«Είχα άλλα όνειρα για την Αριστερά»

Ο Γιώργος Αρμένης, ο θρυλικός «Μάκης» της ταινίας «Ολα είναι δρόμος», μιλά για τα χρόνια στα καράβια, τον πατέρα του, που γνώρισε όταν ήταν 22 ετών, την πολιτική και τον Κάρολο Κουν

Από την
Ελισσάβετ Κυρίτση

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω τον Γιώργο Αρμένη με -το πολύ- τρεις λέξεις, αυτές θα ήταν «πηγή αστείρευτης ενέργειας». Το καταλαβαίνει κανείς αμέσως, ιδίως αν του ανοίξει συζήτηση για το θέατρο, το οποίο λατρεύει. Φέτος έκλεισε 50 χρόνια στο σανίδι. «Μια ολόκληρη ζωή. Θα μπορούσα να ‘χα τελειώσει στα 50 και να ‘χα δει τα ραδίκια ανάποδα, που λένε! Ευχαριστώ πολύ τον χρόνο, που με ταξίδεψε τόσο ωραία» λέει ανοίγοντας την κουβέντα μας στο Νέο Ελληνικό Θέατρο, στα Εξάρχεια, το οποίο ίδρυσε κι αποτελεί φυτώριο νέων, ταλαντούχων ηθοποιών.

gtqwergaewg 0

Ο σπουδαίος καλλιτέχνης, ο οποίος παρέμεινε 22 χρόνια στο Θέατρο Τέχνης, μίλησε στην «Espresso» για τα δύσκολα παιδικά κι εφηβικά χρόνια, τη δουλειά στα καράβια, τον «τυφώνα» Κουν, τη σειρά που υπέγραψε σεναριακά κι «έφαγε» την «Τόλμη και γοητεία», αλλά και τα… μπουζούκια. Γιατί δεν θα μπορούσα να μην τον ρωτήσω για τον ρόλο του Μάκη Τσετσένογλου (για τον οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο το 1998 στα Κρατικά Βραβεία του υπουργείου Πολιτισμού), που βάζει φωτιά στο νυχτερινό κέντρο Βιετνάμ, στη θρυλική ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ολα είναι δρόμος». Αποκαλύπτει ότι ακόμη στον δρόμο τον φωνάζουν… Μάκη -και φυσικά εκείνος γυρίζει-, ενώ περιγράφει την περιβόητη σκηνή με την ατάκα «Ηλία, ρίχ’ το». Λέει ότι θα ήθελε να συνεργαστεί με τον Γιώργο Λάνθιμο, αφού αγαπάει τον κινηματογράφο, ενώ μετά την ολοκλήρωση της παράστασης «Ασε να μη μιλήσω καλύτερα» βρίσκεται σε προετοιμασία για την επόμενη θεατρική δουλειά.

Η συζήτηση φτάνει και στον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε όταν ήταν 22 ετών. Ο σπουδαίος καλλιτέχνης αναγνώρισε σε εκείνον τον εαυτό του, είδε τις ίδιες κινήσεις, τον ίδιο τρόπο ομιλίας, τον είχε μάλιστα χαρακτηρίσει «κλόουν» σε μια από τις συνεντεύξεις του, εξηγώντας μου ότι αναφερόταν στην πλαστικότητα του σώματός του.

Μιλήσαμε και για πολιτική. Περιμένει την ελπίδα να έρθει, θέλει ο Αλέξης Τσίπρας να πετύχει, γιατί «είναι νέος», όπως λέει, ενώ τονίζει ότι, αν οι εξόριστοι κομμουνιστές ζούσαν σήμερα, θα πάθαιναν… έμφραγμα, καθώς η Αριστερά που εκείνοι οραματίστηκαν δεν έχει σχέση με αυτό που ζούμε.

Γεννηθήκατε σε χωριό των Ιωαννίνων, έτσι δεν είναι;
Ναι, στην Κληματιά.

Πώς, λοιπόν, ένα παιδί από την Κληματιά Ιωαννίνων δέχτηκε ερεθίσματα ώστε να ασχοληθεί με το θέατρο;
Αυτά είναι ανεξήγητα πράγματα, είναι στη μοίρα μας, στο κισμέτ μας, πώς να το πω; Το πρώτο ερέθισμα που πήρα ήταν από ένα μάλλον ξεπεσμένο μπουλούκι που πέρασε από το χωριό. Εβαλαν μια λάμπα λουξ με ασετιλίνη, που την τρομπάρανε και φωνάζανε ότι θα παιχτεί θέατρο. Με πήρε μια θεία μου, η αδερφή της μητέρας μου, και πήγαμε με αντίτιμο για τα εισιτήρια αβγά. Είδα κάποια σκετς κι εντυπωσιάστηκα. Εβλεπα ένα θαύμα μπροστά μου κι αυτό μου «καρφώθηκε» στο μυαλό. Αρχισα να γράφω ιστορίες, μετά έφυγα, ταξίδεψα στα καράβια γιατί ήταν δύσκολες οι εποχές…

Βγάλατε κανονικά ναυτικό φυλλάδιο;
Ναι, κι εκεί έγραφα ιστορίες. Ενα δεύτερο γεγονός ήταν όταν γυρίζαμε από μακρινό ταξίδι, μπήκαμε στο Σουέζ και βγήκαμε στο Κρητικό Πέλαγος. Ηταν Κυριακή, είχα πάρει ένα τρανζίστορ από την Ιαπωνία και το έβαλα να πιάσω Ελλάδα, γιατί υπέφερα από τη νοσταλγία. Επιασα ελληνικά κι άκουσα να λένε: «Είναι η εκπομπή “Το θέατρο στο μικρόφωνο”, καλεσμένος ο μεγάλος δάσκαλος Κάρολος Κουν». Αναφερόταν στους «Πέρσες» και τους «Ορνιθες» που θα πήγαιναν στη Ρωσία. Με γοήτευσε η φωνή του και μου ‘μεινε το όνομα Κουν, το Κάρολος το είχα ξεχάσει. Κάποια στιγμή έψαξα, τον βρήκα, έδωσα εξετάσεις στα ταλέντα γιατί δεν είχα τελειώσει το γυμνάσιο, πήγα στου Κουν και πέρασα. Ηταν μια στιγμή πολύ σημαδιακή για μένα, γιατί καθόρισε όλη μου τη ζωή.

Τα παιδικά χρόνια σας πώς ήταν;
Φρικτά. Πείνα, πρησμένες κοιλιές, αλλά παράλληλα και πολύ όμορφα, με την έννοια ότι με το τίποτα φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας. Ημουν στην οικογένεια με έξι γυναίκες, τη μητέρα μου και τις πέντε αδελφές της, μετά ήρθε κι η γιαγιά, την οποία λάτρευα, είχε τελειώσει σχολαρχείο και μου διάβαζε Κρυστάλλη και Χριστοβασίλη. Ολα αυτά μου καθόρισαν την τύχη, γιατί το θεωρώ τύχη ότι συνάντησα τον Κάρολο Κουν. Μεγάλη τύχη.

Δηλώσατε ότι γνωρίσατε τον πατέρα σας στα 22 χρόνια σας.
Ναι, πήγα να τον γνωρίσω, γιατί δεν τον ήξερα. Εξαφανίστηκε. Τον βρήκαν κάποια στιγμή οι μπαρμπάδες μου, αλλά εγώ τον γνώρισα όταν ήμουν 22 χρόνων. Φαντάρος κατέβηκα στο χωριό, έβαλα τα πολιτικά και πήγα στην Κέρκυρα, είχα μάθει το χωριό, τον Ποταμό Κερκύρας, και εκεί τον γνώρισα.

gaergsadr 2 0

Σε συνέντευξή σας τον χαρακτηρίσατε «κλόουν». Τι εννοούσατε;
Είδα τον… εαυτό μου! Οταν περπατούσε, τον κοιτούσα κι έβλεπα τις κινήσεις μου κι είπα «από αυτόν τα πήρα όλα»! Εγώ κάνω το σώμα μου ακόμα ό,τι θέλω, πέφτω κάτω, με κοιτάζουν τα παιδιά και μου λένε «τι κάνετε;». Είχε πλαστικότητα κι εκείνος στο σώμα, μοιάζαμε και στον λόγο.

Με τη μητέρα σας δεν είχαν παντρευτεί;
Ναι, με πλαστά χαρτιά γιατί τότε τους είχαν επιτάξει ως χωροφύλακες, ήταν μετά τον Εμφύλιο. Εκανε τα παιδιά κι έφυγε. Ηταν λίγο αριβίστας, θα έλεγα, δεν τον ενδιέφερε τίποτα.

Μεγαλώσατε σε μονογονεϊκή οικογένεια, λοιπόν, εκείνη την εποχή.
Ηταν δύσκολα. Η μάνα μου αναγκάστηκε και ήρθε στην Αθήνα με τον μικρό μου αδερφό, εγώ έμεινα με τη γιαγιά πίσω. Το ’51 ήρθα κι εγώ.

gaergsadr 3Η μητέρα σας ξαναπαντρεύτηκε;
Οχι ποτέ, έμεινε από 20 χρόνων ζωντοχήρα.

Ο Κάρολος Κουν, λοιπόν, ήταν ο πνευματικός σας πατέρας, κατά κάποιον τρόπο.
Ναι, γιατί στην ουσία δεν είχα γνωρίσει πατέρα και ένιωσα όλη τη ζεστασιά και την έγνοια του για μένα, του τι θα κάνω, πώς θα προχωρήσω, μου έδωσε βιβλία και διάβασα. Μετά μόνος μου πήρα τον δρόμο μου, μπήκε το νερό στ’ αυλάκι, που λένε, μορφώθηκα, μέχρι που έφτασε να μου λέει «φτάνει πια, θα γίνεις κουλτουριάρης» και θα έχανε τον Γιώργο του τον αυθόρμητο. Ηταν όμορφα, όλη η ιστορία μέσα στο Θέατρο Τέχνης με τους άλλους δασκάλους μου, τον Λαζάνη, τον Κουγιουμτζή, τον Χατζημάρκο, σπουδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι με δίδαξαν, μου στάθηκαν, με βοήθησαν και τους χρωστάω ευγνωμοσύνη.

Δύσκολος άνθρωπος ο Κουν;
Δύσκολος δεν ήταν, περισσότερο τελειομανή θα τον έλεγα. Ηθελε τα πράγματα να είναι εκεί που αυτός πίστευε κι ήθελε να τα οδηγήσει, γιατί όλοι οι άνθρωποι που ήμασταν εκεί δεν είχαμε μεγάλη μόρφωση, πανεπιστημιακή, κι αυτό το πρωτόγονο υλικό τού άρεσε, ώστε να το πλάσει και να το βάλει σε έναν δρόμο. Βέβαια, έπαιζε ρόλο κατά πόσον το ήθελε ο καθένας από μας. Εγώ το ήθελα πάρα πολύ.

Ποια ήταν η πρώτη σας παράσταση;
Ηταν το έργο «Με το ίδιο μέτρο» το 1967, όμως, έναν μήνα πριν αρχίσω τη σχολή, στα 23 με 24 χρόνια μου, μου φόρεσαν ένα ράσο με μια κουκούλα σε παράσταση του Σαίξπηρ κι έκανα αλλαγές στα έπιπλα, κάτι σαν φροντιστής.

Περνούσα με ένα κεράκι, φορώντας την κουκούλα, για να κάνω το καμπιαμέντο, έμπαινα στη σκηνή, αλλά είχε κάποια ρεύματα και συνέχεια μου έλεγε ο Κουν «Γιωργάκη, πρόσεχε μη σου σβήσει το κερί». Αυτή η φλογίτσα μού καθόρισε τη ζωή.

Θυμόσαστε κάποιο ευτράπελο;
Μια φορά, στο δεύτερο έτος της σχολής, έπαιξα στο «Νεκροταφείο των αυτοκινήτων» του Αραμπάλ, όπου έκανα έναν μουγκό. Πολύ ωραίος ρόλος. Είμαι άνθρωπος που παρατηρώ στη ζωή μου, είχαμε στο χωριό μου δυο τρεις, οι οποίοι δεν μιλούσαν, ο ένας μάλιστα ήταν συμμαθητής μου, κι έτσι ήξερα τις κινήσεις, διαφορετικές από αυτές που βλέπουμε σήμερα στις ειδήσεις. Παρατηρούσα το στόμα των άλλων και καταλάβαινα κι ανάλογα εξέφραζα τα συναισθήματά μου. Κάποια στιγμή υπήρχε μια βίαιη σκηνή κι εγώ έβγαζα κραυγές άναρθρες κι ένα χειροκρότημα. Πέρασα, λοιπόν, από το γραφείο του Κουν και του είπα «συγγνώμη, με συγχωρείτε, έβγαλα χειροκρότημα». Και σηκώθηκαν μαζί με τον Λαζάνη και με αγκάλιασαν.

gaergsadr 7Διδάξατε κιόλας στη σχολή του Τέχνης.
Μετά το δεύτερο έτος με έριξε στη σχολή, ως καθηγητή. Του είπα «δεν μπορώ, δεν ξέρω» κι εκείνος που απάντησε «κάνε αυτοσχεδιασμούς, κάνε ό,τι θέλεις».

Δάσκαλος ή μαθητής; Τι προτιμάτε;
Ολα είναι θέατρο για μένα. Το λέω στα παιδιά μου εδώ στη σχολή μου, που την αγαπώ, πως θέατρο δεν σημαίνει μόνο «παίζω». Και θα γράψεις και θα σκηνοθετήσεις, όλα θα τα κάνεις. Και θα βάψεις και θα φτιάξεις τα σκηνικά σου και το φροντιστήριο, τα πάντα. Ετσι προσπαθώ να τους δώσω ένα εύρος, ώστε να μπορέσουν εκεί μέσα να εξελιχθούν, να γίνουν καλλιτέχνες όλων, αρκεί να τα κάνουν όλα καλά.

Το δέχονται; Γιατί πολλοί τα έχουν κάπως αλλιώς στο μυαλό τους το θέατρο, την τηλεόραση και το σινεμά. Οτι ο ηθοποιός είναι σταρ, οι άλλοι θα κουβαλήσουν -αν χρειαστεί- το σκηνικό.
Είναι λίγοι εκείνοι που το πιστεύουν αυτό. Σήμερα με την κρίση τα κάνουμε όλα. Γιατί, αν δεν τα κάνουμε όλα, δεν θα μπορέσουμε να υπάρξουμε, είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα για να έχεις κομμωτή, ενδυματολόγο. Αυτά στο Εθνικό γίνονται κάπως κι εκεί τα έχουν περιορίσει τα πράγματα. Παλιά δεν έβγαιναν ούτε καν να κάνουν αλλαγή. Εγώ έκανα κι ακόμη κάνω και αλλαγές, βοηθάω στα σκηνικά, βάφω, καρφώνω μαζί με τους τεχνικούς, πρώτα απ’ όλα όχι για να κερδίσω χρήματα, αλλά επειδή μ’ αρέσει η διαδικασία τού πώς χτίζεται μια παράσταση. Νομίζω πως αυτό καταφέρνω και το περνάω στους μαθητές μου.

Η τηλεόραση πότε μπήκε στη ζωή σας;
Αργησε, γιατί ο Κουν δεν με άφηνε να παίξω. Εγραφα, όμως, δεν μπορούσα να μη γράφω. Τον πρώτο χρόνο παρέδωσα το πρώτο θεατρικό έργο μου, ένα παιδικό, το οποίο ανέβασε ο Λαζάνης, με μεγάλη επιτυχία, μεγάλωσαν γενιές με «Το όνειρο και οι περιπέτειες του Τζιτζιρή», που είχε τραγούδια του Λίνου Κόκοτου.

Και μετά αμέσως του παρέδωσα την «Πρόβα», την οποία ανέβασε στην Καβάλα ο Αντώνης Κούφαλης, που σήμερα είναι συγγραφέας. Συμμετείχαμε στο Φεστιβάλ Ιθάκης, όπου υπήρχε μια επιτροπή με σπουδαίους ανθρώπους -Χατζιδάκις, Κατράκης, Κουν- και πήραμε όλα τα βραβεία. Ετσι, λοιπόν, άρχισα να του δίνω έργα! Μου έλεγε «τι κάνεις;». Δεν έβγαινα έξω, δεν ήθελα να πηγαίνω πουθενά, καθόμουν κι έγραφα για να κερδίσω τον χρόνο που είχα χάσει. Γιατί είχα ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ και στα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια.

Το πρώτο κείμενό σας που παίχτηκε στην τηλεόραση ποιο ήταν;
Το «Χαίρε, Τάσο Καρατάσο», που χάλασε κόσμο. Πρωταγωνιστούσαν Μόρτζος, Κώνστα, Διαμαντόπουλος, Τσάκωνας, σπουδαίοι ηθοποιοί και ήταν πολύ ωραία σκηνοθετική δουλειά του Γιάννη Σμαραγδή. Τότε είχαμε να συναγωνιστούμε την «Τόλμη και γοητεία», την οποία και ξεπεράσαμε σε θεαματικότητα!

gaergsadr 6Κι έπειτα ήρθαν τα ιδιωτικά κανάλια.
Το 1987 έφυγε από τη ζωή ο Κάρολος Κουν και δεν ήθελα να μείνω άλλο στο Τέχνης. Του είχα πει άλλωστε «όσο ζεις δεν θα φύγω, θα είμαι δίπλα σου». Είχα παντρευτεί, ήθελα να κάνω ένα παιδί, με τόση δουλειά και άγχος και ανέχεια -γιατί παίρναμε πολύ λίγα χρήματα- βγήκα στην τηλεόραση. Με ζητούσαν κιόλας να παίξω και να γράψω. Η πρώτη δουλειά ήταν «Το σόι», στο Mega, που κράτησε δύο χρόνια με τον Γιώργο Πυρπασόπουλο και τη Γωγώ Μπρέμπου σε νεαρή ηλικία. Τη Γωγώ την είχα πάρει από ένα θεατρικό εργαστήρι.

Στην τηλεόραση τι σας μαγεύει;
Εχει άλλη γοητεία, όπως και το σινεμά, είναι συγγενικά αυτά τα πράγματα. Είναι ξαδέρφια, αν θέλετε. Η τηλεόραση έχει φοβερή γοητεία, τα πλάνα, το μοντάζ, να μάθεις τα λόγια, να βρεις τις γωνίες για τις λήψεις. Εκεί άρχισα να σκηνοθετώ κιόλας. Κάποια στιγμή το Mega μού ανέθεσε να σκηνοθετήσω «Το Σόι» γιατί το είχε αναλάβει άλλος σκηνοθέτης, φίλος πολύ, αλλά κάτι δεν τους πήγε. Ετσι, «αναγκάστηκα» να κάνω σκηνοθεσία. Μου είπαν «όπως το κάνεις στο θέατρο».

Θα ξανακάνατε τηλεοπτική δουλειά;
Ναι, αλλά σήμερα δεν υπάρχει αγορά. Ή ψάχνει κάτι εύπεπτο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορείς να κάνεις πάλι ένα «Σόι» ή ένα «Χαίρε, Τάσο Καρατάσο», δεν θέλουν να θίγεις τίποτα. Θέλουν αυτό που το παρακολουθείς να τελειώνει, χωρίς προβληματισμό, δεν ξέρω τι συμβαίνει. Ελπίζω να ανοίξει κάποια στιγμή η αγορά, γιατί περνάει δύσκολα η χώρα, δηλαδή κι εμείς σε προέκταση.

Αν ως εκ θαύματος τα πράγματα σας επέτρεπαν να γράψετε ελεύθερα για την τηλεόραση, τι θέμα θα διαλέγατε;
Αυτό που μας έχει βρει εδώ κι επτά χρόνια, όλη αυτή η πίκρα, η ανέχεια, οι νυσταγμένοι άνθρωποι στα λεωφορεία, η θλίψη στα μάτια, τα κλειστά μαγαζιά.

gaergsadr 5Η ελπίδα δεν ήρθε τελικά…
Ας ελπίσουμε ότι μπορεί να ‘ρθει! Ελπίδα είναι αυτή, δεν ξέρεις πότε έρχεται!

Πιστέψατε ότι μετά τις τελευταίες εκλογές κάτι θα μπορούσε να αλλάξει;
Ναι, το πίστεψα. Στη συνέχεια, όμως, κατάλαβα ότι τα πράγματα είναι δύσκολα και για τους ίδιους. Δεν είχαν κυβερνήσει άλλη φορά, ήταν η πρώτη, έκανα υπομονή, αλλά φαίνεται πως η κατάσταση φεύγει από τα όρια μιας κυβέρνησης, όταν αναλαμβάνει.

Είναι δηλαδή θέμα συνθηκών, τελικά, κι όχι κομματικής κατεύθυνσης;
Είναι μεγάλο το χρέος, είμαστε σε πολύ βαθιά κρίση. Πρέπει να βγει μπροστά ένας άνθρωπος σαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου, με όλα τα ελαττώματα που είχε, που θα μπορούσε να μπει μέσα σ’ αυτά τα γρανάζια, δανειστές, ΔΝΤ, και να πείσει και να μην ψάχνει το εσωκομματικό του πρόβλημα, το πώς θα κρατηθεί και τι θα κάνει.

Υπάρχει κάποιος πολιτικός που έχει αυτά τα στοιχεία στο υπάρχον πολιτικό υλικό;
Πίστεψα στον τωρινό πρωθυπουργό, γιατί είναι νέος άνθρωπος, αλλά δεν ξέρω τι συμβαίνει… Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά και δεν είναι οι ίδιοι που τα χαλάνε, αν και υπάρχουν κάποιοι που ανοίγουν το στόμα τους και δεν ξέρουν τι λένε. Χρειάζεται άλλο ήθος στην πολιτική, πρέπει να αρθρώσουν άλλο λόγο, να σηκώσουν άλλο ανάστημα. Δεν επιθυμώ να κατακεραυνώσω έναν νέο άνθρωπο, γι’ αυτό εύχομαι και θέλω να πετύχει.

Θεωρείτε ότι έτσι είναι η Αριστερά;
Αν ζούσαν οι εξόριστοι, οι οποίοι ταλαιπωρήθηκαν τόσο στη ζωή τους, που στερήθηκαν, ονειρεύτηκαν, ήλπιζαν, σήμερα θα πάθαιναν ανακοπή ή θα μαράζωναν. Αλλα ήταν τα όνειρά μου για την Αριστερά, η τωρινή θυμίζει το τραγούδι του Γιάννη Μηλιώκα που λέει «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Δεν είναι αυτό που οραματίστηκαν οι περασμένες γενιές, οι οποίες πολέμησαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν. Και δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει, βέβαια, αυτή η Αριστερά. Είναι ουτοπία. Εχει καταρρεύσει ο υπαρκτός σοσιαλισμός, έχει απομείνει στη Βόρεια Κορέα, στο Βιετνάμ. Στην Κούβα πέθανε κι ο Κάστρο, όπου κι εκεί δεν υπήρχε Αριστερά, κακά τα ψέματα, γιατί επέβαλε ένα καθεστώς με το «έτσι θέλω». Εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω μ’ αυτόν τον τρόπο.

gaergsadr 4Πάμε στον κινηματογράφο. Η φράση «Ηλία, ρίχ’ το» έχει γίνει πια σλόγκαν!
Μα προχωράω στον δρόμο, με φωνάζουν «Μάκη!» και γυρίζω. Το «Ολα είναι δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη είναι μια σπουδαία ταινία, ο ίδιος είναι σπουδαίος σκηνοθέτης, τον λατρεύω και τον αγαπάω, είναι τόσο ευαίσθητος άνθρωπος, «ζεστός» όταν δουλεύεις μαζί του, θα ήθελα να συνεργαστούμε ξανά.

Οταν διαβάσατε τον ρόλο του Μάκη, πώς αισθανθήκατε;
Δεν τον διάβασα, μου τον διηγήθηκε ο ίδιος. Κάτσαμε εδώ, στην πλατεία Εξαρχείων, σε ένα καφέ, και μου τον διηγήθηκε. Δεν είχα καμία επαφή με όλα αυτά, με τα σκυλάδικα και τέτοια, λόγω ανέχειας οικονομικής. Δεν πήγαινα στα νυχτερινά κέντρα ή δεν είχα μάθει να πηγαίνω, η ζωή μου ήταν εντελώς διαφορετική. Είχα σχηματιστεί ως καλλιτέχνης και δεν μ’ ενδιέφεραν τα μπουζούκια. Αφού τα βρήκαμε και μου έδωσε το σενάριο, ανεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη και πήγαμε σε δυο τρία μαγαζιά για να εγκλιματιστώ. Και μπήκα γρήγορα! Πρέπει να μπαίνεις στον ρόλο ως ηθοποιός, εγώ εκεί μεταλλάχτηκα και κέρδισα πρώτο βραβείο.

Η σκηνή στην οποία βάζετε φωτιά στην καμπαρντίνα σας ήταν επικίνδυνη;
Στις ξένες παραγωγές υπάρχουν πυροσβέστες, με ειδικές κουβέρτες που σε τυλίγουν. Μου λένε λοιπόν να βάλω φωτιά με ουίσκι και τους απάντησα πως δεν παίρνει το ουίσκι φωτιά. Πήγα μόνος μου στο χωριό που
gaergsadr 1βρισκόταν εκεί κοντά που γυρίζαμε, κι αγόρασα πράσινο οινόπνευμα. «Μην το κάνεις», μου είπε ο Παντελής, «εγώ θα το κάνω» του απάντησα. Αρχισα να ρίχνω στην καμπαρντίνα το πράσινο οινόπνευμα, γέμισα κι ένα μπουκάλι από ουίσκι με αυτό κι έριχνα, έριχνα! Εβαλα τον αναπτήρα και πήρα φωτιά! Κάηκαν τα μαλλιά μου πίσω γιατί ήταν νάιλον το ρούχο, αλλά προχωρούσα κι έλεγα από μέσα μου «αν συνεχιστεί το πλάνο, θα καώ»! Ηθελα να το κάνω και το έκανα. Αν μου έλεγε ο Παντελής «να καείς», θα καιγόμουν. Είμαι τρελός!

Η οικογένειά σας είναι κάπως… μοντέρνα!
Ο γιος μου, ο Κωνσταντίνος Κάρολος, είναι 27 ετών και σπουδάζει στο εξωτερικό, η γυναίκα μου, η Ελισάβετ, ζει σε ένα υπέροχο σπίτι που έχουμε στο Πήλιο και της αρέσει πολύ, μιλάμε 15 φορές την ημέρα στο τηλέφωνο, έχει εκεί τα σκυλιά της, είναι ευτυχισμένη γιατί έχει απομακρυνθεί από όλη αυτή την τρέλα. Εφυγε ύστερα από ώριμη σκέψη. Είμαστε περίπου 40 χρόνια παντρεμένοι.

Ο γιος σας πού σπουδάζει;
Τελείωσε το Πάντειο Πανεπιστήμιο και σπουδάζει σκηνοθεσία στο Παρίσι. Κάνει και θέατρο γιατί του αρέσει, μαθαίνει γλώσσες.

Οταν πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με αυτό, τι του είπατε;
Τι να του πω; Αφού εδώ μεγάλωσε! Επρεπε να το περιμένω. Το θέμα ήταν να μην τον είχα βάλει στο θέατρο. Αλλά όταν μεγαλώνοντας έπαιζε εδώ… Βέβαια, η ερώτηση είναι τι θα κάνει μετά, γιατί φοβάμαι πως εδώ θα αργήσουμε να έχουμε ξανά βοήθεια από το υπουργείο, τα μικρά θέατρα εννοώ, όχι τα μεγάλα και τα εμπορικά. Η αγορά είναι μικρή, στενόχωρη, υπάρχουν κάστες στο θέατρο. Θέλει πάση θυσία να μείνει έξω, τον έχω κάνει βέβαια Ελληνα, να αγαπάει τα έθιμα, τα ήθη, τη θάλασσα, όλα, αλλά μου λέει «μπαμπά, θέλω να μείνω έξω». Και του είπα να μείνει…

04.06 espr.weekend 260x160 630x388 630x388 630x389 630x388 630x388 630x387 630x387 630x387 630x389 630x388




{{-PCOUNT-}}46{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ