του Ελένη ζωγράφος. Η ζωή του σε αριθμούς είναι κάπως έτσι: Εχει ένσημα στο θέατρο 46 χρόνια, έχει παίξει στην Επίδαυρο 24 καλοκαίρια, είναι 38 χρόνια παντρεμένος. «Μα τι καλλιτέχνης είμαι, ούτε ένα διαζύγιο…» λέει στη σύζυγό του και γελούν.

Διαθέτει φυσική ευγένεια και καλλιέργεια, ηρεμία στο βλέμμα, που γίνεται πιο έντονο όταν μιλάει για το θέατρο. Εχει συνεργαστεί με τον γιο του στην παράσταση «Βασιλιάς Ληρ», στο Θέατρο Τέχνης, όπου ήταν βοηθός σκηνοθέτη, ενώ χαίρεται όταν συνεργάζεται με μαθητές του, όπως ο Κωνσταντίνος Μουταφτσής, ο Χάρης Μαυρουδής και ο Απόλλων Μπόλλας. «Η ματαιοδοξία του ηθοποιού υποχωρεί μπροστά στη φιλοδοξία του δασκάλου» υποστηρίζει ο ίδιος, που διδάσκει στη Σχολή «Νέο Ελληνικό Θέατρο» του Γιώργου Αρμένη.

Στην παράσταση «Οι 12 ένορκοι» ενσαρκώνει τον γηραιότερο του σώματος των ενόρκων, που με τη σοφία και την παρατηρητικότητά του προβληματίζει τους συναδέλφους του, οι οποίοι έχουν βγάλει ήδη ετυμηγορία. «Το έργο αυτό πραγματεύεται ένα σπουδαίο ζήτημα: τη δικαιοσύνη. Επίσης, μιλά για την προκατάληψη και τη συμπεριφορά ανθρώπων. Είναι 12 διαφορετικοί χαρακτήρες με διαφορετικές συμπεριφορές» επισημαίνει και αρχίζουμε να ξετυλίγουμε το κουβάρι της ζωή του.

Πού γεννηθήκατε;
Κατάγομαι από τον Κατσικά, ένα χωριό κοντά στα Γιάννενα, στο νότιο άκρο της λίμνης. Ημασταν μια πενταμελής οικογένεια, ο πατέρας μου ήταν ιδιωτικός υπάλληλος και η μητέρα μου νοικοκυρά. Παράλληλα βέβαια έκαναν κι αγροτικές δουλειές.

Πότε καταλάβατε ότι σας ενδιαφέρει η υποκριτική;
Νωρίς. Καμιά φορά απορώ πού έβρισκε τα ερεθίσματα ένα παιδί στην επαρχία, τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Πιστεύω πως, ίσως, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο ήταν ο κινηματογράφος. Δεν υπήρχε τηλεόραση, αλλά είχαμε ραδιόφωνο στο σπίτι, που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην προσωπική μου καλλιέργεια. Στο ραδιόφωνο όμως άκουγα κι άλλα πράγματα, θέατρο, λογοτεχνικές σελίδες, όπου διάβαζαν πεζογραφήματα μεγάλων συγγραφέων γνωστοί ηθοποιοί. Και τον Χορν έχω ακούσει κι άλλους πολλούς! Αυτό με διαμόρφωσε κατά κάποιον τρόπο. Τώρα, το πώς το σκέφτηκα; Δεν μου αρέσει να είμαι αυτοαναφορικός, αλλά τώρα θα γίνω· ήμουν ένα ιδιαίτερο παιδί, ήμουν επικοινωνιακός, είχα χιούμορ, ήμουν αγαπητός.

Ηταν όμορφα τα παιδικά χρόνια;
Δύσκολα κι ωραία μαζί.

Πότε ανακοινώσατε στους γονείς σας ότι θα γίνετε ηθοποιός;
Δεν τους το είπα, απλά τους ανακοίνωσα πως θα φύγω, θα πάω στην Αθήνα, χωρίς να αναφέρω τι θα κάνω.

Είχαν κάποια όνειρα για εσάς;
Ναι, ο πατέρας μου ήθελε να δώσω στη Νομική. Την είχα βάλει στις εξετάσεις ως σχολή και είχα περάσει επιλαχών χωρίς να έχω διαβάσει ιδιαίτερα, ούτε έδωσα σημασία όμως. Ηθελα έναν λόγο για να φύγω, να πω «να, πέρασα σε μια σχολή, πάω Αθήνα». Ωστόσο, υπήρχε μια κοινή πεποίθηση των γύρω μου, εκείνων που με ήξεραν, ότι «ο Παντελής πρέπει να γίνει ηθοποιός».

Οπότε, όταν έμαθαν ότι σπουδάζετε ηθοποιός τελικά, δεν έπεσαν από τα σύννεφα.
Οχι, όχι.

Με αφορμή τις εξετάσεις και τη σχολή, ήρθατε στην Αθήνα και γραφτήκατε σε δραματική.
Ναι, στην αρχή πήγα στη σχολή του Γρηγόρη Βαφιά και μετά συνέχισα στο Θέατρο Τέχνης. Περιστασιακά δούλευα για να βγάζω τα έξοδά μου, δεν ήθελα βέβαια και πολλά, είχα μια σύνεση ως προς αυτό το θέμα, διότι δεν ήθελα να επιβαρύνω ιδιαίτερα τους γονείς μου. Ο πατέρας μου, βέβαια, δεν ήταν ευχαριστημένος με την επιλογή μου, ήθελε να γίνω δικηγόρος.

Πότε σας είδε για πρώτη φορά στη σκηνή;
Σε παράσταση στα Γιάννενα. Ηταν ένα κωμειδύλλιο του Τίμου Δεπάστα, το «Τζιώτικο Ραβαΐσι». Ημασταν μια ομάδα ηθοποιών που πήγαμε εκεί, μετά τη δημιουργία του Θεσσαλικού Θεάτρου, και κάναμε έναν τοπικό θίασο, με εμβέλεια όλη τη δυτική Ελλάδα. Αυτό το θέατρο έγινε στη συνέχεια ημικρατικό και ύστερα ονομάστηκε ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων. Εκεί κάναμε πολύ ωραίες δουλειές, κάποια στιγμή είπα πως έκλεισα τον κύκλο μου και αποφάσισα να γυρίσω στην Αθήνα και στο Θέατρο Τέχνης.

Η αντίδραση του πατέρα σας ποια ήταν;
Χάρηκε μεν, αλλά δεν ενθουσιάστηκε.

Η μητέρα σας;
Χάρηκε πιο πολύ! Συνήθως οι μανάδες είναι πιο ευαίσθητες.

Ηρθατε, λοιπόν, στην Αθήνα και δουλέψατε με τον Κάρολο Κουν.
Για δέκα χρόνια.

Πώς ήταν η συνεργασία σας, γιατί λέγεται πως επρόκειτο για δύσκολο άνθρωπο.
Θεωρώ μεγάλη ευλογία ότι γνώρισα τον Κουν και υπήρξα μέλος του Θεάτρου Τέχνης. Εκεί έμαθα θέατρο κι απ’ τον ίδιο κι απ’ τον Γιώργο Λαζάνη. Τον Φεβρουάριο, μάλιστα, κλείνουν 30 χρόνια από τον θάνατο του Κουν. Ηταν πραγματικά μια μεγάλη μορφή του θεάτρου, έκανε τομή στο ελληνικό θέατρο, το άλλαξε και έβγαλε πολλούς ηθοποιούς. Ενας ευγενής άνθρωπος, αρχοντάνθρωπος, και με θεωρώ ευτυχή που δούλεψα μαζί του από το 1977 έως το 1987, αλλά και που παρέμεινα εκεί και μετά τον θάνατό του.

Λένε ότι ήταν σκληρός με τους μαθητές του.
Ηταν σκληρός και απαιτητικός, ήθελε προσήλωση, αφοσίωση σ’ αυτό που κάναμε. Καταρχάς, δεν επιτρεπόταν να είμαστε σε τηλεόραση, κινηματογράφο ή ραδιόφωνο.

Οσο ήμασταν στο Τέχνης, πληρωνόμασταν σταθερά κάθε μήνα. Ηθελε λοιπόν την απόλυτη αφοσίωση και αγάπη στο θέατρο μόνο κι εγώ συμφωνώ μαζί του ακόμη και σήμερα. Δεν γίνεται αλλιώς! Οταν ένας ηθοποιός ή καλλιτέχνης «σκορπίζεται» και δεν έχει έναν στόχο, χάνει τις δυνάμεις του και τη δημιουργικότητά του κι έτσι δεν είναι αποτελεσματικός, δεν αναπτύσσει τις ικανότητές του, το ταλέντο του. Γιατί, κακά τα ψέματα, το ταλέντο είναι ένα στοιχείο ακαθόριστο πολλές φορές, η δουλειά είναι που έχει νόημα. Είναι μια διαρκής μαθητεία, όπως ακριβώς και η ζωή.

Εσείς, ως καθηγητής στη δραματική σχολή του Γιώργου Αρμένη, λέτε στους μαθητές σας πως πρέπει να είναι προσηλωμένοι σε έναν στόχο;
Ναι, αλλά σέβομαι τις συνθήκες. Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια δεν είμαι τόσο απαιτητικός και αυστηρός ως προς τις επιλογές των μαθητών μου όσο ήμουν παλιότερα. Εχω κατανόηση στις συνθήκες της ζωής σήμερα, τα νέα παιδιά θέλουν να παίξουν, να δοκιμαστούν, δεν μπορείς να τους επιβάλεις τι θα κάνουν, πρέπει να το βρουν μόνα τους. Εκείνο, ωστόσο, που δεν χρειάζεται ένας καλλιτέχνης είναι η ματαιοδοξία. Συνήθως τη συγχέουμε με τη φιλοδοξία, η οποία είναι μια ευγενής κατάσταση.

Εχει… χαθεί η μπάλα σε ό,τι αφορά τη ματαιοδοξία των ηθοποιών;
Λίγο ναι, γιατί το επάγγελμα, κακά τα ψέματα, έχει κι έναν ατομικό χαρακτήρα, οπότε, αν στραφείς προς αυτή την κατεύθυνση, θα χάσεις πάρα πολλά.

Τηλεόραση πότε κάνατε;
Πολύ αργά και λίγα πράγματα. Πιο πολύ έπαιξα για να με δουν στο χωριό μου! Η πρώτη μου δουλειά ήταν στην ΕΡΤ, «Το φτερούγισμα του γλάρου», μετά έκανα κάποια επεισόδια στη «Βεντέτα», στον «Θησαυρό της Αγγελίνας» και στη συνέχεια έπαιξα στο «Εσύ φταις» του Mega. Δεν την κυνήγησα ιδιαίτερα την τηλεόραση, δεν είχα και χρόνο. Μετά τον θάνατο του Κουν υπήρχε μια λάσκα στο να παίξουμε κι εκτός θεάτρου, αλλά δεν έβγαινε στο πρόγραμμά μου.

Βρεθήκατε στο επίκεντρο ανταγωνισμών στο θέατρο;
Πάντα υπήρχε ανταγωνισμός, αλλά εγώ αυτά τα προσπερνώ. Εχω μια βασική αρχή, πιστεύω ότι αντίπαλός μου είναι ο εαυτός μου. Κάθε φορά προσπαθώ να ξεπερνώ εμένα, οι υπερβάσεις που κάνω εγώ με πάνε μπροστά. Φυσικά, υπάρχει συναγωνισμός, με ενοχλεί όμως η έκφραση «έκλεψε την παράσταση». Είναι, δηλαδή, σαν να είναι όλοι οι άλλοι τενεκέδες και υπάρχει ένας που παίρνει την παράσταση. Δεν γίνεται αυτό, το θέατρο είναι δουλειά συνόλου, δεν μπορεί να υπάρχει ένας. Οποιος το θεωρεί ας παίζει μόνος του. Καθένας έχει το μερίδιό του και, αν παίξει σωστά το κομμάτι του και με συνέπεια, χωρίς ματαιοδοξία, τότε η παράσταση θα είναι καλή.

Υπάρχουν πάντως συνάδελφοί σας που το δηλώνουν μόνοι τους ότι είναι οι καλύτεροι της γενιάς τους. Που απαιτούν να πληρώνονται καλά παρά τις συνθήκες.
Αυτό δεν χρειάζεται να το ξέρει ο κόσμος. Είναι μια συνδιαλλαγή που την κάνεις με τον επιχειρηματία και μόνο. Αλλά το «είμαι ο καλύτερος της γενιάς μου» και οτιδήποτε άλλο το θεωρώ αλαζονικό. Οποιος είναι καλός, καλύτερος ή κάλλιστος το αναγνωρίζει και το επιβεβαιώνει ο κόσμος.

Τι σας λένε οι μαθητές σας; Ποιες είναι οι σκέψεις τους; Εσείς τι τους λέτε;
Κάθε άνθρωπος έχει έναν προσωπικό λόγο για να επιλέξει το επάγγελμά του, για να γίνει ηθοποιός. Μπορεί σήμερα να είναι η τηλεόραση, παλιότερα ο κινηματογράφος, το θέατρο, η αναγνωρισιμότητα. Δεν λέω η δόξα, γιατί αυτά είναι ανόητα πράγματα. Η δόξα είναι για τους ήρωες, όχι για τους ηθοποιούς.

Το ζήτημα για τους νέους καλλιτέχνες είναι να δουλεύουν, αυτό τους λέω. Είναι πολύ προβληματισμένα τα νέα παιδιά με τις συνθήκες που επικρατούν, τα διακρίνει και μια σχετική απογοήτευση. Αυτό που τα συμβουλεύω είναι να μαθαίνουν, εγώ φροντίζω να είναι επαρκείς ηθοποιοί και από κει και πέρα καθένας θα τραβήξει τον δρόμο του. Αλίμονο αν οι νέοι σκέφτονταν σαν πενηντάρηδες προκειμένου να επιλέξουν επάγγελμα!

Τότε δεν θα υπήρχαν ηθοποιοί ή ζωγράφοι! Από κει και πέρα παίζει ρόλο κατά πόσο μελετάς, δουλεύεις, είσαι συνεπής σε αυτό που θέλεις να κάνεις, το αγαπάς, σε γεμίζει η επιλογή σου, γιατί, αν δεν νιώθεις όμορφα, γεμίζεις τοξίνες. Αν ο άλλος θέλει να γίνει διάσημος μέσα από την υποκριτική, μη νομίζει πως θα το καταφέρει απλά από τη μια μέρα στην άλλη! Πρέπει να κουραστεί, να δουλέψει. Γιατί, αν είναι… τενεκές, θα αναγνωριστεί μια δυο φορές, δεν πρόκειται να αντέξει.

Αρα το κάνεις για λανθασμένους λόγους.
Σε αυτή την περίπτωση έχεις… πεθάνει! Το θέατρο ασχολείται με τον άνθρωπο, είναι ανθρωποκεντρικό, ασχολείται με την ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό κάνουμε, ανιχνεύουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά, τη μοίρα του ανθρώπου ή πολλές φορές την επικινδυνότητα της ανθρώπινης μοίρας. Αν δεν σ’ αρέσει αυτό, δεν γοητεύεσαι απ’ αυτό, να ψάξεις να βρεις πράγματα για τον άνθρωπο και να τα εκφράσεις, να τα αισθανθείς και αυτό να σε ολοκληρώνει, τότε γιατί το κάνεις;

Ολοκληρώνει η Επίδαυρος τον ηθοποιό;
Δεν θεωρώ την Επίδαυρο ανταμοιβή. Εξαρτάται βέβαια κι από την πορεία. Δεν μπορεί να είναι κάποιος τηλεοπτικός, να μην έχει δοκιμαστεί ποτέ στο αρχαίο δράμα, να μη διαθέτει καμία παιδεία πάνω στα αρχαία κείμενα και να πούμε πως, για να τον επιβραβεύσουμε, επειδή είναι καλός σε όλα τ’ άλλα, πρέπει να του δώσουμε την Επίδαυρο.

Είναι ένας σπουδαίος χώρος για το αρχαίο δράμα, το καλύτερο θέατρο του κόσμου, οπότε, για να πας, θέλει και μια τεχνική, μια γνώση των πραγμάτων, μια προπαίδεια για να παίξεις εκεί. Δεν τη θεωρώ βραβείο. Οτι είναι επιβράβευση για κάποιον που δουλεύει σκληρά με σκοπό να πάει εκεί, τότε ναι, είναι. Είναι αγαπημένο μου θέατρο η Επίδαυρος, έχω παίξει πολλά έργα εκεί, όπως και πολλά αρχαία θέατρα της χώρας. Το δεύτερο αγαπημένο μου είναι της Δωδώνης, λόγω καταγωγής, και κάθε καλοκαίρι που πάω στα Γιάννενα το επισκέπτομαι.

Στο εξωτερικό έχετε κάνει παραστάσεις;
Ναι, βέβαια, πολλές! Με τον Κουν είχαμε κάνει «Αχαρνής», «Βάκχες», «Οιδίποδα Τύραννο», «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, «Ιππείς», σε σκηνοθεσία Λαζάνη, και είχαμε πάρει φοβερές κριτικές.

Πώς ανταποκρίνεται το κοινό στις ξένες χώρες;
Σε τόπους όπου υπάρχουν Ελληνες, ειδικά στις κωμωδίες του Αριστοφάνη, ζωντανεύει το κοινό, στην τραγωδία δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς παρακολουθούν προσηλωμένοι.

Αναφερθήκατε στις «Βάκχες». Ο Σάκης Ρουβάς είχε παίξει πριν από λίγα χρόνια το συγκεκριμένο έργο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, προκάλεσε αντιδράσεις, με τη Χρυσούλα Διαβάτη να διαφωνεί έντονα για το βραβείο που πήρε.
Δεν είμαι εκείνος που θα αποκλείσει κάποιον άνθρωπο από το να κάνει κάτι που θέλει. Εξάλλου, όπως λέω, αυτά τα μεγάλα έργα είναι για να τρώμε τα μούτρα μας, στη χειρότερη περίπτωση, ή να τροχίζουμε το ταλέντο μας, στην καλύτερη. Οταν αυτές οι ενέργειες γίνονται λίγο μόδα ή το κάνεις για να το έχεις «και αυτό», με ενοχλεί. Οταν είσαι καταξιωμένος σε έναν χώρο και έχεις «αυτό» το πράγμα, δεν γίνεται να έχεις και το «άλλο». Δεν είχα δει την παράσταση, δεν μπορώ να κρίνω πώς ήταν ο άνθρωπος και το συνολικό αποτέλεσμα, αλλά το θεωρώ και μια ευκολία. Γίνεται και λίγο με έναν τρόπο «γιατί όχι;», που κρύβει πολλή προχειρότητα κάποιες φορές, θρασύτητα, θα έλεγα. Αυτό το «γιατί όχι;» το βλέπω στο θέατρο. Γίνονται κάποια πράγματα με αυτή ακριβώς τη λογική. Να το κάνουν νέα παιδιά το καταλαβαίνω, δοκιμάζουν, αλλιώς γιατί;

Πώς βλέπετε την ελληνική τηλεόραση φέτος; Η εγχώρια μυθοπλασία επέστρεψε.
Πιστεύω πως είμαστε μικρή αγορά και τα οικονομικά μεγέθη μικρά, οπότε γίνονται δουλειές απλά για να γίνονται. Βέβαια, κάθε κανάλι επιλέγει μια σειρά την οποία χρηματοδοτεί καλύτερα για να έχει ένα άλλοθι, ως προς το «καλλιτεχνικό πρόσωπο» στην αγορά, αλλά εντάξει.

Θα λέγατε «ναι» σε μια τηλεοπτική παραγωγή;
Σαφώς. Τελευταία έκανα και μια διαφήμιση. Τη θεώρησα ευπρεπή, είπα «ας το δοκιμάσω». Δεν το λέω με τη λογική ότι είναι η δουλειά μας, μακάρι να έχουμε τη δυνατότητα να επιλέγουμε και όχι μόνο να μας επιλέγουν. Είναι πολύ δύσκολα σήμερα.

Πώς εκτιμάτε τη γενική κατάσταση σήμερα; Βλέπετε φως στο τούνελ;
Αν δεν έχουμε ελπίδα, θα πεθάνουμε.

Τι θα πρέπει να γίνει για να αλλάξουν τα πράγματα; Τι μας σώζει;
Να είμαστε υπεύθυνοι σε αυτό που κάνουμε. Καθένας να κάνει καλά τη δουλειά του. Και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα να δουλεύουμε με συνέπεια, σαν να πρόκειται για δική μας δουλειά.

Ημουν τρία χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, από το 2001 έως το 2004. Ηταν όταν έφυγα από το Θέατρο Τέχνης. Αισθανόμουν το θέατρο ότι ήταν δικό μου, όχι με την έννοια της ιδιοκτησίας και του «κάνω ό,τι θέλω», αλλά προσέχοντάς το, στα οικονομικά του, στα πάντα. Αισθανόμουν πως εγώ χάνω αν πάει κάτι στραβά. Δεν πήγα να κάνω το κέφι μου και φεύγοντας να το αφήσω χρεωμένο.

Εχετε κόψει πράγματα από την καθημερινότητά σας λόγω της κρίσης;
Φυσικά, αλλιώς δεν γίνεται. Καταρχάς περιόρισα την εφημερίδα. Αγόραζα κάθε μέρα και τις Κυριακές έπαιρνα τρεις και τέσσερις εφημερίδες. Τώρα αγοράζω άντε τρεις φορές την εβδομάδα και μία κυριακάτικη. Θα πει κανείς «έξοδο είναι αυτό;». Εμ, ένα απο δω, ένα από κει, μαζεύονται.

Οταν ο γιος σας, ο Τάσος, ήρθε και σας είπε πως θα γίνει ηθοποιός, πώς αντιδράσατε;
Ολα τα προηγούμενα χρόνια έλεγε πως δεν ήθελε να ασχοληθεί με την υποκριτική και μάλιστα, όταν πήγε να δώσει εξετάσεις στο υπουργείο, το έκανε κρυφά από μένα, αλλά δεν πρόλαβε τις ημερομηνίες για την αίτηση. Μετά μου είπε πως θα έδινε εξετάσεις στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Πέρασε και τον είχα και μαθητή μάλιστα!

Πώς ήταν αυτό;
Πιστεύω πως ήταν πιο δύσκολο για εκείνον παρά για μένα. Οταν έφυγα για τα Γιάννενα, για να αναλάβω το ΔΗΠΕΘΕ, μου είπε: «Τελικά, ο μόνος που δεν λυπάται είμαι εγώ».

Του δώσατε κάποιες συμβουλές;
Δεν χρειάστηκε, το έχει ζήσει το θέατρο, ερχόταν από δύο χρονών στην Επίδαυρο, έχει δει πάμπολλες παραστάσεις. Ετσι, μπήκε το θέατρο στη ζωή του θέλοντας και μη, οπότε τι να του πω; «Ξέρεις τις δυσκολίες, από κει και πέρα τράβα τον δρόμο σου», αυτό του είπα. Για να είμαι, βέβαια, ειλικρινής, κι εγώ, σαν τον πατέρα μου, δεν ήθελα να ασχοληθεί με το θέατρο, αλλά εντάξει.

Ζει σήμερα κάποιος από την τέχνη;
Είναι δύσκολο για τα νέα παιδιά. Είναι πολύ άσχημο πράγμα να μη ζεις από το θέατρο. Εγώ το κατάφερα, με δυσκολίες μεν, έβαλα κάτω τα πράγματα, έζησα. Η τέχνη, όμως, δεν είναι χόμπι, πρέπει να είναι δουλειά, επάγγελμα, να μπορεί να βιοπορίζεται κάποιος. Δηλαδή, τι πρέπει να κάνει κάποιος; Να δουλεύει σερβιτόρος και το βράδυ να πηγαίνει για παράσταση; Αυτό βέβαια συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Επίσης, βλέπουμε θέατρα που ανεβάζουν πολλά έργα τη σεζόν και οι ηθοποιοί δεν πληρώνονται τις πρόβες. Είναι αδιανόητο αυτό.

{{-PCOUNT-}}48{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ