Αναζήτηση

Πατήστε ESC για κλείσιμο

SHOWBIZ

Συγκλονίζει ο Γιώργος Κωνσταντίνου: «Είδα κεφάλια ναυτών να επιπλέουν στη θάλασσα»

27/10/2026 - 14:55 | | 4 λεπτά ανάγνωση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη της Espresso στην Google

Ανήμερα των γενεθλίων του, ημέρα μνήμης του Αγίου Δημητρίου, επέλεξε ο σπουδαίος ηθοποιός Γιώργος Κωνσταντίνου να μας περιγράψει με τον πιο γλαφυρό τρόπο όσα θυμάται και όσα έζησε κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οι μνήμες από εκείνη τη μαύρη περίοδο, στα παιδικά του μάτια, ακόμη και σήμερα είναι βαθιά χαραγμένες.

Ο 92χρονος ηθοποιός, ο οποίος ακόμη και σήμερα βρίσκεται ενεργός πάνω στο θεατρικό σανίδι, ερμηνεύοντας μοναδικά τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην», στο θέατρο Altera Pars στον Κεραμεικό, θυμήθηκε όλες εκείνες τις τραγικές στιγμές που έζησε, βλέποντας τους ναύτες του αντιτορπιλικού να επιπλέουν ανοιχτά από το λιμάνι της Τήνου. 
Σε λίγες ώρες όλος ο Ελληνισμός θα γιορτάζει την ημέρα της έναρξης του πολέμου. Ενός πολέμου στον οποίο οι πρόγονοί μας αντιστάθηκαν με όσες δυνάμεις είχαν, προκειμένου να μην περάσει από την ενδοχώρα ο ιταλικός στρατός. Το περήφανο «ΟΧΙ» του Ελληνα κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά ήταν η αιτία να ξεσπάσει ο πόλεμος, με τραγικές απώλειες για την Ελλάδα. Χιλιάδες Ελληνες σκοτώθηκαν στα βουνά της Αλβανίας, κάνοντας περήφανες τις επόμενες γενιές.

Γιώργος Κωνσταντίνου

Και ας έρθουμε στα γεγονότα, έτσι όπως τα βίωσε ο 6χρονος τότε Γιώργος Κωνσταντίνου. Ο ίδιος και η μητέρα του βρέθηκαν τον Δεκαπενταύγουστο στη Μεγαλόχαρη της Τήνου για να ανάψουν ένα κερί και να προσευχηθούν για την καλή έκβαση των γεγονότων. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα βίωνε ο μεγάλος μας ηθοποιός στο λιμάνι του νησιού!

Οι περιγραφές του στην «Espresso», ανατριχιαστικές. Λες και ξαναζούσε τα γεγονότα. Η φωνή του από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, βαριά γεμάτη πόνο. «Είμαι 6 ετών. Η μητέρα μου κάθε χρόνο πήγαινε στην Τήνο. Το είχε σαν τάμα να πηγαίνει να προσκυνάει την εικόνα της Μεγαλόχαρης. Εκείνη τη χρονιά μόνο θυμάμαι να με έχει πάρει κοντά της σε αυτό το τόσο προσωπικό ταξίδι που έκανε για να προσκυνήσει. Είναι η μόνη χρονιά, μάλιστα, που θυμάμαι να με έχει πάρει από το χέρι και να πηγαίνουμε στην Τήνο. Γιατί όταν γυρίσαμε στην Αθήνα ξέσπασε ο πόλεμος και εκεί τέλειωσαν όλα. Είναι Δεκαπενταύγουστος. Δεν ξέρω για ποιον λόγο κρατούσα στα χέρια μου ένα παλτουδάκι, αλλά μου το είχε αγοράσει από του Λαμπρόπουλου στην Αθήνα. Οπως, λοιπόν, καθόμαστε όλοι στην κεντρική πλατεία του νησιού, κοντά στην προβλήτα, ακούγεται ένας φοβερός θόρυβος και κάτι σκάει με πολλή δύναμη μέσα στη θάλασσα. Ο συγκεντρωμένος κόσμος μόλις ακούει την έκρηξη αρχίζει να τρέχει δεξιά κι αριστερά σαν τρελός προς τα ενδότερα του νησιού για να καλυφθεί».

Η αφήγηση του μεγάλου μας ηθοποιού κάνει ακόμα και τους πιο δυνατούς να λυγίσουν. «Είναι σαν αυτό που λένε τώρα “το τέλος του κόσμου”. Ετσι νιώσαμε όλοι. Τρέχαμε μία δεξιά, μία αριστερά, χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίνουμε. Η επόμενη ανάμνησή μου από εκείνον τον εκκωφαντικό θόρυβο που ακούσαμε μέσα στη θάλασσα είναι ότι με τη μαμά μου και καμιά δεκαριά ακόμα άτομα κατεβαίνουμε κάτι σκαλιά σε ένα υπόγειο. Ηταν μια υπόγεια ταβέρνα. Μόλις μπαίνουμε μέσα, ο ταβερνιάρης κλείνει ερμητικά τις πόρτες και από πίσω βάζει κάτι μεγάλα ξύλα. Εγώ, που είχα γαντζωθεί πάνω στη μάνα μου, θυμάμαι τον ταβερνιάρη με γουρλωμένα μάτια να μου λέει “μη φοβάσαι, παιδί μου, μη φοβάσαι”» θυμάται ο μεγάλος μας ηθοποιός και συνεχίζει τη μοναδική αφήγησή του: «Η επόμενη ανάμνηση που έχω από εκείνες τις τραγικές στιγμές, να είμαι ανεβασμένος πάνω σε ένα γαϊδουράκι και να ανεβαίνουμε μαζί με άλλα άτομα σε ένα πολύ ψηλό βουνό του νησιού. Αυτό μας το έκαναν για να μας προφυλάξουν από τυχόν άλλη επίθεση που θα έπληττε το νησί, αλλά κυρίως γιατί φοβούνταν λόγω των πυρομαχικών που είχε μέσα το καράβι, μην τυχόν και ανατιναχθεί. Και φτάνουμε σε ένα πολύ μεγάλο ύψωμα, όπου κοντοστεκόμαστε. Βλέπουμε, λοιπόν, την “Eλλη” και γύρω γύρω από το καράβι κεφάλια από τους ναύτες που είχαν σκοτώσει». Λίγο προτού ολοκληρώσει τις μοναδικές αφηγήσεις του από αυτό το τρομακτικό περιστατικό, ο Γιώργος Κωνσταντίνου, για να απαλύνει λίγο τη συζήτηση, μας λέει: «Και να σκεφτείτε ότι σήμερα, που σας λέω όλα αυτά, έχω τα γενέθλιά μου».

Γιώργος Κωνσταντίνου

Οπως λέει ο ίδιος, αυτές τις σκηνές, αν και ήταν μόλις έξι ετών παιδί, δεν τις ξέχασε ποτέ στη ζωή του και τον συντροφεύουν ακόμη και σήμερα, ενώ η ημέρα της 28ης είναι για εκείνον μια σπουδαία ημέρα για ολόκληρη την Ελλάδα. «Η επόμενη και τελευταία ανάμνησή μου είναι όταν επιβιβαζόμαστε στο καράβι για να γυρίσουμε στο λιμάνι του Πειραιά. Θυμάμαι όλοι να είναι φοβισμένοι και γύρω από το καράβι που μας επέστρεφε στον Πειραιά υπήρχαν άλλα καράβια που μας ακολουθούσαν για να μας προστατεύσουν από τυχόν επίθεση». Τον ρωτάμε, ωστόσο, και για το πώς βίωσε την έναρξη του πολέμου. «Βρισκόμαστε στο σαλόνι του σπιτιού μας. Εγώ καθόμουν πάνω στο τραπέζι, σαν μικρό παιδί, και γύρω η οικογένεια. Ξαφνικά ακούμε τις σειρήνες και τη μάνα μας να λέει “τελικά ξεκίνησε ο πόλεμος”»

Espresso News app
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ESPRESSO NEWS

Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο κινητό σας.